ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Αργυρώ Μαντόγλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Για πολλές δεκαετίες η επιστημονική φαντασία υπήρξε ένα μάλλον παρεξηγημένο είδος στο οποίο οι συγγραφείς της «καθαρόαιμης» λογοτεχνίας κατέφευγαν μόνο όταν το απαιτούσε η θεματική τους. Η δυστοπία αποτελούσε κυρίως το όχημα για πολιτικές αλληγορίες, νουθεσίες, προειδοποίηση για την αναπότρεπτη μετανάστευση πληθυσμών εξαιτίας της υπερθέρμανσης του πλανήτη, τον κίνδυνο κάθε τύπου ολοκληρωτισμού, την πατριαρχία, τις πανδημίες, τον καταναλωτισμό, την απληστία, την απώλεια της ταυτότητας και άλλα δεινά που μαστίζουν τις σύγχρονες κοινωνίες.

Στο έργο της Μάργκαρετ Ατγουντ παρουσιάζεται μια σημαντική μετατόπιση αρχής γενομένης από την «Ιστορίας της θεραπαινίδας, 1985», όπου η δυστοπία περιγράφεται, όχι τόσο για να μας προειδοποιήσει, αλλά για να τονίσει τα στοιχεία εκείνα που βρίσκονται σε μια επικίνδυνα αυξητική πορεία ή ήδη τα βιώνουμε εν αγνοία μας.

Σήμερα που -όπως γράφει ο Φρέντερικ Τζέιμσον σε κείμενό του για την Ατγουντ- «όλη η πεζογραφία μπορεί να θεωρηθεί επιστημονικής φαντασίας, καθώς το μέλλον και οι διάφορες εικασίες αρχίζουν να τήκονται σε μια όλο και πιο διάτρητη πραγματικότητα … τα έργα που παρουσιάζουν μια “μετα-αποκαλυψιακή” κατάσταση μας προετοιμάζουν για την εμφάνιση όσων περιγράφουν».

Σε κάθε μυθιστόρημά της η δαιμόνια εφευρετικότητα της συγγραφέως ανακαλύπτει συνεχώς παραλληλισμούς του μύθου με την πραγματικότητα, κατασκευάζοντας την ανάλογη υποβλητική ατμόσφαιρα. Πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές, η αναπαραγωγή, η μητρότητα, η γυναικεία χειραφέτηση, η διαδικασία της γραφής και η πατρότητα των κειμένων είναι κάποια μόνο από τα θέματα που συναντάμε και στις «Διαθήκες», (βραβείο Booker 2019), ενώ οι στοχασμοί για το τέλος του κόσμου, τους οικογενειακούς δεσμούς και την ίδια τη μυθοπλασία παρέχουν το έναυσμα για την αναζήτηση νέων τρόπων ερμηνείας και εξιστόρησης της πραγματικότητας, καθώς και νέους τρόπους επίλυσης των διαιωνιζόμενων κοινωνικών αδικιών.

Στις «Διαθήκες», ίσως για πρώτη φορά, διακρίνουμε τη διάθεση της συγγραφέως να φανεί πιο γενναιόδωρη με τους χαρακτήρες της, να αποδώσει δικαιοσύνη και να «τακτοποιήσει» εκκρεμότητες όχι μόνο από την «Ιστορία της θεραπαινίδας», της οποίας «Οι Διαθήκες» αποτελούν συνέχεια, αλλά και άλλα μελλοντολογικά βιβλία της, τώρα που το μέλλον όχι μόνο είναι εδώ, αλλά μπορεί και να μας έχει προσπεράσει.

Το μυθιστόρημα εναλλάσσεται ανάμεσα σε τρεις αφηγήτριες. Οι τρεις διαφορετικές οπτικές παρουσιάζονται ως μέρη ενός χειρογράφου -(Το ιδιόγραφο του Μεγάρου Αρντουα)- όπου καταγράφεται εν είδει διαθήκης ο απολογισμός της πρώτης αφηγήτριας και οι μαρτυρίες δύο άλλων γυναικών.

Η συγγραφέας του χειρογράφου είναι η «θεία Λίντια», πρώην δικαστής στην έδρα Οικογενειακού Δικαίου και αρχηγική μορφή του τοξικού κλειστοφοβικού κόσμου της Γαλαάδ. Η θεία Λίντια -η μόνη κάτοικος της Γαλαάδ που είδε να στήνεται και να λατρεύεται το άγαλμά της εν ζωή- είναι εκείνη που αποφασίζει να παραδώσει στους μεταγενέστερους τη δική της ιστορία αλλά και την ιστορία της απολυταρχικής θεοκρατούμενης αυτής χώρας, όπου ο ρόλος των γυναικών ήταν συγκεκριμένος και προκαθορισμένος με ελάχιστες αρμοδιότητες: της αναπαραγωγής (θεραπαινίδες), της φροντίδας (Μάρθες) ή της διαπαιδαγώγησης (Ικέτιδες).

Η θεία Λίντια είναι η μόνη που διαθέτει εξουσίες, γι’ αυτό και είναι σε θέση να πολεμήσει εκ των έσω το καθεστώς, να καταγράψει σε απόρρητα αρχεία τα βαρύτερα εγκλήματα της χώρας ελπίζοντας πως κάποτε θα έρθουν στο φως. Και πράγματι αποκαλύπτονται, όπως διαβάζουμε σε έναν μεταμυθοπλαστικό επίλογο στο πλαίσιο ενός συμποσίου εν έτει 2197, με θέμα την ολοσχερή καταστροφή της απολυταρχικής και μισογυνιστικής αυτής χώρας: «Το διεφθαρμένο, αιματοβαμμένο αποτύπωμα του παρελθόντος πρέπει να αποκαθαρθεί, ώστε να προκύψει ένα καθαρό πεδίο για την ηθικά εξαγνισμένη γενιά που καταφτάνει».

Η υπόθεση ξετυλίγεται δεκαπέντε χρόνια μετά τα γεγονότα που έλαβαν χώρα στην «Ιστορία της Θεραπαινίδας» -ένα κορίτσι ονόματι Αγκνες αφηγείται τα παιδικά της χρόνια στη Γαλαάδ όπου μεγαλώνει ως υιοθετημένη κόρη του κυβερνήτη Κάιλ και της συζύγου του Ταμπίθα. Η Αγκνες αγνοεί την προέλευσή της, την πραγματική της μητέρα, και έχει μια τρυφερή σχέση με την Ταμπίθα που λίγο αργότερα αρρωσταίνει και πεθαίνει. Η Αγκνες διαπαιδαγωγείται όπως όλα τα κορίτσια που προορίζονται για σύζυγοι κυβερνητών, ενώ παρατηρεί με δέος και τρόμο τις θεραπαινίδες που κυκλοφορούν ανάμεσά τους, ταπεινές και σχεδόν αόρατες, προορισμένες να φέρουν στον κόσμο μωρά για τις πιο προνομιούχες. Οι θεραπαινίδες είναι μηχανές αναπαραγωγής, χωρίς δικαιώματα και δεν μπορεί κανείς παρά να κάνει τον συνειρμό με τις παρένθετες μητέρες που «επιστρατεύουν» τη μήτρα τους ως μόνο όπλο επιβίωσής τους. Στη συνέχεια η Αγκνες μαθαίνει πως είναι και η ίδια κόρη μιας θεραπαινίδας, καταφέρνει με διπλωματία να αποφύγει τον γάμο και γίνεται μία από τις Ικέτιδες.

Ταυτόχρονα παρακολουθούμε και την τρίτη μαρτυρία της Ντέζι η οποία μεγαλώνει με τους θετούς γονείς της στον Καναδά όπου οι λιγοστοί δραπέτες της Γαλαάδ φυγαδεύονται μέσω ενός υπόγειου δικτύου. Η ζωή της αλλάζει δραματικά στα δέκατα έκτα γενέθλιά της και θα διεισδύει ως πράκτορας του Mayday (κίνημα για την απελευθέρωση των υπόδουλων της Γαλαάδ) στην περίκλειστη χώρα και θα συμβάλλει στην κατάρρευση του καθεστώτος.

Στο μυθιστόρημα περιγράφονται με λεπτομέρειες οι συνήθειες, η καθημερινότητα και οι κανόνες της Γαλαάδ, ωστόσο κάποια επεισόδια παραμένουν μέχρι το τέλος σκιώδη (όπως ο παιδόφιλος οδοντίατρος που βάζει το χέρι του στα κοριτσάκια). Ισως η Ατγουντ αποφάσισε πως δεν θέλει να υποβάλει σε περισσότερες δοκιμασίες τους χαρακτήρες της -«Οι Διαθήκες» προσφέρονται ως ένα δραστικό αντίδοτο στην «Ιστορία της Θεραπαινίδας»-, δίνοντας την ευκαιρία στις γυναίκες που πάλεψαν για την ελευθερία να σωθούν και να δικαιωθούν. Ενα καλό τέλος σε αυτή τη σκοτεινή ιστορία, που έχει τόσες ομοιότητες με την εφιαλτική πραγματικότητα πλήθους γυναικών ανά τον κόσμο, μπορεί να ήταν απαραίτητο όχι μόνο για τους χαρακτήρες, την ίδια τη συγγραφέα, αλλά και για τους αναγνώστες της.