Τρίτο πεζογραφικό βιβλίο της φιλολόγου, κριτικού και συγγραφέως Μαρίας Στασινοπούλου (γεν. 1945) μετά το εξαιρετικό Κυρία, με θυμάστε; (Κίχλη, 2010), που βασιζόταν στις εμπειρίες της ως καθηγήτριας της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, και την πρόσφατη συλλογή πεζών αφηγημάτων Χαμηλή βλάστηση (Κίχλη, 2018).
Πρόκειται και πάλι για μικρά πεζά κείμενα, ανεκδοτολογικής υφής, γαλήνιες, σχεδόν ακύμαντες αφηγήσεις, με κοφτό και πυκνό λόγο, που ακολουθούν την προφορικότητα της καθημερινής, πρόσωπο με πρόσωπο συνομιλίας, χωρίς πόζα ή εκζήτηση, εντάσεις, εξάρσεις ή μελοδραματισμούς. Συχνά αφήνονται να σβήσουν διακριτικά, «ανεπαισθήτως», χωρίς καταληκτήριες ανατροπές, σε λίγες γραμμές, άλλοτε αφήνοντας μια γλυκόπικρη επίγευση στον αναγνώστη και άλλοτε ζωγραφίζοντας ένα πλατύ χαμόγελο ικανοποίησης.
Εδώ ο τίτλος δεν αποτελεί ειδολογικό προσδιορισμό, αλλά μάλλον δείχνει προς την κατεύθυνση της λειτουργίας αυτών των κειμένων. Και πάλι, «θάμνοι», «πόες» και «μπονσάι», όπως χαρακτηρίζονταν στον υπότιτλο τα κείμενα της πρώτης συλλογής, «ασκήσεις», δηλαδή, με τη δύναμη της αφήγησης και τις άπειρες δυνατότητες της εύπλαστης μικρής φόρμας. Αυτή δεν είναι η λειτουργία της αφήγησης με την οποία είμαστε εθισμένοι; Φτιάχνουμε και ξαναφτιάχνουμε ιστορίες για να καταλάβουμε πρώτα τον εαυτό μας, έπειτα να οργανώσουμε τον κόσμο γύρω μας, τέλος για να τα βγάλουμε πέρα στο καθημερινό πρόγραμμα της ζωής μας, ξορκίζοντας το άγχος του χρόνου και τον ύστατο φόβο!
Τραγικές ή ευτράπελες ειδήσεις, επαγγελματικές εμπειρίες, προσωπικές αναμνήσεις και οικογενειακές ιστορίες, τυχαίες συναντήσεις με γνωστούς ή αγνώστους, αφηγήσεις ή διηγήσεις τρίτων (συγγενών, φίλων, συναδέλφων) που έφτασαν στ’ αυτιά της Στασινοπούλου με διάφορους τρόπους, παρέχουν τις αφορμές σε μια πλειάδα αφηγητές για λιτά, ακαριαία αφηγήματα, λίγων αράδων, μιας παραγράφου, μιας ή δυο το πολύ σελίδων.
Τα εβδομήντα τέσσερα «μικρά πεζά» και της νέας συλλογής εστιάζουν σε φαινομενικώς ασήμαντα στιγμιότυπα της πιο καθημερινής καθημερινότητας. Αλλοτε αρκούνται στον υπαινιγμό, δείχνοντας χωρίς να λένε, άλλοτε ζητούν την αρωγή της φαντασίας και συμπληρώνουν με διάθεση ανατρεπτική, χιούμορ και λεπτή ειρωνεία τα κενά της πραγματικότητας, άλλοτε, τέλος, αντλούν τη δύναμή τους από το λογοπαίγνιο ή τη διαφορά κυριολεκτικής η μεταφορικής σημασίας («Εξ επαχθούς αιτίας», «Ποιοτικός χρόνος»).
Προσεκτικά τοποθετημένα στη ροή της συλλογής, συσσωματώνονται σε ενότητες με κοινό θεματικό πυρήνα καθώς εναλλάσσουν τον συναισθηματικό τόνο: από το αδυσώπητο πέρασμα του χρόνου και τον φόβο του θανάτου («Επιλογή θανάτου»),τη δύναμη της μνήμης («Τα κλειδιά», «Στη μνήμη επιβιώνει η ζωή») και τα προσωπικά ή οικογενειακά τραύματα («Πληγές βαθιές, ανεπούλωτες», «Προδοσία») σε πλάγιες σκοπεύσεις τραγελαφικών όψεων του σύγχρονου απάνθρωπου άστεως(«Η πείνα», «Κάποιος μετακομίζει»), της πολυχρωματικής κοινωνίας μας («Πολυπολιτισμικές κοινωνίες», «Πολιτισμικό χάος») και του προσφυγικού («Οταν γίνει καλά η Συρία», «Ο αριστούχος»), και από τη δύναμη της γλώσσας ή τον μηχανισμό του λάθους και της αβλεψίας («Ακόμη και ο ήχος της λέξης αλλάζει το νόημα», «Η σειρά των λέξεων») στην ίδια τη συγγραφή («Είσαι ό,τι δηλώσεις») ή την ανάγνωση («Υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που διαβάζουν»).
Κι ανάμεσά τους, σκόρπια εδώ και εκεί, λογοτεχνικά περίεργα του σιναφιού («Η υποτροφία αργούσε να έρθει», «Ο αφηρημένος κύριος καθηγητής», «Η μάχη των προνομίων») και συχνά-πυκνά, για απόλυτη αποφόρτιση, ερωτικά ανέκδοτα άλλοτε υπόγεια και υπαινικτικά («Μαζί και στη ζωή, μαζί και στο θάνατο»), άλλοτε αθυρόστομα και σκωπτικά («Ο θείος Αριστείδης», «Αβυσσος η ψυχή του ανθρώπου», «Μαλάκας με δικαστική απόφαση»).
Η οπτική που συνήθως κυριαρχεί είναι αυτή ενός ώριμου, ηλικιωμένου αφηγητή, που βλέπει αναδρομικά την ανθρώπινη κωμωδία αλλά την αντικρίζει με όλες του τις αισθήσεις ακόμα σε εγρήγορση και με κυρίαρχο το ένστικτο της ζωής! Εξού και η γραφή συνδυάζει την ωριμότητα με την ελαφράδα, τη στωικότητα της απαντοχής με την κατανόηση της ανθρώπινης αντιφατικότητας και, κυρίως, την πίστη στις ανθρώπινες σχέσεις και στην απόλυτη αυταξία της ίδιας της ζωής.
Οσοι γνωρίζουν έστω και λίγο τον κύκλο στον οποίο κινήθηκε η Μαρία Στασινοπούλου (και ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος), ίσως αναγνωρίσουν πρόσωπα και καταστάσεις πίσω από κάποιες ιστορίες του βιβλίου. Δεν έχει, φυσικά, ιδιαίτερη σημασία αυτή η ταύτιση. Ωστόσο, προσωπικώς, γέλασα πολύ με τον «αφηρημένο καθηγητή» που, αφού κατάφερε να πάρει δίπλωμα οδήγησης μετά από εκατό ώρες μαθήματα, ξέχασε το αυτοκίνητό του στο αεροδρόμιο και ανέφερε στην αστυνομία την κλοπή του. Είχα την «τύχη» να είμαι μέσα στους πρώτους τρεις φοιτητές που επιβιβάστηκαν με οτοστόπ σ’ αυτό το κόκκινο μεταχειρισμένο Zastava του νέου αλλά ατρόμητου οδηγού, την πρώτη μέρα μετά την απόκτηση του διπλώματος…
