Η φιλία του Νίκου Καζαντζάκη με τον Αγγελο Σικελιανό, όπως και ο έρωτας του Ανδρέα Εμπειρίκου με τη Μάτση Χατζηλαζάρου ή, ίσως, της Μαρίας Πολυδούρη με τον Κ.Γ. Καρυωτάκη, είναι ένα από εκείνα τα θρυλικά επεισόδια της Ελληνικής Λογοτεχνίας που λειτουργούν ως ορόσημα για τους αναγνώστες που τη γνωρίζουν και την εξερευνούν.
Πιο πρόσφατη προσθήκη στη μελέτη της γόνιμης αυτής φιλίας αποτελεί η έκδοση του ημερολογίου που κρατούσε ο Νίκος Καζαντζάκης κατά τη μακρά διαμονή των δύο φίλων στο Αγιον Ορος το 1914. Είχαμε ήδη στα χέρια μας, από το 1988, το Αγιορείτικο ημερολόγιο του Σικελιανού (έκδοση του Ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη), στο οποίο καταγράφονται οι εντυπώσεις του ποιητή από το ίδιο αυτό ταξίδι, ώστε μπορούμε πλέον να σχηματίσουμε μια πλήρη εικόνα της κομβικής αυτής περιόδου για τους δυο μεγάλους μας συγγραφείς.
Ο Νίκος Καζαντζάκης γνώρισε τον Αγγελο Σικελιανό στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου του 1914 στα γραφεία του Εκπαιδευτικού Συλλόγου. Οι δυο νέοι ποιητές, στα τριάντα τότε και οι δυο, αναγνώρισαν αμέσως ο ένας στο πρόσωπο του άλλου έναν αδελφό και συνοδοιπόρο.
Τρεις μέρες αργότερα αναχώρησαν για το Αγιον Ορος, όπου έμειναν για σαράντα ημέρες, ώς τις παραμονές των Χριστουγέννων. Μέχρι τον Απρίλιο του επόμενου έτους οι δυο φίλοι θα επισκεφθούν επίσης μαζί την Αθήνα, την Ελευσίνα, τη Θήβα, τους Δελφούς, τα Καλάβρυτα, την Κόρινθο, τις Μυκήνες, την Τεγέα, τη Σπάρτη, τον Μυστρά, τη Σίφνο, τη Συκιά της Κορινθίας, την Ολυμπία, σε ένα προσκύνημα στην πνευματική Ελλάδα που έμελλε να διαμορφώσει σε μεγάλο βαθμό την προσωπικότητά τους και να καθορίσει τη μελλοντική τους πορεία.
Ηδη από το ξεκίνημά τους είχαν, απ’ ό,τι φαίνεται, και οι δυο συναίσθηση της σημασίας του ταξιδιού τους αυτού. Γράφει ο Καζαντζάκης στο ημερολόγιό του: «Δυο νέοι εξεκίνησαν μαζί να ποτιστούν της πιο ευγενικής και πλούσιας ράτσας των ανθρώπων, εξεκίνησαν να ποτιστούν με τη βυζαντινή εποχή και να ζήσουν ό,τι οι πατέρες τους έζησαν σε δόξα και θλίψη και ανάσταση […] Και όλα, θάλασσα, γη, άνθρωποι, υποτάχτηκαν στην ιερότητα της αποστολής τους».
Αυτό ακριβώς είναι που πολύ σύντομα αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης του ημερολογίου: ότι οι δυο φίλοι δεν επισκέφτηκαν το Αγιον Ορος για τουρισμό, δεν το επισκέφτηκαν ως πιστοί χριστιανοί ή ως Ελληνες που ενδιαφέρονται να γνωρίσουν την παράδοσή τους, αλλά επειδή είχαν θέσει μιαν αποστολή στον εαυτό τους, είχαν μια μεγάλη ιδέα να τους καθοδηγεί, η οποία, ακόμα κι αν δεν ήταν ξεκάθαρα σχηματισμένη μέσα τους όταν ξεκίνησαν, πήρε ωστόσο μορφή κατά την παραμονή τους στο Ορος: «Το βράδυ, στα κρεβάτια, μιλούμε για την ουσία της ύπαρξής μας· πρέπει να προσθέσομε στην ουσία της ζωής, να εκφράσομε την κορυφή της επιθυμίας μας. Πιασμένοι από υπεράνθρωπη βούληση να ορμήσομε εμπρός».
Η υπέρτατη επιθυμία των δυο συγγραφέων ήταν να δημιουργήσουν θρησκεία, τίποτα λιγότερο, και ο μεγάλος τους φόβος ήταν μην αποτύχουν όπως συνέβη με τον Τολστόι, που, για την αντίληψή τους, την ίδια φιλοδοξία είχε «και δεν μπόρεσε παρά ρομάντζα και τέχνη». Τι είδους θρησκεία ήταν αυτή που οι δυο φίλοι σχεδίαζαν μπορούμε ίσως να το καταλάβουμε από τα διαβάσματά τους και τις αναφορές τους σε άλλες θρησκείες και συγγραφείς. Και οι δυο συζητούν ακατάπαυστα και αντιγράφουν στα ημερολόγιά τους κείμενα από την Ελληνική Πατρολογία του Minge και επίσης διαβάζουν Ηράκλειτο, κείμενα για τον Βούδα και τον Μωυσή, Δάντη, Νίτσε, Μπερξόν και ξανά τους αρχαίους Ελληνες. Οι αναβαθμοί προς τη νέα θρησκεία είναι, όπως διαβάζουμε σε μια καταγραφή του Καζαντζάκη: Διόνυσος – Χριστός – Θα, όπου «Θα» είναι, κατά πάσα πιθανότητα, το όνομα του Θεού της νέας αυτής θρησκείας.
Το 1914 όμως, στο Αγιον Ορος, οι δυο νέοι συγγραφείς δεν βρήκαν τους μοναχούς όπως ήλπιζαν πως θα είναι άνθρωποι αφιερωμένοι στην ψυχή και στον Θεό. Οι καλόγεροι ασχολούνται με τον κόσμο, με τον πόλεμο που πλησιάζει, με τις ανθρώπινες μικρολογίες, και ο ακραιφνής Καζαντζάκης νιώθει πως ο σύγχρονος πολιτισμός χαλάει τα πάντα. «Το ηλεκτρικό φως απλώνεται και σκοτώνει το μυστήριο του καντηλιού», θα γράψει σε άλλο του κείμενο, ενώ στο ημερολόγιό του σημειώνει: «Κελιά καλογέρων = appartements από τρία τέσσερα δωμάτια. Ηλεκτρικό, κουδούνι κάτω από λάμπα, κουρτίνες, σερβίτσια τσαγιού, σόμπες, υπηρέτες σιωπηλούς».
Κι έτσι όμως το Ορος, με την πνευματικότητα των εκκλησιών του και τη μαγεία της φύσης του, με τη μυρωδιά από τις μουσμουλιές μπροστά στη Βιβλιοθήκη, θα δημιουργήσει στον Καζαντζάκη και τον Σικελιανό την αίσθηση πως υποβαστάζονται από πτέρυγας αγγέλων, γιατί εκεί «το φεγγάρι αληθινά τελεί τον προορισμό του. Φωτίζει τα αιώνια». Και θα τους διδάξει το μέγιστον μάθημα που μπορούσαν να διδαχθούν: «Να ζούμε την αιωνιότητα κάθε μεγάλη στιγμή. Να λάβομε ιδέα του χρόνου εντελώς διαφορετική. Η αιωνιότητα και η αθανασία = κάθε ανώτατη στιγμή». Κι ο αναγνώστης του ημερολογίου δεν μπορεί παρά να αισθανθεί και αυτός διαβάζοντας κάτι απ’ τη φλόγα που έκαιγε τις ψυχές των δυο μεγάλων μας συγγραφέων.
