Ενα μεγάλο μέρος της ποίησης του Χάρη Βλαβιανού δεν αποτελεί παρά ανάπτυξη του ερωτήματος του τίτλου «ΠΟΙΟΣ;» στο ακροτελεύτιο ποίημα της συλλογής Μετά το τέλος της ομορφιάς, με το οποίο ολοκληρώνεται και η μεγάλη συγκεντρωτική έκδοση H εύθραυστη επικράτεια των λέξεων (Ποιήματα-Σχεδιάσματα-Μεταγραφές 1991-2003). Στο επίκεντρο αρκετών ποιημάτων του βρίσκεται μια κοσμοπολίτικη ιστορία που τα έχει όλα: εξωτικά σκηνικά (από την Αθήνα στη Μύκονο και τις Σπέτσες, κι από κει στην Ιταλία και τη Βραζιλία), διαλυμένες οικογένειες και επώδυνους χωρισμούς, αναγνωρίσεις και περιπέτειες, χρεοκοπίες και τοκογλύφους, ετεροθαλή αδέλφια, πατριούς και μητριές, κυρίως, όμως, έναν αδιάφορο πατέρα και μιαν ανάλγητη, απορφανισμένη από αισθήματα και χειριστική μητέρα.
Αυτό το οικογενειακό σφαγείο, που επιβεβαιώνει το γνωστό ρητό «Κάθε δυστυχισμένη οικογένεια είναι δυστυχισμένη με τον δικό της τρόπο», αποτελεί το δικό του προσωπικό «τραύμα», το οποίο δεν παύει να αναζητά τη λυτρωτική του έκθεση. Τμήματα αυτού του υλικού τροφοδοτούν συνεχώς την ποίηση του Βλαβιανού και αναπλάθονται με επαναληπτικό τρόπο σ’ αυτήν όσο και στα δύο τελευταία πεζογραφήματά του.
Το βασανιστικό κρυφό ερώτημα που λάνθανε στον ημιτελή τίτλο του προηγούμενου πεζογραφήματος (Το αίμα νερό, Πατάκης 2014), επανέρχεται υψωμένο στο τετράγωνο. Αν εκεί το «εγώ» του αφηγητή προσπαθούσε να λύσει τους παιδιόθεν οικογενειακούς κόμπους των σχέσεων με τους γονείς του, εδώ τον λόγο θα πάρει η αδελφή του. Το (οικογενειακό) «μυθιστόρημα» των σαράντα πέντε αριθμημένων «πράξεων» δίνει τη θέση του σε σαράντα ανάλογου ύφους και μορφής θρυμματισμένες ψηφίδες ενός «δραματικού αποσπασματικού μονολόγου», και τη φωνή του αφηγητή/συγγραφέα, που ήταν κρυμμένη πίσω από το αφηγηματικό δεύτερο πρόσωπο, αντικαθιστά η «φανταστική» φωνή της αδελφής. Η Μαρίνα [Marina Moncada di Monforte (1967-2017)] ανεβαίνει στη σκηνή και μιλά με τη δική της φωνή για τη δική της ιστορία.
Τι λέει, λοιπόν, στο «κύκνειο άσμα» της η Μαρίνα ή, καλύτερα, η ανθρώπινη σκιά της με το αποστεωμένο σώμα και το πρόσωπο χαραγμένο από βαθιές ρυτίδες; Εποπτεύοντας την ιστορία της από ένα προνομιακό σημείο μετά το τέλος, η Μαρίνα αφήνεται στους ελεύθερους συνειρμούς της μνήμης. Λέει, ξανά και ξανά, τον λόγο για τον οποίο οδηγήθηκε στα ναρκωτικά, περιγράφει το μακάβριο φλερτ της με τον θάνατο στην απεγνωσμένη της προσπάθεια να επουλώσει παιδικά ψυχικά τραύματα και ενοχικά σύνδρομα, αναθυμάται περιστατικά που σημάδεψαν τη ζωή της, τη σπατάλη, καλύτερα, μιας ολόκληρης ζωής: από τα δεκαπέντε της, όταν για πρώτη φορά δοκίμασε ουσίες, μέχρι και την ημέρα του θανάτου της, όταν, μόνη και αβοήθητη, κατέρρευσε οριστικά.
Στις σελίδες ανάμεσα, η μονολογίστρια, ταπεινωμένη και καταφρονεμένη, βουτηγμένη στην ντροπή, γεμάτη φόβους και ενοχές, περιφέρει με δύσθυμα βήματα το σκελετωμένο σώμα της και την πονεμένη της ψυχή από τους δρόμους των Εξαρχείων και τα παγκάκια της πλατείας Βάθη ώς τα σοκάκια της Ρώμης και διάφορες κοινότητες απεξάρτησης στις συνεχόμενες αποτυχίες επανένταξης.
Μοναδικές στιγμές ευτυχίας, οι συναντήσεις με τον αδελφό. Κι αυτές λιγοστές, όχι μόνο λόγω δολοπλοκιών από τη μεριά της μητέρας, αλλά και εξαιτίας του δικού της φόβου για «αποδοκιμασία, περιφρόνηση, άρνηση» εκ μέρους του. Ενάντια στον χειριστικό «λόγο» της μητέρας που κάλυπτε μια ζωή τη δική της φωνή, η Μαρίνα τολμά ν’ αρθρώσει τη δική της εκδοχή κι αγωνίζεται ν’ αποδείξει ότι: «Δεν είμαι το πρεζόνι που της κατέστρεψε τη ζωή. Εκείνη κατέστρεψε εμένα».
Αμφιβόλου πατρός, μεγαλωμένη με τη γιαγιά, με τη «μαμά» μονίμως απούσα ή ωσεί παρούσα και με τον αδελφό της μακριά, η Μαρίνα είναι ήδη «ανέστια» από μικρή, πριν ακολουθήσει τον δύσκολο δρόμο της. «Μόνο αληθινό σπίτι που είχα ήταν το σώμα μου. Και επειδή το μισούσα, το κατέστρεφα» λέει η ίδια, αναζητώντας στο όνειρο της οριστικής ήττας χαρά και ηδονή: «Ηταν ο μόνος τρόπος να κάνει τη “μαμά” να πονέσει». Κι όταν αυτή βγαίνει «από τη σκηνή» πριν από τη Μαρίνα, τα συγκλονιστικά ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα: «Πώς να μισώ μια οριστικά απούσα;», «Πώς να μισήσω στάχτες;» ή: «Την αγάπησα άραγε ποτέ; Με αγάπησε άραγε ποτέ;».
Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Βλαβιανός θα πει την ιστορία της. Η Μαρίνα πρωταγωνιστεί σε πολλά ποιήματα. Παίρνει τον λόγο στο «Μαρίνα» της συλλογής Adieu (1996) και σ’ ένα από τα δώδεκα ποιήματα της αυτοβιογραφικής ενότητας «Λεύκωμα. Χρονικά αγάπης και απωλείας», και πρωταγωνιστεί στο «Errata» της ενότητας «Μαύρο Γάλα», ακόμα μία συσσωμάτωση αυτοβιογραφικών ποιημάτων στη συλλογή Ο Αγγελος της ιστορίας (1999). Περιστατικά της οικογενειακής τους ιστορίας θα βρουν τον δρόμο τους για την «πεζογραφική» αναδιήγησή τους στα δύο πεζά, διατηρώντας όμως την πύκνωση και την αφαιρετική οικονομία της ποίησης, συνδυασμένη με τη θέρμη του εξομολογητικού λόγου.
Ούτε από την πρόσφατη Αυτοπροσωπογραφία του λευκού (2018) λείπουν τα αυτοβιογραφικά ποιήματα και οι σχετικές αναφορές «στα αίτια της οικογενειακής κρίσης / και τις ψυχαναλυτικές προεκτάσεις του ζητήματος» (στο ποίημα: «Το βιβλίο της ζωής είναι πάντοτε ανοιχτό σε μια τυχαία σελίδα») αλλά και τα προβλήματα που παρουσιάζει ο αυτοβιογραφικός χώρος, καθώς η αφήγηση δραματικών επεισοδίων από την παιδική ηλικία περιπλέκει τα πράγματα, καταρχάς για το ίδιο το διχασμένο υποκείμενο που αναγκάζεται να μεταφερθεί «από το βολικό παρόν, που έχει με τόσο κόπο κατασκευάσει, / στο οδυνηρό παρελθόν κάποιου ξένου» (στο ποίημα: «Τα φωνήεντα ως γνωστόν φωνάζουν»).
Η υποψιασμένη «προσήλωση στον εαυτό» και η ανασκαφή του οικογενειακού αρχείου με ανανεωμένους κάθε φορά υφολογικούς τρόπους δεν αποτελεί «νοσηρό ναρκισσισμό», αλλά βαθύτερη ανάγκη του ποιητικού υποκειμένου, σύμφυτη με την ίδια τη δημιουργία. Εργο και βιογραφία συμβαδίζουν, και η δεύτερη περνά στο πρώτο είτε απευθείας ως καταγραφή είτε αντιδραστικά, ως απώθηση, μετουσίωση και εξιδανίκευση.
