ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Βασίλης Κάλφας
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η «μονοδοξία» είναι όρος της Π. Αθανασιάδη. Περιγράφει εύστοχα τη σταδιακή επιβολή της μίας και μοναδικής «δόξας» στο κοσμοπολιτικό πνευματικό περιβάλλον της όψιμης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, «την πορεία ενός ολόκληρου κόσμου προς τη μονόδρομη σκέψη».

Η διάδοση και η επιβολή του χριστιανισμού είναι η πιο εμφανής ριζική μεταβολή αυτής της περιόδου. Και αν ο χριστιανισμός, ως νέου τύπου ολοκληρωτική θρησκεία, είναι εκ φύσεως συνυφασμένος με την έννοια της ορθοδοξίας, ανάλογες μετατοπίσεις παρατηρούνται την ίδια εποχή και στο αντίπαλο στρατόπεδο των Εθνικών – η ανεκτικότητα δίνει βαθμιαία τη θέση της στη γενικευμένη μισαλλοδοξία.

Την καθηγήτρια Πολύμνια Αθανασιάδη το ελληνικό κοινό τη γνωρίζει κυρίως από το θαυμάσιο βιβλίο της για τον Ιουλιανό (Ιουλιανός: μια βιογραφία, ΜΙΕΤ 2001) – αναφέρεται και αυτό αναπόφευκτα στη σύγκρουση Εθνικών και χριστιανών. Ως ιστορικός ωστόσο των ιδεών, η ίδια έχει διερευνήσει τους μετασχηματισμούς στο εσωτερικό της ύστερης πλατωνικής φιλοσοφίας, που δείχνουν να οδηγούν σε παρόμοιες κατευθύνσεις (όπως δείχνει ο τίτλος του αμετάφραστου στα ελληνικά έργου της La lute pour l’ orthodoxie dans le platonisme tardif: de Numenius a Damascius, Παρίσι 2006).

Ενας «ολόκληρος κόσμος» δηλαδή, κατά τον 3ο και 4ο αιώνα μ.Χ., μετά το τέλος της δυναστείας των Αντωνίνων, δείχνει να έχει πλέον κουραστεί από την πολυφωνία και τους ανοιχτούς ορίζοντες, από τις πολλές προσφερόμενες «αιρέσεις του βίου» της ελληνιστικής φιλοσοφίας, και να προτιμά την ασφάλεια που προσφέρει η κάθε είδους ορθοδοξία: η αίρεσις βίου θα δώσει βαθμιαία τη θέση και το όνομά της στη μισητή χριστιανική αίρεση.

Διαβάζοντας το πολύτιμο βιβλίο της Αθανασιάδη συνειδητοποιείς πόσο λίγο γνωστή είναι η πνευματική ατμόσφαιρα αυτής της εποχής, που ονομάζουμε Υστερη Αρχαιότητα (με τον όρο που καθιέρωσε ο Αγγλος ιστορικός Peter Brown). Δεν είμαι σίγουρος αν έχουμε ακόμη υπερβεί τα σχολικά στερεότυπα, που δεν έβλεπαν στην εποχή αυτή τίποτα άλλο από τους διωγμούς των χριστιανών, που υποτίθεται ότι άρχισαν αμέσως μετά την ίδρυση της νέας θρησκείας, έστω και αν κατά τον Paul Veyne το ποσοστό των χριστιανών ακόμη και την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου δεν υπερέβαινε το 10-15% του πληθυσμού της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Ετσι οι περισσότεροι γνωρίζουμε τον αυτοκράτορα Δέκιο από τον μεγάλο διωγμό του 250 μ.Χ. κατά των χριστιανών, που συνδέθηκε με το όνομά του. Η Αθανασιάδη ωστόσο δείχνει ότι το διάταγμα του Δέκιου, που επέβαλε την τέλεση αιματηρών θυσιών στους κατοίκους της αυτοκρατορίας, δεν στρεφόταν ειδικά εναντίον των χριστιανών, αλλά είχε πρωταρχικό σκοπό την εμπέδωση ενός κλίματος ενότητας και ομοδοξίας μέσα στο πολυεθνικό αμάλγαμα μιας καταπονημένης και απειλούμενης αυτοκρατορίας.

Υπό την οπτική αυτή, ο Δέκιος μπορεί να θεωρηθεί, ως προς τα κίνητρά του, πρόδρομος του Κωνσταντίνου, έστω και αν οι χριστιανοί αποτέλεσαν μια «παράπλευρη απώλεια» αυτής της κίνησης (όπως άλλωστε και διάφοροι Πυθαγοριστές, Ερμητιστές ή Νεοπλατωνικοί, οι οποίοι επίσης διώχτηκαν, αλλά και ο ζωικός πληθυσμός της αυτοκρατορίας, όπως προσθέτει με χιούμορ η Αθανασιάδη).

Προσωπικά ωστόσο εντυπωσιάζομαι πιο πολύ από το γεγονός ότι, όταν ο Ρωμαίος αυτοκράτορας επιδιώκει μια μορφή θρησκευτικής ομογενοποίησης, δεν διανοείται να επιβάλει υποχρεωτική πίστη στο ρωμαϊκό πάνθεο, αλλά καταφεύγει στην οριοθέτηση που προφέρει μια τελετουργία: η θυσία των ζώων. Αν λοιπόν η λέξη «θρησκεία» συνδέεται αυτομάτως στο μυαλό μας με τον χριστιανισμό (και με τον επίγονό του, τον μωαμεθανισμό), τότε οι Ελληνες και οι Ρωμαίοι απλώς δεν είχαν θρησκεία.

Καθιερωμένες τελετουργίες βεβαίως είχαν και θρησκευτικές γιορτές, όχι όμως και κοινό δόγμα ούτε ιερό βιβλίο ούτε ιερατείο ούτε προσηλυτισμό. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, καταλαβαίνει κανείς πόσο ανοχύρωτη ήταν η αρχαία θρησκευτική πίστη απέναντι στην ορμητική χιονοστιβάδα του συμπαγούς χριστιανικού δόγματος. Και από την άλλη, πώς να ερμηνεύσει κανείς την κρίσιμη αρχαιοελληνική έννοια της ασέβειας, που οδήγησε, μεταξύ άλλων, στη θανατική καταδίκη του Σωκράτη και των Αθηναίων στρατηγών της ναυμαχίας των Αργινουσών; Ασέβεια ως προς τι και με βάση τι;

Επισημαίνω δύο ακόμη αρετές του βιβλίου.

Πρώτον, η εμμονή στην ιστορία και τη σημασία των λέξεων. Η Αθανασιάδη πιστεύει ότι η ιστορία των ιδεών είναι παράλληλη με την ιστορία των λέξεων. Ανιχνεύει λοιπόν στα κείμενα των χρονογράφων, των απολογητών και των φιλοσόφων της εποχής κομβικούς όρους, τους αναδεικνύει και παρακολουθεί τη σημασιολογική τους εξέλιξη (η «αίρεση» είναι ένα τέτοιο παράδειγμα). Το αποτέλεσμα είναι κατά κανόνα αποκαλυπτικό.

Δεύτερον, είναι εντυπωσιακό πόσος Πλάτων υπάρχει σε ένα βιβλίο, που τυπικά παρακολουθεί την άνοδο και την επιβολή του χριστιανισμού στον ρωμαϊκό κόσμο.

Ο Πλάτων δείχνει να βρίσκεται τόσο πίσω από την ιδεολογία του επίσημου χριστιανισμού των Επισκόπων και των Οικουμενικών Συνόδων (και τότε θυμόμαστε ότι είναι ο Πλάτων αυτός που στους Νόμους πρότεινε τη θανατική ποινή για τους ασεβείς) όσο και πίσω από τους αναχωρητές χριστιανούς μυστικούς, όπως ο Μάξιμος ο Ομολογητής και ο Συμεών ο Σαλός, που αντιστάθηκαν στην κυρίαρχη μισαλλοδοξία (αναζητώντας ίσως την πλατωνική «ομοίωση με τον θεό»).