Στη μυθοπλασία ο αναγνώστης προσέρχεται με προσωπική του ευθύνη, διατηρώντας το δικαίωμα της ελευθερίας του ως προς την ερμηνεία του κειμένου, ενεργοποιώντας τον νου και τη φαντασία του, υπενθυμίζει η Ελενα Μαρούτσου στο έβδομο βιβλίο της, Θηριόμορφοι (εκδόσεις Πόλις, Μάρτιος 2020).
Το μυθιστόρημα παρακολουθεί τη συνάντηση του μεσήλικα Σπύρου, φερέλπιδος συγγραφέα άλλοτε, που πλέον διδάσκει λογοτεχνία στο πανεπιστήμιο, με μια νέα γυναίκα, τη Μαρίνα, ηθοποιό από την Ιταλία. Ο Σπύρος πενθεί την απώλεια της γυναίκας του Βέρας, η οποία ζει διαρκώς στη σκέψη του, και αναρωτιέται αν «το να κάνεις το τραύμα σου τέχνη είναι ένα είδος θεραπείας ή ένας τρόπος να κρατάς ανοιχτή την πληγή». Η Μαρίνα πάσχει από «σπινθηροβόλο σκότωμα», φορά γάζες στα μάτια και μοσχοβολάει αιθέριο έλαιο τριαντάφυλλου. Διόλου τυχαία, οι διαδρομές τους θα συναντηθούν στην Κρακοβία, σε μια πόλη που σαν να υπενθυμίζει ότι «η νοσταλγία είναι μια τρύπα που δεν κλείνει ποτέ».
Η ιστορία −και η γνωριμία του αναγνώστη με δυο τραυματισμένους ανθρώπους, που σταδιακά αντιλαμβάνεται ότι τους συνδέουν περισσότερα από όσα αρχικά είχε θεωρήσει− θα εξελιχθεί με διαδοχικές αφηγήσεις σε πρώτο πρόσωπο, από τον Σπύρο στο πρώτο μέρος, από τη Μαριάννα στο δεύτερο και θα ολοκληρωθεί από τον παντογνώστη αφηγητή στο τρίτο μέρος, ως υπόμνηση εκ μέρους της Μαρούτσου ότι ο συγγραφέας είναι πανταχού παρών («αλλά όχι ταυτόχρονα») όποια οπτική γωνία κι αν επιλέξει στην αφήγησή του − και καταδικασμένος να πεθάνει λιωμένος μες στις σελίδες του βιβλίου όταν ο αναγνώστης το κλείσει.
Στους Θηριόμορφους, οι ήρωες είναι θηρία και μαζί ανυπεράσπιστα θηράματα, ζουν το ατελές παρόν αλλά σκαλίζουν σαν επίμονοι κηπουροί το παρελθόν όπως το έχει παραχαράξει η μνήμη, για να κερδίσουν ίσως κάποιο μέλλον. Το πρόσωπο όμως που βρίσκεται εν τέλει στο επίκεντρο του πολυπρισματικού αυτού μυθιστορήματος και συνδέει τους δύο ήρωες είναι η νεκρή Βέρα, που δική της φωνή δεν έχει, και έτσι «το χαρτί είναι το σώμα της»: από τις λέξεις των άλλων μαθαίνουμε γι’ αυτήν πως η ευτυχία της καταστράφηκε ήδη στην παιδική της ηλικία, αφού «ο μύθος τρέφεται με τα δυσώδη αποφάγια της πραγματικότητας».
Η Μαρούτσου, και σε αυτό το βιβλίο της, στρώνει ευφυώς τα σεντόνια της μυθοπλασίας: Επιλέγει ως τόπο δράσης τη σύγχρονη Πολωνία −την Κρακοβία των αντιθέσεων, μα και το εφιαλτικό Αουσβιτς− αλλά με αναδρομές μάς οδηγεί επίσης στη νότια Ιταλία της δεκαετίας του 1950 και στην αστική Χίο του Κάμπου αργότερα. Ψηφίδες του κόσμου, ψηφίδες του χρόνου, ένα δωμάτιο με κάτοπτρα όπου οι αφηγηματικές φωνές εναλλάσσονται (αν όντως εναλλάσσονται), με τον βαθμό αληθείας των όσων εξιστορούνται να τίθεται εσκεμμένα εν αμφιβόλω.
Σε αντίστιξη, η Μαρούτσου αξιοποιεί ως ντοκουμέντα αποτύπωσης της στιγμής τις φωτογραφίες της Laura Makabresku, φωτογραφίες που άλλοτε υπαινικτικά συνομιλούν με το κείμενο και άλλοτε το «εικονογραφούν» −σαν ποίηση που σιωπά, όπως μας παρέδωσε ο Πλούταρχος ότι έλεγε ο Σιμωνίδης για τη ζωγραφική− με την κάθε φωτογραφία να δημιουργεί πλήθος συνειρμών και να υπογραμμίζει, επιβεβαιώνοντας τον Ρολάν Μπαρτ (Ο φωτεινός θάλαμος) ότι το παρελθόν είναι χάρη σε αυτήν τόσο βέβαιο όσο και το παρόν. Ή, όπως το έθεσε ο Εντουάρντο Καντάβα, σε συνέντευξή του στον Δημήτρη Κεχρή («Εφ.Συν.»), η φωτογραφία «έχει να κάνει ταυτόχρονα με τη μνήμη και με τη λήθη, με την επιβίωση και την καταστροφή» − όπως και οι ήρωες των Θηριόμορφων.
Η σχέση των εικαστικών με τη λογοτεχνία (ενδιαφέρον το οποίο φανερώνουν και οι ανάλογες μεταπτυχιακές σπουδές της Μαρούτσου) δεν απασχολεί για πρώτη φορά τη συγγραφέα. Αν στο προηγούμενο μυθιστόρημά της (Δύο, Κίχλη 2018) συνομίλησε με τις φωτογραφίες της Ντιαν Αρμπους μέσω των σκίτσων της Εύης Τσακνιά, ήδη στο Μεταξύ συρμού και αποβάθρας (Καστανιώτης, 2008) τα κεφάλαια του βιβλίου συνδιαλέγονταν με τους πίνακες του Ρενέ Μαγκρίτ.
Εξακολουθώντας τη διερεύνηση της σχέσης της λέξης με την εικόνα, η Μαρούτσου επιχειρεί να διευρύνει τα όρια της γραφής υπέρ του ενεργητικού αναγνώστη. Ή, για να το πούμε με τα λόγια του Εμπειρίκου, «Και τώρα που άνοιξε και έκλεισε ο φωτοφράκτης […] ιδού που μεταλλάσσει πλήρως την εικόνα∙ από μια στατική στιγμή (ας πούμε καρφωμένη) την μετατρέπει σε πολυκύμαντον χορόν ωρών και πλαστικών σωμάτων ευρυθμίας, σε οντοποίησιν απτήν και ασπαίρουσαν παντός οράματος, πάσης ευθυμίας».
