Οταν παίρνεις στα χέρια σου έναν τέτοιο πολυτόμο, είναι τόσο πολλά τα ερωτήματα που έχουν ήδη εγερθεί και για τα οποία περιμένεις να βρεις καίριες απαντήσεις ή τουλάχιστον τους προβληματισμούς της επιστημονικής κοινότητας γι’ αυτά. Κι αυτό γιατί η (μειωμένη) διάθεση για ανάγνωση στην Ελλάδα είναι μία από τις παθογένειες της ευρύτερης παιδείας μας. Κατ’ αρχάς, λοιπόν, πώς μπορεί να προωθηθεί η φιλαναγνωσία μέσω του σχολείου; Ή γενικότερα πώς μπορεί ο Νεοέλληνας να αγαπήσει το διάβασμα, τομέα στον οποίο υστερεί πολύ; Υπάρχουν αυτή τη στιγμή φορείς και μέσα προαγωγής της λογοτεχνικής ανάγνωσης;
Κι αν δεν είναι τόσο ισχυροί, μπορούμε να φτιάξουμε δομές που θα ενισχύσουν την αγάπη για τη λογοτεχνία και θα αυξήσουν το ποσοστό των αναγνωστών σ’ αυτήν τη χώρα του ήλιου, της θάλασσας και της προσκόλλησης στην οθόνη;
Δεν είναι καθόλου αυτονόητο ότι όλοι αναγνωρίζουν την αξία της Λογοτεχνίας, και δη ως μαθήματος ισάξιου με άλλα. Γι’ αυτό τονίζεται η δυνατότητα προαγωγής -μέσω αυτής- της λογοτεχνικής σκέψης και της ευρύτερης νοητικής ανάπτυξης του αναγνώστη, και, παρά τις ενστάσεις που διατυπώνονται για την εκπαιδευτική της χρησιμότητα, η συμβολή της δεν μπορεί να παραγκωνιστεί, αφού συντελεί στη δημιουργία αναγνωστών ικανών να σκέφτονται και να λειτουργούν ως πολιτισμικοί φορείς.
Πριν φτάσουμε στο σχολείο αυτό καθεαυτό, ποιοι άλλοι συντελούν στη διάδοση του βιβλίου και, συνεπώς, στην προώθηση της ανάγνωσης; Ποικίλες ανακοινώσεις εξετάζουν τον ρόλο των εκδοτών στη δημιουργία λεσχών ανάγνωσης, τις ποικίλες εκδοχές των αναγνωστικών κοινοτήτων που απαρτίζονται από εκπαιδευτικούς, τις λέσχες ανάγνωσης παιδιών Ρομά και τις διαδικτυακές αναγνωστικές κοινότητες.
Κι από την άλλη, αναδεικνύεται η θέση-κλειδί των πολιτιστικών δημοσιογράφων, που κινούνται ανάμεσα στην ενημέρωση και στον σχολιασμό (αλήθεια, η κριτική πού βρίσκεται μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο;), ο ρόλος του κινηματογράφου, της τηλεόρασης και του διαδικτύου στην ανάγνωση, η χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και των βιβλιοφιλικών ιστολογίων στην επαφή του χρήστη με το βιβλίο.
Στο σχολείο, τώρα, ο τρόπος διδασκαλίας, με τις παθογένειες της εκπαιδευτικής πολιτικής, δεν έχει αποδώσει ακόμα καρπούς. Τι φταίει λοιπόν και τι μπορεί να γίνει; Είναι δυνατή η διδασκαλία του μυθιστορήματος και της ποίησης με άλλους όρους απ’ ό,τι συμβαίνει σήμερα; Μπορεί η εισαγωγή στο σχολείο (από το Δημοτικό και εξής) της διδασκαλίας της Παιδικής Λογοτεχνίας να αλλάξει το τοπίο; Πώς τα εικονοβιβλία, τα εικονογραφημένα βιβλία ή τα γραφιστικά μυθιστορήματα μπορούν να δράσουν σαν κράχτες για το κέντρισμα του ενδιαφέροντος του μαθητή; Είναι η σχολική βιβλιοθήκη αναγκαία και επαρκής συνθήκη ανάπτυξης της φιλαναγνωσίας από τα μαθητικά χρόνια;
Οι αναλύσεις πάνω σ’ αυτά τα θέματα δεν είναι μόνο θεωρίες αλλά και πράξη. Οι ερευνητές, μάλιστα, του τόμου καταθέτουν στατιστικά στοιχεία και πορίσματα ερευνών για την πολιτική βιβλίου ήδη από τη νηπιακή ηλικία.
Στο πλαίσιο τέτοιων αναλύσεων εντάσσεται η δυνατότητα δημιουργικής γραφής στο σχολείο, η διαλεκτική σχέση εκπαιδευτικών και ενεργών μαθητών-αναγνωστών, ο ερμηνευτικός διάλογος αυτών των δύο πόλων της εκπαίδευσης πάνω στα λογοτεχνικά κείμενα, η σύνδεση της λογοτεχνίας με άλλες τέχνες ή με την Ιστορία, αλλά και άλλες δυναμικές μορφές διδασκαλίας και κατάρτισης των προγραμμάτων σπουδών, ώστε ο μαθητής να συμμετέχει ενεργά και να μετατραπεί από παθητικός δέκτης σε δραστήριο κειμενοκατακτητή.
Το βάρος του τόμου, από ένα σημείο και μετά, μετακινείται από τη θεωρητική αξία της ανάγνωσης σε προτάσεις διδασκαλίας, πράξης, δράσεων, αξιολόγησης κ.λπ., που θα κάνουν τη λογοτεχνία βασικό μέρος της ζωής των μαθητών.
Είναι γεγονός ότι «η διδασκαλία της Λογοτεχνίας για πολλά χρόνια υπέφερε από αφόρητη ρητορεία, συνειδητή ή ασυνείδητη ιδεολογικοποίηση, ρομαντικούς ακροβατισμούς σε μια μυθοποιημένη λογοτεχνία, ή, αντίθετα, από έναν στεγνό παιδαγωγισμό», όπως τονίζεται στον πρόλογο του βιβλίου.
Κι αν αυτό συνδυαστεί με την ευρύτερη υποβαθμισμένη θέση που κατέχει η (αισθητική και γενικότερα πολιτιστική) κουλτούρα στη νεοελληνική κοινωνία, μπορούμε να καταλάβουμε γιατί ο Νεοέλληνας δεν διαβάζει.
Το ζητούμενο, λοιπόν, είναι -και αυτός ο συνεδριακός τόμος το προσεγγίζει από όλες τις πιθανές πλευρές- να οργανώσουμε πολιτικές εκπαίδευσης και να διδάξουμε με πιο δελεαστικό τρόπο τη λογοτεχνία, ώστε να διαπλάσουμε μελλοντικούς συνειδητοποιημένους αναγνώστες, οι οποίοι δεν θα βλέπουν το διάβασμα ως βαθμολογητέα ύλη αλλά ως ψυχαγωγία και ανάταση. Κι έπειτα, εκτός σχολείου, στο πλαίσιο μιας υγιούς νοοτροπίας φιλαναγνωσίας, να ενδυναμώσουμε τις δομές και τους φορείς που σχετίζονται με μια ενεργητική επαφή με το βιβλίο, ώστε τα δίκτυα, οι κοινότητες, η μικρή κι η μεγάλη οθόνη κ.ά. να μπορούν να λειτουργήσουν ως κινητήριες δυνάμεις ανάγνωσης.
