ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Κ. Γαλανόπουλος*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Απομάγευση του κόσμου δεν χρειάζεται να σημαίνει ότι στα ρυάκια του δεν χορεύουν νύμφες, ότι οι αέρηδες του δεν μεταφέρουν ψιθύρους ή ότι στα σκοτάδια του δεν κρύβονται απόκοσμα πράγματα. Ούτε ότι όλα είναι μετρήσιμα, ξεκάθαρα και στεγνά. Μπορεί, κάλλιστα, να σημαίνει ότι τα πλάσματα και οι δυνάμεις που κρύβονται στο ημίφως και εργάζονται πίσω από αυτά που φαίνονται είναι δημιουργήματα του ανθρώπινου μυαλού και των εκπληκτικών, μαγικών, ικανοτήτων του.

Και είναι δημιουργήματά του τόσο για να ανταποκριθεί σε ανάγκες του υλικού του βίου, όσο και για να δώσει μορφή στους φόβους του ή ακόμη και για να κάνει πιο θαυμαστά τα θαύματα του κόσμου. Γιατί ο άνθρωπος αυτό κάνει· πιο θαυμάσιο τον κόσμο που κατοικεί, προσθέτοντας στα θαύματά του, αλλά και πιο φρικτόν, προσθέτοντας στις φρίκες του. Να κάτι θαυμάσιο: όλα αυτά μπορεί να μας τα πει, να μας τα διηγηθεί, ένα παιδικό παραμύθι.

Πόσο μάλλον που και οι δύο αυτές λέξεις, παραμύθι και παιδικό, διαφεύγουν ενός λογιστικά διατεταγμένου, απομαγευμένου, κόσμου. Οι άνθρωποι φτιάχνουν παραμύθια για να διασκεδάσουν, να συγκινήσουν αλλά και για να διηγηθούν, να μεταφέρουν, να μάθουν. Να, επίσης, τι μπορεί να μας πει ένα παραμύθι, μέσω της λειτουργίας του αυτή τη φορά: ότι ο άνθρωπος γίνεται αυτός που είναι διδασκόμενος, μαθητεύοντας εντός της κοινωνίας που τον γέννησε και τον μεγαλώνει.

Και δεν υπάρχει κανένας λόγος που να μας εμποδίζει από το να σκεφτούμε ότι, αντίστοιχα του ανθρώπου που εξελίσσεται, μετατρέπεται, μεταμορφώνεται σε άνθρωπο μέσω της εκπαίδευσης, το ίδιο κάνουν και οι κοινωνίες. Το αντίθετο, μάλιστα. Βεβαίως, αυτή δεν υπήρξε ποτέ μια καινούργια ιδέα, όλες οι κοινωνίες δομούνταν γύρω από τις εκπαιδευτικές δομές τους· οι εγγράμματες κοινωνίες, απλώς, μας το παρέδωσαν με τον πλέον ρητό τρόπο. Είναι, όμως, μια ιδέα η οποία υπερθεματίστηκε από τα νεότερα ριζοσπαστικά κινήματα. Οι άνθρωποι είναι αυτό που είναι γιατί δεν γνωρίζουν ότι μπορούν να είναι κάτι άλλο, ούτε και τον τρόπο για να το κάνουν αυτό.

Διότι, η εκπαίδευση, ως διαδικασία, δεν εγγυάται παρά την εξέλιξη, αλλά όχι και την κατεύθυνσή της. Αυτό το διέκριναν οι ριζοσπάστες των νεότερων χρόνων και απαίτησαν μια εκπαίδευση των Φώτων, για να διαλύσει τα σκοτάδια της προκατάληψης, μια εκπαίδευση ορθολογική, για να διαλύσει τα ανορθολογικά δεσμά. Αλλάζοντας το περιεχόμενό της, ή ανακαλύπτοντας το αληθινό της περιεχόμενο, η εκπαίδευση θα αποτελούσε το προνομιακό, το βασικό, το μείζον όπλο των ανθρώπινων κοινωνιών προς την πρόοδο και την ευημερία. Πράγμα που, στον αξιακό ορίζοντα των ριζοσπαστών, σήμαινε την επιδίωξη μιας κοινωνίας ελευθερίας, ισότητας και αλληλεγγύης.

«Η εκπαίδευση και η βελτίωσή της αποτελούν το αντικείμενο περισσότερης εάν όχι της πιο ενδελεχούς μελέτης από οποιαδήποτε προηγούμενη περίοδο», γράφει ο Μιλ, επαινώντας την «προσπάθεια, στη σύγχρονη εκπαίδευση, να γίνουν όσο το δυνατόν περισσότερα από αυτά που έχουν να μάθουν τα παιδιά εύκολα και ενδιαφέροντα» (1).

Ο ριζοσπαστικός φιλελευθερισμός, όμως, δεν μπορεί να υπερβεί τα απώτατα όρια της κατεστημένης εκπαίδευσης, ο «φόβος και η τιμωρία» αποτελούν πάντοτε αναντικατάστατα εργαλεία. Οι ελευθεριακοί παιδαγωγοί θα αμφισβητήσουν και αυτό, αλλά και όλα τα εργαλεία, στο σύνολό τους, της εκπαίδευσης που δεν απελευθερώνει αλλά υποτάσσει. Η μάθηση αποτελεί ανάγκη του ανθρώπου, δεν απαιτείται η αρωγή του φόβου και της τιμωρίας για να επιβληθεί, και η δυσφορία ή η απροθυμία θα πρέπει να στρέψει την προσοχή μας στον τρόπο διδασκαλίας ή στα μέσα της, και όχι στην υποτιθέμενη ατίθαση ή ράθυμη φύση του παιδιού.

Αυτό που απαιτείται είναι ένα εκπαιδευτικό σύστημα, μια μέθοδος διδασκαλίας, αλλά και ένα βιβλίο «που βρίσκεται σε αρμονία με το φυσικό στοιχείο, και που καταδεικνύει το μέγεθος του ανορθολογικού, του συμβατικού και του πλασματικού που κυριαρχούν στη σύγχρονη κοινωνία», λέει ο Φερέρ (2). Και ένα τέτοιο σύστημα αποτελεί η ελευθεριακή εκπαίδευση, όπως σχηματοποιήθηκε και διδάχτηκε από τον μεγάλο παιδαγωγό στο Μοντέρνο Σχολείο του, αλλά και στα σχολεία του εκπαιδευτικού κινήματος που ενέπνευσε (3).

Σε αυτό το σχολείο διδάσκονταν ένα τέτοιο βιβλίο, ένα σχολικό εγχειρίδιο που ήταν ένα παιδικό παραμύθι, Οι περιπέτειες του Νονό, του Ζαν Γραβ (Jean Grave, 1854-1939), μιας σημαντικής προσωπικότητας του γαλλικού αναρχικού κινήματος του περασμένου αιώνα.

Ο μικρός Νονό αποκοιμιέται και ξυπνά σε μια πανέμορφη χώρα, την Αυτονομία, στην οποία οι κάτοικοί της ζουν από κοινού, εργάζονται και παίζουν την ίδια στιγμή, συνομιλούν με τα ζώα. Ο μικρός ενθουσιάζεται αλλά οι συνήθειες που είχε αποκτήσει στην προηγούμενη ζωή του τον παρασύρουν στα δίχτυα του αντίπαλου βασιλείου, της Αργυροκρατίας, στην οποία βασιλεύει ο μοχθηρός Χρήμας. Ο Γκραβ ακολουθεί ένα κλασικό εύρημα των παραμυθιών, βάζοντας τον Νονό να ονειρεύεται τις περιπέτειες του.

Διότι, μην ξεχνάμε, τα δημιουργήματα της φαντασίας πρέπει να υπηρετούν τις ανάγκες του ανθρώπου και όχι το αντίθετο: «δεν υπάρχουν νεράιδες και δεν συμβαίνει τίποτα που να μην μπορούμε να το εξηγήσουμε με φυσικά αίτια», καθησυχάζει ο πατέρας τον -αναστατωμένο από το όνειρο- μικρό Νονό. «Ξέρεις, όμως, πως στα βιβλία […] πίσω απ’ την αφήγηση φανταστικών πραγμάτων κρύβεται συχνά μια αλήθεια ή ένα μάθημα [που] θα σε βοηθήσει να μάθεις πολλά για αδικίες και σφάλματα που ίσως να μην αντιλαμβανόσουν διαφορετικά»(4).

Ο μικρός εκδοτικός οίκος Στάσει Εκπίπτοντες συνεχίζει να προσθέτει στα θαυμαστά του κόσμου μας!

* Υποψήφιος διδάκτορας Πολιτικής Θεωρίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

1. Τζ. Στ. Μιλ, Αυτοβιογραφία, μετάφραση Στ. Ανδρέου, Στοχαστής, Αθήνα 2018, σ. 51 & 97.

2. Στον πρόλογό του στο βιβλίο, σ. 9.

3. Για μια περιγραφή και ερμηνεία των εκπαιδευτικών ιδεών του αναρχισμού, βλ. Judith Suissa, Anarchism and Education. A Philosophical Respective. Routlege, Ν.Υ. 2006.

4. Στο βιβλίο, σ. 217-218.