Το βιβλίο Κάτι τρέχει με την οικογένεια του Δημήτρη Παπανικολάου επιχειρεί να συνδέσει σε ένα ισοσκελισμένο τρίγωνο τρεις κομβικές έννοιες: αυτήν της οικογένειας, της κρίσης και του αρχείου. Την εποχή της κρίσης η ελληνική οικογένεια, η κατεξοχήν ασφαλής μονάδα της ελληνικής κοινωνίας, δείχνει να βραχυκυκλώνει. Προσοχή όμως: δεν πρόκειται για μια παρακμή θεσμών και δεσμών. Η οικονομικοκοινωνική και πολιτική κρίση της τελευταίας δεκαετίας δεν επιφέρει την κρίση των οικογενειακών αξιών, όπως θα έσπευδε να επισημάνει κάποιος θεματοφύλακας της παράδοσης.
Πρόκειται, υποστηρίζει πολύ πειστικά ο Παπανικολάου, για μια κρίση νοηματοδότησης, για μια ανακατάταξη και αναθεώρηση που μπορεί να θεωρηθεί εν πολλοίς πολιτική. Η έννοια της οικογένειας μαστορεύεται από την αρχή, οι παραδοσιακές πατριαρχικές δομές της δείχνουν να διαλύονται και μέσα από τη διάλυση να αναδύονται εναλλακτικές δομές, εναλλακτικές οικογένειες ανθρώπων που επιλέγουν να ζήσουν μαζί, έμφυλων σωμάτων που συνυπάρχουν και αλληλεπιδρούν σε νέες κοινωνικές μονάδες που καταλήγουν να είναι πολιτικές.
Η προστατευτικότητα της ελληνικής οικογένειας, η στενή παρακολούθηση των μελών μεταξύ τους, η υποχρεωτική εγγύτητα παύουν να θεωρούνται κοινωνικές δικλίδες ασφαλείας. Αντιθέτως, τίθενται υπό αμφισβήτηση, παρωδούνται, αντιστρέφονται και εν τέλει καταλύονται για το υποκείμενο που προσπαθεί να χειραφετηθεί από αυτές. Μέσα σε όλη αυτήν τη συζήτηση μπαίνει η έννοια του αρχείου, του οικογενειακού αρχείου και του αρχείου της εθνικής ιστορίας. Ενώ η οικογένεια στην παραδοσιακή της μορφή καταφεύγει συστηματικά σε παγιωμένες μορφές αρχειακότητας που την επιβεβαιώνουν, δηλαδή μικροϊστορίας και μακροϊστορίας, η αναταραχή της οικογένειας συνιστά και αναταραχή του αρχείου. Αυτό σημαίνει το αναποδογύρισμα του αρχείου, το ψάξιμο και την αναμόχλευσή του προκειμένου να ανακαλυφθούν νέες σχέσεις και δομές.
Ο Παπανικολάου αναλύει μια σειρά από πολιτισμικά κείμενα των τελευταίων χρόνων, που δείχνουν αυτές τις διεργασίες: λογοτεχνικά κείμενα, κινηματογραφικές ταινίες και θεατρικές παραστάσεις. Γυρίζει όμως και προς τα πίσω, σε μια μεγάλη σειρά από αφηγήσεις σχετικές που έχουν ασκήσει κάποια επιρροή στη δημόσια σφαίρα: πολιτικός και δημοσιογραφικός λόγος, αρθρογραφία και κριτικογραφία, θεωρίες κοινωνιολογίας και ανθρωπολογίας, μανιφέστα, αυτοβιογραφικά κείμενα, εξομολογήσεις.
Η Στρέλλα του Κούτρα γενεαλογείται μέσα από τη Στέλλα του Κακογιάννη, τον Καιάδα του Θεοδωρακόπουλου, το περιοδικό Αμφί και το περιοδικό Κράξιμο και τις εξομολογήσεις της τραβεστί Μπέττυ. Ο Αφανισμός του Νίκου του Κορτώ μέσα από Τα Ρέστα του Ταχτσή, η Χώρα προέλευσης του Σύλλα Τζουμέρκα μέσα από το Ο χρόνος πάλι της Σώτης Τριανταφύλλου.
Η συζήτηση, κάθε φορά, του βασικού κειμένου μοιάζει να πυροδοτεί τη σχετική συζήτηση για τα παρεμφερή σύγχρονά του, στη συνέχεια για τα πρωιμότερά του, για τα κείμενα που συγκροτούν το νοητό αρχείο της δημιουργίας του. Η συζήτηση μεταδίδεται από το ένα κείμενο στο άλλο σε οριζόντα κίνηση, σαν κίνηση τροχών που μεταδίδεται από το ένα έμβολο στο άλλο.
Ενας από τους χαρακτηρισμούς που αποδίδει το ίδιο το βιβλίο στον εαυτό του είναι «αυτοβιογραφικό δοκίμιο». Η ανάλυση μοιάζει πρώτα να έχει σωματοποιηθεί από τον συγγραφέα. Οι στιγμές που ο ίδιος θυμάται την αντίδρασή του όταν πρωτοδιάβασε ένα κείμενο, οι συνδέσεις με γεγονότα του δικού του βίου γίνονται κι αυτές διακείμενα των πολιτισμικών κειμένων της ανάλυσής του. Σε μια από τις πιο συγκινητικές στιγμές του κειμένου του, μιλώντας για την αποσιώπηση των θυμάτων του AIDS στην ελληνική κοινωνία του 1980 και του 1990, γράφει:
«Θυμάμαι επίσης τον τρόπο με τον οποίο θάψανε, αρχές του ’92, μακριά από το χωριό του και στα κρυφά, τον αγαπημένο μου δάσκαλο, αυτόν που μικρός γέμιζα τα φύλλα των τετραδίων μου με τ’ όνομά του. Η οικογένεια. Και η επιβολή μιας θρηνητικής αφασίας. Θυμάμαι που σκέφτηκα, αυτή την ταπείνωση, αυτή τη σιωπή κάποτε θα τη θυμηθώ, και αυτή η μνήμη θα είναι δημόσια – και θυμάμαι σε κανέναν από τους φίλους μου να μην μπορώ να εξηγήσω τι εννοώ μ’ αυτήν την υπόσχεση, γιατί τη θεωρώ τόσο σημαντική».
Καθώς διάβαζα το βιβλίο σκεφτόμουν την τυπολογία των περιπτώσεων που έχει διαλέξει να αναλύσει ο Παπανικολάου. Τα έκκεντρα σώματα των γκέι, των οροθετικών, των λεσβιών, των τρανς. Κι επειδή όλοι διαβάζουμε λίγο αυτοβιογραφικά, διατύπωσα μέσα μου σιωπηλά την επιθυμία να διάβαζα και κάτι για τη ρευστή έννοια της μητρότητας και της πατρότητας σήμερα, για οικογένειες που βραχυκυκλώνουν επειδή δεν πληρούν τις προϋποθέσεις της πυρηνικότητας, για μονογονεϊκές οικογένειες, καταθλιπτικές μητέρες, για ζητήματα φύλου, για την αδηφάγα σχέση γονέων και παιδιών.
Το βιβλίο δεν λέει κάτι για αυτά. Είναι όμως κατανοητό γιατί δεν το κάνει: γιατί εμμένοντας στην κριτική της πατριαρχίας το βιβλίο θέλει να μιλήσει για σώματα που αποσιωπούνται από τον δημόσιο λόγο, που περιθωριοποιούνται και σβήνονται από την παρουσία της ετεροκανονικής ζωής μας. Το σώμα της μητέρας δεν είναι ένα από αυτά με τον ίδιο τρόπο που είναι το σώμα μιας λεσβίας ή μιας τραβεστί που εκδίδεται. Κι αυτό το βιβλίο πλάθει μια δική του οικογένεια βγάζοντας τα σώματα αυτά από την αφάνεια.
