Στο ευρύτερο πεδίο της κίνησης του βιβλίου στη χώρα μας, εκτός από τη συμβολή των γνωστών «υπόπτων» (συγγραφέων, μεταφραστών, επιμελητών, τυπογράφων, επιμελητών, βιβλιοπωλών, κριτικών κ.λπ.), σίγουρα δεν πρέπει να ξεχνάμε τη γέφυρα μεταξύ όλων αυτών που είναι ο πολιτιστικός ρεπόρτερ. Δεν είναι μόνο δημοσιογράφος, ούτε απλώς ενεργός αναγνώστης, δεν είναι ακριβώς βιβλιοκριτικός, δεν είναι ο αόρατος μέσω του οποίου περνά η είδηση μέχρι τον αναγνώστη. Είναι ο ερευνητής, ο δραστήριος γραφιάς, ο θεατής και ο αναγνώστης, ο αυτόπτης μάρτυρας, εν ολίγοις ο γεφυροποιός που καθιστά γνωστό το πολιτιστικό γεγονός, ώστε να κινητοποιηθούν οι υπόλοιποι.
Η Ολγα Σελλά είναι μια από αυτές τις γραφίδες που εμφανιζόταν για είκοσι και πλέον έτη ως απεσταλμένη της «Καθημερινής» εκεί όπου παλλόταν η καρδιά του πολιτισμού –ή οι καρδιές του καλύτερα– και έπαιρνε τον σφυγμό του. Συνεντεύξεις, ειδησεογραφία, σχόλια, χρονικά, βιβλιοπαρουσιάσεις, ανταποκρίσεις, εγκώμια και νεκρολογίες, κριτικές, μονόστηλα και πολύστηλα μνημεία για τη ροή που πρέπει να καταγραφεί.
Στο προκείμενο βιβλίο της, η απολαυστική της αφήγηση είναι εν μέρει βιογραφία της ίδιας, αλλά και κάθε δημοσιογράφου που ξεκινά με ανασφάλειες, αλλά συνεχίζει με όλο και περισσότερες εμπειρίες, γνωριμίες και μεστά βιώματα. Είναι που διασταυρώνεται η ζωή της με το πολιτισμικό γίγνεσθαι μιας χώρας από την άνοδο των εκδόσεων και των αντίστοιχων σελίδων στα έντυπα μέχρι την παρακμή, που ωστόσο δεν έχει χάσει τον παλμό της. Επάλληλοι κύκλοι ξεκινούν από μια πρωτοπρόσωπη αυτοβιογραφία, εκτείνονται σε θέματα πολιτικής βιβλίου, στα δημοσιογραφικά χωράφια και τις εφημεριδογραφικές πρακτικές και απλώνεται ώς το πολιτισμικό πεδίο και τον ευρύτερο κοινωνικοπολιτικό χώρο της Ελλάδας στα τέλη του 20ού και στις αρχές του 21ου αιώνα. Η αυτοβιογραφία ανεπαίσθητα γίνεται πολιτισμική ιστορία.
Αντι να διαβάσουμε τα πολυάριθμα ρεπορτάζ της Ολγας Σελλά, διαβάζουμε –μέσω της ανασκόπησής τους– τόσο τα ίδια τα γεγονότα όσο και τα σχόλια της δημοσιογράφου, τα μετασχόλιά της για μια εικοσαετία: από τα συνέδρια προς τιμήν δημιουργών (π.χ. Σεφέρης 1996) ώς την ίδρυση και την πορεία του ΕΚΕΒΙ και από τα Νόμπελ (π.χ στον Γκίντερ Γκρας) μέχρι τους θανάτους που «κάλυψε» η ίδια (Φραγκιάς, Αναγνωστάκης, Κουμανταρέας κ.λπ.). Αυτά τα περί το βιβλίο γεγονότα συμπλέκονται με τον ευρύτερο χώρο του πολιτισμού (θέατρο, αρχαιότητες, κινηματογράφος) αλλά και με το κοινωνικοπολιτικό στίγμα των δύο αυτών δεκαετιών. Ετσι, μέσα στο «Πόσες λέξεις;» φαίνεται η ακμή του χώρου με τα βραβεία, την άνοδο του αριθμού των ετήσιων τίτλων, τις μετεγγραφές συγγραφέων, τα φεστιβάλ και τις εκθέσεις, το άνοιγμα πολυχώρων μέχρι που το πρώτο μνημόνιο κατά βάση σήμανε την παρακμή με την ανασφάλεια, το κλείσιμο εκδοτικών οίκων, τη μείωση των κυκλοφορούμενων βιβλίων και τη ματαίωση ποικίλων εκδηλώσεων. Οι προ Μνημονίου και η μετά Μνημόνιον εποχές αναδεικνύονται ανάγλυφα μέσα από τα λόγια της Ολ. Σελλά, μέσα από τη χρονική εξιστόρηση σταθμών και μεταιχμίων.
Εμαθα πολλά από το βιβλίο. Θυμήθηκα άλλα, διασταύρωσα ειδήσεις, είδα τα γεγονότα στον άξονα της Ιστορίας. Με πανοραμικό τρόπο ανασκόπησα μια εποχή. Διέτρεξα μαζί με τη συγγραφέα τα σημεία όπου το βιβλίο συναντά την εφημερίδα, την πολιτική, τη διεθνή πραγματικότητα.
Νομίζω –και ως πεδίο σκέψης για ανάλογα εγχειρήματα από επόμενους ρεπόρτερ– ότι θα ήθελα περισσότερες πληροφορίες για το παρασκήνιο της πολιτιστικής μας ζωής, όχι με σκοπό να γίνουμε οι «Κατίνες» του βιβλιοχώρου αλλά για να μάθουμε ότι πέρα από τα εμφανή, ωραία ή ωραιοποιημένα, συμβάντα κινούνται άνθρωποι και θεσμοί με αντιδεοντολογικό τρόπο. Και νομίζω ότι θα ήθελα περαιτέρω να διαβάσω ευρύτερες σκέψεις και πιο διευρυμένους συλλογισμούς για την κουλτούρα μας, πώς προχώρησε, πού εμποδίστηκε, ποια χαρακτηριστικά της σημάδεψαν την ελληνική ζωή, ποιες αλλαγές σημειώθηκαν που άλλαξαν τον ρου.
Τέτοιες απόπειρες, όπως αυτή της Ολγας Σελλά, αξίζουν πολύ, γιατί μετατρέπουν το εφήμερο ρεπορτάζ σε χρονικό μιας εποχής και κοσκινίζουν τα άπειρα μικροσυμβάντα σε γεγονότα-σταθμούς. Το βιβλίο δηλαδή γίνεται ζώσα Ιστορία, που καταγράφει αλλά και συνδέει σε ένα ενιαίο πλαίσιο τον πολιτισμό με την κοινωνική πραγματικότητα.
