ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Αργυρώ Μαντόγλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Οι λευκοί χρειάζεται να εκπροσωπούν μόνο τον εαυτό τους, όχι μια ολόκληρη φυλή» θα πει ένας από τους χαρακτήρες προς το τέλος του πολυφωνικού μυθιστορήματος της Εβαρίστο που απέσπασε το βραβείο Μπούκερ για το ’19 –εξ ημισείας με την Μάργκαρετ Ατγουντ-, δηλώνοντας (με αυτή τη φράση) και έναν από τους στόχους της συγγραφέως: η αποδόμηση των στερεοτύπων για τη μαύρη φυλή και τις μαύρες γυναίκες, παρουσιάζοντας την ιδιαίτερη φωνή, τη διαφορετική πορεία και εξέλιξη δώδεκα μαύρων γυναικών.

Αναμφίβολα η ταυτότητα της κάθε μιας επηρεάζεται όχι μόνο από την επικρατούσα ιδεολογία, αλλά και από την εικόνα που έχει η ίδια για τον εαυτό της, ενώ, τώρα, περί τα τέλη της δεύτερης δεκαετίας του εικοστού πρώτου αιώνα, για κάποιες από αυτές, σήμανε η ώρα της μετατόπισής τους από το περιθώριο στο κέντρο των εξελίξεων -τόσο στην οικονομία όσο και στην παραγωγή πολιτισμικών προϊόντων.

Ο κύριος χαρακτήρας είναι η Αμα Μπονσού, μια μαύρη λεσβία θεατρική συγγραφέας, που στα πενήντα της, μετά από πολλές δοκιμασίες και απορρίψεις, βλέπει το νέο έργο της να ανεβαίνει στο Εθνικό Θέατρο του Λονδίνου. Η επιτυχία την έχει βρει απροετοίμαστη, άγχος, αλλά και κάποια παλιά τραύματα έρχονται στην επιφάνεια, καθώς και μια σειρά από καινούργιες αγωνίες: πώς θα διαχειριστεί την επιτυχία, πώς θα αντιμετωπίσει τους σημαντικότερους ανθρώπους που πέρασαν από τη ζωή της και έχουν έρθει στην πρεμιέρα του έργου της –Η τελευταία Αμαζόνα της Δαχομέης- για να μοιραστούν την καταξίωσή της.

Μετά από δεκαετίες στο περιθώριο, πολεμώντας το κατεστημένο που την απέκλειε, η Αμα βιώνει τώρα την επιτυχία, καθώς ήρθε ο καιρός που η συντηρητική κοινωνία άρχισε να απορροφά αυτό που κάποτε ήταν ριζοσπαστικό, ενώ έντρομη διαπιστώνει πως πάντα, βαθιά μέσα της, έλπιζε να προσχωρήσει σ’ αυτήν.

Την ιστορία της Αμα ακολουθούν, σε αντίστοιχα κεφάλαια, άλλες έντεκα γυναίκες που περιφέρονται μέσα στον χρόνο. Ενας εκ των χαρακτήρων είναι η Κάρολ που από μια φτωχογειτονιά του Λονδίνου πήρε υποτροφία, σπούδασε στην Οξφόρδη και τώρα βιώνει κι αυτή τη δική της επιτυχία. Εργάζεται σε τράπεζα επενδύσεων, καταξιωμένη και καλοπληρωμένη με λευκό σύζυγο.

«Το θέμα είναι να έχει το πάνω χέρι», να μην την αμφισβητούν λόγω χρώματος, γιατί είναι σικάτη, έξυπνη, μορφωμένη και έχει αφήσει πίσω το μίζερο παρελθόν της και έναν βιασμό που υπέστη στην εφηβεία από λευκό αγόρι -εμπειρία που δεν έχει μοιραστεί ποτέ με κανέναν- αλλά που εν πολλοίς ευθύνεται για την απόφασή της να αλλάξει στρατόπεδο και να προσχωρήσει στους νικητές αυτού του κόσμου. Ωστόσο, παρά την άψογη εμφάνισή της και την τακτοποιημένη ζωή της, πάντα νιώθει μέσα της ετοιμόρροπη και ανασφαλής.

Ακολουθούν οι ιστορίες των υπόλοιπων γυναικών άλλες νέες που ψάχνουν τη σεξουαλική του ταυτότητα στο σύγχρονο Λονδίνο, άλλες ώριμες και κατασταλαγμένες, αλλά και κάποιες ηλικιωμένες, όπως η Χάτι (93) που μένει σε μια φάρμα στη Βόρεια Αγγλία.

Σ’ αυτό το πολυπρόσωπο και πολυφωνικό μυθιστόρημα, όπου έχουν συμπεριληφθεί πλήθος ανθρώπινων εμπειριών, οι ιστορίες έχουν μια χαλαρή σύνδεση μεταξύ τους, καθώς βλέπουμε πρόσωπα που έχουμε ήδη συναντήσει σε άλλο ρόλο ή άλλη χρονική στιγμή, αποκτώντας έτσι και μια άλλη οπτική της περιπέτειάς τους.

Το «Κορίτσι, γυναίκα, άλλο» είναι γραμμένο σε υβριδική φόρμα, κι αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο επίτευγμα της συγγραφέως (που μεγάλωσε στο Λονδίνο από Νιγηριανό πατέρα και Αγγλίδα μητέρα). Με «ήπιο» τρόπο περνάει από την πρόζα στην ποίηση, οι αράδες της είναι μακροσκελείς, χωρίς τελεία ανάμεσά τους, αλλά με καίριες παύσεις –κενά ή σύντομους διαλόγους- που καθιστούν την ανάγνωση μια διαφορετική εμπειρία. Επειτα από μερικές σελίδες «βρίσκεις» τον ρυθμό και βρίσκεσαι να ακολουθείς τον τρόπο που μιλούν και σκέφτονται οι ηρωίδες, οι οποίες με έναν δήθεν χαλαρό κι ανάλαφρο λόγο μοιράζονται τις πιο επώδυνες, τις πιο τραυματικές αλήθειες.

Ο ρατσισμός, οι φυλετικές διακρίσεις, η δυσκολία ενσωμάτωσης, το κόστος της αφομοίωσης, αλλά και η δραματική ανισότητα που έχουν υποστεί, ο φεμινισμός και η εξέλιξή του, οι τράπεζες σπέρματος και η ανάγκη αναπαραγωγής, περιγράφονται με χιούμορ και διάθεση σαρκασμού. Οι ηρωίδες της Εβαρίστο έχουν η καθεμία διαφορετικό σεξουαλικό προσανατολισμό, κάποιες είναι λεσβίες, άλλες παντρεμένες, άλλες μόνες, αλλά και μη δυαδικές, δηλαδή πέρα από τα δύο φύλα, και άλλες ψάχνουν εναγωνίως την ταυτότητά τους, αλλάζοντας ακόμα και το όνομά τους.

«Το Μόργκαν (όχι πια Μέγκαν) έχει αυτοπροσδιοριστεί ως ελευθερόφυλο εδώ και έξι χρόνια, έμαθε να παραμένει ψύχραιμο όταν οι άνθρωποι δεν χρησιμοποιούν ή δεν καταλαβαίνουν το ουδέτερο γένος που προτιμάει».

«Οι μαύροι θα πρέπει να μάθουν να μιλάνε και οι λευκοί ν’ άκουνε», είχε γράψει παλιότερα ο Αφρικανός ποιητής Mongane Wally Serote, απηχώντας την ανησυχία και τον προβληματισμό πολλών σύγχρονων συγγραφέων της μετααποικιακής εποχής. Σε πολλά έργα της σύγχρονης παραγωγής από μαύρους δημιουργούς εντοπίζεται η ανάγκη κατανόησης της Ιστορίας, ο προβληματισμός για την αναβίωση του ρατσισμού, αλλά και η αναζήτηση μιας πολιτιστικής ταυτότητας ιδιαίτερα σε χώρους δράσης όπως η Βρετανία, όπου η προνομιούχα λευκή πλειοψηφία είχε την τάση, εδώ και αιώνες, να ελέγχει και να προωθεί τη δική της λογοτεχνική παραγωγή.

Εδώ ωστόσο βλέπουμε πως η συγγραφέας έχοντας ενσωματώσει τις τεχνικές του μοντερνισμού, που φυσικά είναι αποτέλεσμα της δυτικής παιδείας της, δεν εγκλωβίζεται σε αυτές και, τολμώντας να προχωρήσει πέρα από τις συμβάσεις, «παντρεύοντας» τις παραδόσεις, κατορθώνει να μεταφέρει κάτι από τον ρυθμό και το ηχόχρωμα άλλων φωνών, δημιουργώντας ένα εντυπωσιακό, πολύχρωμο παλίμψηστο -κι αυτό είναι το επίτευγμά της.

Η έμπειρη μεταφράστρια Ρένα Χατχούτ καταφέρνει να αποδώσει με μαστοριά αυτόν τον πυκνό και ετερόκλητο λόγο, να μεταφέρει πειστικά διφορούμενους όρους, τη σλανγκ και το χιούμορ των διαλόγων, αλλά κυρίως τον απολαυστικό ρυθμό του κειμένου.