ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Πέτρος Γκολίτσης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οι «Ρώσοι ποιητές του 20ού αιώνα» σε εισαγωγή και μετάφραση του Γιώργου Μολέσκη (Ελληνικά Γράμματα) επανεμφανίζονται ως «Ρωσική ποίηση του 20ού αιώνα». Ο Μολέσκης, με μεταπτυχιακό και διδακτορικό στη Ρωσική Λογοτεχνία (Πανεπιστήμιο Λομονόσοφ), καταθέτει μια εκτενή και εποπτική εισαγωγή στο σύνθετο αυτό πεδίο, δομώντας επιτυχημένα το θέμα του στις εξής κατηγορίες: «Η περίοδος του συμβολισμού», «Μετά τον συμβολισμό», «Η σοβιετική περίοδος» και το «Τέλος του αιώνα».

Με την κατηγορία «Μετά τον συμβολισμό» –η οποία παρουσιάζει ιδιαίτερο ιστορικό και λογοτεχνικό ενδιαφέρον– να εμπεριέχει τους ακμεϊστές Γκουμιλιόφ, Αχμάτοβα, Μαντελστάμ, και τους ιμαζιστές-φουτουριστές Χλέμπνικοφ, Μαγιακόφσκι, Τσβετάγεβα, Παστερνάκ και Γεσένιν. Χωρίς να παραβλέπουμε τη σημασία των «Σοβιετικών» Ταρκόφσκι και Μπρόντσκι (Νόμπελ Λογοτεχνίας, 1987).

Αυτό που διαφοροποιεί εξαρχής τη ρωσική ποίηση του 20ού αιώνα, και επισημαίνεται στην εισαγωγή, είναι πως τον «αισθητισμό» της πρώτης γενιάς των Ρώσων συμβολιστών –με τη γαλλική, που ρέπει προς τον αισθητισμό, και τη φιλοσοφίζουσα γερμανική φορά παρούσες– διαδέχεται ο μυστικιστικός συμβολισμός μιας άλλης γενιάς, που δεν μεσσιανίζει, καθιστώντας το ρωσικό παράδειγμα αναντικατάστατο.

Πρόκειται για ένα μεταφυσικό άνοιγμα που γειώνεται μέσω του τεχνο-φουτουρισμού, ξεπερνώντας τον εγω- και κυβο-φουτουρισμό, και που οδηγεί –μέσω της ρωσικής πνευματικότητας και τον μυστικισμό του Σολοβιόφ– στον «ρωσικό κοσμισμό» του χριστιανού ορθόδοξου φιλοσόφου Νικολάι Φιοντόροφ, γνωστού για τις ιδέες του πάνω στην επέκταση του ορίου της ζωής των ανθρώπων με επιστημονικά μέσα, την αθανασία και τη νεκρανάσταση.

Εκθέτοντάς μας σε ένα μείγμα μεσαιωνικής καθυστέρησης και τεχνολογικού εκσυγχρονισμού, πανσλαβισμού και ευρωπαϊσμού, τσαρισμού και επανάστασης, μεταφυσικής και κοινωνικής συναίνεσης ή άρνησης, που μας επιτρέπει να κατανοήσουμε πως ο Μαγιακόφσκι κυριολεκτεί όταν ζητά από τον χημικό του μέλλοντος να τον αναστήσει: «– Μη γυρίζεις τις σελίδες! / Ανάστησε εμένα! […] Ανάστησέ με / τουλάχιστον γιατί / εγώ / ποιητής / σε πρόσμενα / παραμερίζοντας της κάθε μέρας τη ρουτίνα!». Ή κατανοούμε τον Χλέμπνικοφ που προσπάθησε να εφεύρει έναν νέο τρόπο μέτρησης του χρόνου, τον οποίο και διατρέχει σε όποια κατεύθυνση επιθυμεί.

Σε αυτό το πλαίσιο καταλαβαίνουμε πως η «εξωτική» και «πρωτόγονη» φυγή των ακμεϊστών ποιητών είναι άλλης τάξης, δεν σχετίζεται δηλαδή με τα γαλλικά και γερμανικά παραδείγματα. Πλησιάζοντας σε αυτό που γράφει ο Ελύτης για τον Εμπειρίκο: «Ο παράδεισος των παιδικών χρόνων του ποιητή γεμίζει από μικρούς Ρώσους και Τατάρους που παίζουν μισόγυμνοι στην ακροποταμιά ή κυνηγιούνται στα μεγάλα βαθύσκια δάση». Συναντώντας την κατά Κίρκεγκορ νοσταλγία, την τέχνη ως τη δυνατότητα να επαναβιώνεται η αίσθηση πληρότητας, μέσω της επιστροφής και της αποκατάστασης, παραμένοντας κατ’ οίκον. Ενας «οίκος» που στην Αχμάτοβα εμπλουτίζεται από έναν πλούσιο εσωτερικό ρυθμό που, ενώ πλησιάζει την καθημερινή ομιλία, πετάγεται σε μεγάλη ύψη, θυμίζοντας τον Πεντζίκη.

Οι ανθολογημένοι ποιητές επιμένουν τόσο στον κόσμο ως ενότητα όσο και στην ιδέα της ένωσης του ανθρώπου με τον Θεό, αν και αντιδρούν μηδενιστικά. Μπολιάζοντας τον γερμανικό ιδεαλισμό τύπου Σέλινγκ στον ρωσικό μυστικισμό. Ενας Σέλινγκ που συλλαμβάνει τον κόσμο ως τη συνεχή δημιουργική δραστηριότητα ενός «Απόλυτου Πνεύματος» και που η ένταση της αποκάλυψης και σύλληψης εξαρτάται από την προδιάθεση και τη δυναμική του εκάστοτε υποκειμένου. Συναντώντας εδώ πέρα από τον ανθολογημένο Αρσένι Ταρκόφσκι και τον κινηματογραφιστή Αντρέι Ταρκόφσκι.

Δείχνοντας πως ο «Ρώσος ποιητής» είναι κάποιος που βιώνει διαφορετικά τη ροή της ιστορίας, τη βιολογική εξέλιξη και τους ψυχολογικούς μηχανισμούς, πέρα από την προσέγγιση των «αποστειρωμένων» επιστημών που πλησιάζουν τον κόσμο ως «νεκρή ύλη». «Επενδύοντας» στο υδάτινο στοιχείο, στις ακτίνες, στην αγάπη και σε άλλες παράπλοιες της «ζωντανής ροής της ζωής».

Στις επιτυχίες του Μολέσκη συγκαταλέγεται ο πλούσιος σε τονισμό στίχος, που μεταφέρει συχνά το κλίμα του πρωτότυπου, στοχεύοντας στην αφαιρετικότητα της μουσικής, χωρίς να θυσιάζεται η παραστατικότητα. Επίσης, στην εισαγωγή του κομίζει ένα άλλο πολιτιστικό παράδειγμα, όπου οι Ρώσοι ποιητές φαίνεται πως ωφελούνται ο ένας από τον άλλον ώστε να ανέβουν όλοι μαζί. Να σημειωθεί, τέλος, πως καλό θα ήταν να ανθολογηθεί κάποιος από την ομάδα «ΟΜΠΕΡΙΟΥ» (λ.χ. ο Δανιήλ Χαρμς), όπως και να συμπεριληφθεί η «Μεγάλη Ελεγεία για τον Τζον Ντον» του Μπρόντσκι.

Ας μην κλείσουμε όμως έτσι, αλλά υπογραμίζοντας πως ο «σοσιαλιστικός ρεαλισμός», που επένδυσε στο ηρωικό και στο φολκλορικό, ταυτίζοντας τη λαϊκότητα με την κομματικότητα, δεν έδωσε ποιητικά αναστήματα που θα άξιζε να ανθολογηθούν και ορθώς δεν συμπεριλήφθηκαν. Μια παρουσία-απουσία που μας περνά μ’ ένα άλμα στη σημερινή εποχή. Ενδεικτικά στην κινηματογραφική ταινία του Ζβιάγκιντσεφ «Χωρίς αγάπη» (2017), όπου διάφορες ομάδες στο δάσος αναζητούν την απούσα ρωσική ψυχή/σώμα, φωνάζοντας «Αλιόσα!», τον ντοστογιεφσκικό ήρωα/παιδί. Κάνοντας σημειωτόν και περιμένοντας. Μια απάντηση, λοιπόν, σε αυτή την αναζήτηση θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι η «Ρωσική ποίηση του 20ού αιώνα».