Ενα βιβλίο με 24 σελίδες βιβλιογραφίας στο τέλος και μια σπάνια στην αρτιότητά της θεματική του απαιτεί μεγάλη προσοχή ώστε να μην αδικηθεί η σημασία του καθώς παρουσιάζεται σε ένα μη εξειδικευμένο κοινό. Και μόνο οι δυο συγγραφείς του, καθηγητές αντίστοιχα στο Πανεπιστήμιο του Αιγαίου (Χωριανόπουλος) και στο Πολυτεχνείο (Παγώνης), με την τόσο πλούσια ώς τώρα δράση τους, συγγραφική και ερευνητική, σε συναφή με το βιβλίο θέματα, επίσης ζητούν να προσέξουμε ιδιαίτερα τι έχουν να μας πουν ξεδιαλύνοντας το απίστευτο κουβάρι από κινήσεις που καταγράφονται για τη διαχείριση της μητροπολιτικής περιοχής της Αθήνας τα τελευταία τριάντα χρόνια. Κάτι που παίρνει τις διαστάσεις άθλου: δεν είναι τυχαίο πως δεν είχε ποτέ ώς τώρα κανείς αποτολμήσει να αναμετρηθεί με έναν τέτοιο λαβύρινθο.
Το εγχείρημα στηρίζεται σε μια συνεπή στην πληρότητά της τεκμηρίωση, που επανασυνδέει φαινόμενα σχετικά με τον σχεδιασμό και τη διακυβέρνηση από τη μεταπολίτευση ώς σήμερα, παρακολουθώντας την εξέλιξή τους διαχρονικά, με βάση έναν συνεχώς ευρυνόμενο ορίζοντα που συνάπτει την Ελλάδα με την Ε.Ε., ακολουθώντας παράλληλα κρίσιμα γεγονότα-τομές στην κοινωνικο-πολιτική σφαίρα. Για να επιτευχθεί αυτό, οι συγγραφείς μοιράζονται ισόρροπα ανάμεσα σε μια θεωρητική και μια πραγματολογική ανάλυση των δεδομένων. Και δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς. Απογυμνωμένα από θεωρητικά ερμηνευτικά εργαλεία, τα συμβάντα κινδύνευαν να θυμίζουν περισσότερο μακροσκελή κατάλογο με ασύνδετα μεταξύ τους σημεία.
Η τόσο απαραίτητη βάση για την αντίληψη του «τι ακριβώς συμβαίνει» σε κάθε χρονική στιγμή προσφέρεται από μια στιβαρή νέο-γκραμσιανή ερμηνεία, διάχυτη σε όλη την έκταση του βιβλίου, καθώς αυτή καθορίζει όχι μόνο τα αναλυτικά εργαλεία αλλά και το ίδιο το περιεχόμενο και τη δομή του. Αν μια τέτοια καθολική ματιά των σχεδιαστικών και διαχειριστικών επιλογών σπάνιζε (για να μην πούμε, απουσίαζε) ώς τώρα για τη μεταπολεμική Αθήνα, άλλο τόσο απουσίαζε μια πειστική «εξήγηση» της λογικής τους.
Ετσι, αφενός τα επιμέρους γεγονότα δεν μένουν ξεκάρφωτα, δεν κάνουν δηλαδή την εμφάνισή τους απρόβλεπτα ή ασυντόνιστα – αντίθετα, ανήκουν σε αλληλουχίες που ακολουθούν με συνέπεια γενικότερες επιλογές των βασικών πρωταγωνιστών. Αφετέρου όμως, το φως πέφτει άπλετο σε σχέσεις ώς τώρα παραμελημένες: στους τρόπους που λειτουργούν αρχές όπως τα επιμέρους «μονοπάτια» ανάπτυξης της γης ή η ανταγωνιστικότητα και η λιτότητα στο πλαίσιο «κληρονομημένων θεσμικών δομών», δεσμευτικών από τη μια μεριά (αφού εμποδίζουν την «αφομοίωση καινοτόμων στοιχείων») αλλά ταυτόχρονα και αιτία δημιουργίας νέων «ρευστών και ανοιχτών σχεσιακών πλαισίων» που πολιορκούν, ως κινήματα πια, τον Δήμο Αθηναίων στην προκειμένη περίπτωση.
Αυτή η σύλληψη επιτυγχάνεται με τη χρήση της «ανακλιμάκωσης», μιας έννοιας που εκφράζει τη «θέσπιση […] νέων βαθμίδων χωρικής διακυβέρνησης […] ώστε να εξυπηρετηθούν οι αναδυόμενες προτεραιότητες». Αυτή συνδέεται με τις αλλαγές της «χωρικής κλίμακας» (αποκέντρωση, αποσπασματικές παρεμβάσεις, μητροπολιτικές περιφέρειες). Μέσα σ’ ένα τέτοιο πλαίσιο εντάσσονται πρόσφατα ασυνήθιστης κλίμακας προγράμματα και έργα, από τις ολυμπιακές εγκαταστάσεις του 2004 ώς την Αθηναϊκή Ριβιέρα και την ανάπτυξη του πρώην αεροδρομίου του Ελληνικού.
Αυτό το σύνθετο βλέμμα πάνω στους αέναους μετασχηματισμούς, τις αναδύσεις νέων συνθημάτων και ακρωνυμίων, τις χαμαιλεοντικές μεταμορφώσεις και ανακυκλώσεις μέτρων από την κορυφή ώς τη βάση κάτω από τη σταθερή πίεση ολοένα μεγαλύτερων πλαισίων αναφοράς (όπου το «εθνικό» έχει πια μόνο σχετική, ιστορική αξία) έχει ήδη πολλαπλά δοκιμαστεί από τους συγγραφείς σε έρευνες και βιβλία, που απευθύνονται όχι μόνο σε τοπικό επίπεδο αλλά και σε διεθνές. Αυτό το τόσο απαραίτητο σήμερα άνοιγμα εκφράζεται όχι μόνο στη δομή του βιβλίου (στις εκτενείς και συχνές αναφορές σε ξένα παραδείγματα) αλλά και στις πυκνότατες διασυνδέσεις με την ξένη βιβλιογραφία. Ετσι, η «αθηναϊκή μητρόπολη» ως καθαυτό παράδειγμα ανακτά την πραγματική της θέση, πάντα μέσα σ’ ένα ευρύτερο πλαίσιο αναφοράς.
Με την προσθήκη μιας εισαγωγής στο βιβλίο από την ομ. καθηγήτρια Λίλα Λεοντίδου, αναγνωρίζονται οι οφειλές μιας τέτοιας κατεύθυνσης στις δικές της θεωρητικές κατευθύνσεις, ήδη διατυπωμένες από το 1990. Γι’ αυτό ίσως αξίζει να προσέξουμε τις επισημάνσεις που εκείνη κάνει εκ των υστέρων ως προς τις δύο κύριες πρωτοτυπίες του βιβλίου, «το μεταβαλλόμενο θεσμικό πλαίσιο και τους φορείς σχεδιασμού» και την έννοια της «μεσογειακής πόλης». Εκεί συνοψίζονται όλα όσα αναδεικνύονται με τόση ενάργεια στο βιβλίο. Σε αυτές όμως τις επισημάνσεις ας μας επιτραπεί να προσθέσουμε τη νηφάλια αξιολόγηση από τους συγγραφείς του τι μεσολάβησε στην τόσο νωπή περίοδο «της κρίσης και των μνημονίων», που θαρραλέα αγγίζει το πυρακτωμένο παρόν.
