Το ποιητικό έργο του Αντώνη Φωστιέρη είναι ένα από τα περισσότερο καταξιωμένα στο σύνολο της ποιητικής παραγωγής από τη δεκαετία του 1970 και εξής, ειδικότερα σε ό,τι κατά συνθήκη ονομάζουμε μέχρι σήμερα «γενιά του 1970». Υστερα από τη συγκεντρωτική έκδοση Ποίηση 1970-2005 (2008) και τη συλλογή Τοπία του τίποτα (2013), το βιβλίο Θάνατος ο δεύτερος έρχεται να προσθέσει στη συγκομιδή του Φωστιέρη 35 ποιήματά του γραμμένα κατά τα τελευταία έτη, όπως μαρτυρούν και οι χρονολογίες δημοσίευσης 18 ποιημάτων σε λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες από το 2015 μέχρι το 2020.
Η συλλογή Θάνατος ο δεύτερος (ο τίτλος είναι διακείμενο από την Αποκάλυψη του Ιωάννου) συντονίζεται πλήρως με τα ήδη γνωστά μας διακριτά γνωρίσματα της φωστιερικής ποίησης. Ετσι η συλλογή παρουσιάζει αφενός τη σταθερή φόρμα του ελεύθερου στίχου με υψηλό βαθμό εμμετρότητας και ρυθμικής επιμέλειας (σε βαθμό που πολλά ποιήματα μπορούν να χαρακτηριστούν γραμμένα σε ελευθερωμένο στίχο), με τη συστηματική χρήση των παρηχήσεων και την κεφαλαιογράφηση του αρχικού γράμματος όλων των στίχων, και αφετέρου τη θεματική βεντάγια που εξακτινώνεται από την κυρίαρχη αίσθηση της φθοράς και τη διαρκή επίγνωση του θανάτου. Η φθορά και ο θάνατος σε συναισθηματικό επίπεδο προκαλούν τη σταθερή μελαγχολική διάθεση που όμως δεν οξύνεται μέχρι τα καθαρά αρνητικά συναισθήματα, τον ψυχικό σπαραγμό.
Η φθορά και ο θάνατος, επίσης, ως επίκεντρα της κοσμοαντίληψης του Φωστιέρη, έλκουν και το βασικό θέμα της ποίησης για την ποίηση, όπου ο εντατικός αναστοχασμός για τη ματαιότητα της ποιητικής λειτουργίας έχει ως άλλο συμπληρωματικό και όχι αντίθετο πόλο την παρηγορητική λειτουργία της. Η τελική υποχώρηση της ποίησης στη σιωπή, αφού και την ποίηση την αλέθει ο χρόνος, δεν αίρει την ανάγκη και το δικαίωμα του ανθρώπου-ποιητή να υμνεί το ανύπαρκτο. Αν λοιπόν παλαιότερα, το 1983, ο Φωστιέρης χαρακτήρισε εν γένει τη σύγχρονη ποίηση ως «μια περιπλάνηση στη νύχτα του τίποτα», αυτός ο χαρακτηρισμός επαληθεύεται και θα έλεγα υπηρετείται πρωτίστως από τη δική του ποίηση.
Προσδιορίζοντας το προηγούμενο έργο του Φωστιέρη ως μια πορεία προς τον υπαρξιακό μηδενισμό, την απόλυτη παραδοχή του μη όντος, ή ως διερεύνηση του κενού κέντρου της ανθρώπινης ύπαρξης, οδηγούμαστε στον πυρήνα των ποιημάτων της συλλογής Θάνατος ο δεύτερος. Τα ποιήματά της είναι αποσαρκωμένα από ό,τι ονομάζουμε βιωματικό υλικό, ίχνη του οποίου συναντούμε σποραδικά σε λιγοστά ποιήματα και στίχους, όπως στα ολιγόλεξα μέρη που συνθέτουν τα «Υλικά κατεδαφίσεων – υλικά οικοδομών»: «Ο ουρανός / Με τόσα γιασεμιά / Τη νύχτα» ή «Στις απορρώγες / Εξοχές / Του στήθους της».
Η όποια ανθρώπινη εμπειρία, λοιπόν, έχει φιλτραριστεί ή κατακαθίσει στο καταστάλαγμα της ζωής και της ποίησης, όπως στο αποφθεγματικής διαπίστωσης ποίημα «Ανταπόδοση»: «Δες πόσο μίζερη καμιά φορά η γλώσσα / Πόσο αχάριστη. // Το πιο μεγάλο δώρο / Το ανταπέδωσε / Με το μικρότερο / Μικρό της ρήμα: // “Ζω”». Αν, σύμφωνα με το μη βιωματικό περιεχόμενό τους και τον διαπιστωτικό χαρακτήρα τους, τα ποιήματα της συλλογής μπορούν να προσδιοριστούν ως μια πνευματική-οντολογική ποίηση, σημαδεμένη από την απουσία της μεταφυσικής πίστης, η οποία είναι κατά βάση διανοητική, αυτό δεν σημαίνει ότι είναι και ψυχρή. Η στοχαστική, άλλοτε ειρωνική και άλλοτε στωική, ενάσκηση στη διά της ποιητικής δημιουργίας αποδοχή της ματαιότητας της ζωής θερμαίνεται από τον ελεγειακό τόνο, σε ποιήματα π.χ. όπως το «Ψιχία ψυχής» ή το «Αιωνιότητα».
Γι’ αυτό και η συλλογή μπορεί συνολικά να χαρακτηριστεί μία στοχαστική ελεγεία. Είχα γράψει παλαιότερα ότι η ποίηση του Φωστιέρη είναι «μια διανοητική διερεύνηση του (κενού) κέντρου της ανθρώπινης ύπαρξης, διερεύνηση η οποία υποβάλλει και γοητεύει επειδή η αποθαρρυντική γειτνίαση στην αίσθηση του τίποτα ισορροπεί με την αποφασιστική αντοχή της ποίησης να ποιεί σε αισθητικό ον το μη ον». Ετσι λοιπόν και σε αυτό το βιβλίο η πικρή συνείδηση του τίποτα γίνεται ένας διηνεκής ελεγειακός ύμνος στο εγκόσμιο και το ουράνιο τίποτα.
Ανάμεσα στα ποιήματα της συλλογής ξεχωρίζω το «Κρυφό σονέτο» με την αφιέρωση: «Του Κ.Γ.Κ.». Τα αρχικά δηλώνουν τον Καρυωτάκη, στην ισχυρή ζωντανή μνήμη του οποίου ο Φωστιέρης αφιερώνει αυτό το σονέτο, αλλά με αναδιαταγμένους τους στίχους του στη φόρμα του ελεύθερου στίχου. Με το ποίημα εκφράζεται η ψυχοσυναισθηματική συγγένεια με τον παλαιότερο αγαπημένο ποιητή και επίσης μαρτυρείται η ικανότητα του Φωστιέρη, όταν το επιλέγει, με οικονομία και μέτρο, να γράφει ποιήματα με αμεσότερα λυρικό τόνο.
