Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Βραβευμένος και μεταφρασμένος πεζογράφος και πολυπαιγμένος θεατρικός συγγραφέας (και εφηβικού θεάτρου), εσχάτως και λιμπρετίστας, αλλά και γερός δάσκαλος δημιουργικής θεατρικής γραφής, ο σημερινός φιλοξενούμενος της στήλης μας.

Η γραφή του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη, κι αυτή που απευθύνεται στον αναγνώστη κι αυτή που απευθύνεται στον θεατή, έλκεται από το λανθάνον, το αποσιωπημένο, το άδηλο απόθεμα της ζωής και της ύπαρξης. Ιστορίες, αφηγήσεις, μυθοπλασίες, πλοκές, σκηνικές απευθύνσεις που κινούνται στα όρια ονειρικού και πραγματικού, υπερβατικά γήινου, ήπια μεταφυσικά θρίλερ κι όλα αυτά σκηνοθετημένα με μια γλώσσα ακριβή, χαμηλόφωνη, ρεαλιστική, δεξιοτεχνικά μετατοπισμένη όμως προς το ασύνηθες και το αλλόκοτο.

Εδώ ο Χατζηγιαννίδης ανακεφαλαιώνει αναγνωστικές περιόδους και τομές της ζωής του. Βιβλία, συγγραφείς, εποχές.

Καιρός του διαβάζειν, καιρός του γράφειν; Οχι, ακριβώς. Ο δημιουργός του «Ελάχιστου ίχνους» νοσταλγεί, μ’ ένα αίσθημα πικρής νομοτέλειας, τα χρόνια του διαθέσιμου, του ανοιχτού, του μαγεμένου αναγνώστη· τα χρόνια του μεταμορφωτικού αγγίγματος ενός βιβλίου.

Επιμέλεια: Μισέλ Φάις

Δεν ξέρω αν συμβαίνει το ίδιο με όλους τους ανθρώπους, με όσους τέλος πάντων αρέσκονται να διαβάζουν. Πάντως, στη δική μου περίπτωση είναι απολύτως εξακριβωμένο ότι τα βιβλία που πραγματικά με στιγμάτισαν είναι όσα διάβασα στα παιδικά, εφηβικά και –άντε με το ζόρι– στα πρώτα νεανικά χρόνια. Ομολογώ, εξάλλου, πως η ανάγκη μου για διάβασμα ήτανε τότε σαφώς εντονότερη. Ηταν ίσως εκείνη η λαχτάρα, λοιπόν, που έκανε κάθε ανάγνωσμα ικανό να εισδύει κατευθείαν στην ψυχή μου, να με κατακυριεύει, να με επηρεάζει με τρόπο απόλυτο.

Δεν μπορώ να ξεχάσω τον συγκλονισμό που μου προκαλούσαν τα παθήματα του Ολιβερ Τουίστ, οι περιπέτειες του Τομ Σόγιερ ή εκείνου του άλλου ορφανού αγοριού, του Ρεμί, από το παιδικό μυθιστόρημα «Χωρίς Οικογένεια» του Εκτορος Μαλό, που βρέθηκε να περιοδεύει στη γαλλική επαρχία παρέα με ένα αξιοθρήνητο τσίρκο.

Συνειδητοποιώ μάλιστα τώρα ότι όσες περισσότερες δυστυχίες σωρεύονταν στα κεφάλια τους τόσο περισσότερο με τραβούσαν οι ήρωες πρωταγωνιστές των βιβλίων, τόσο πιο έντονα έγραφαν μέσα μου.

Εκτός από τις δυστυχίες, το άλλο που με γοήτευε τρομερά ήταν οι ατμόσφαιρες. Τα τελευταία λόγια μιας ετοιμοθάνατης στο τρεμάμενο φως του κεριού, ο εγκλωβισμός σε μια αδιέξοδη σπηλιά, ένα θαλάσσιο δέντρο ριζωμένο στον βυθό με σκέλεθρα ανθρώπων πιασμένα στα κλαριά του. Τα διηγήματα του Καρκαβίτσα και του Παπαδιαμάντη εξάπτανε τη φαντασία μου, όπως λίγο αργότερα το έκαναν ο Χένρι Τζέιμς, ο Καχτίτσης, ο Πόε, ο Κάφκα.

Ορισμένα πράγματα παραμένουν μέσα μου ανεξήγητα. Δεν καταλαβαίνω, ας πούμε, γιατί η «Αμερική» με καθήλωσε πολύ περισσότερο από τη «Δίκη» ή τον «Πύργο». Αλλά δεν χρειάζεται να τα πολυαναλύει κανείς αυτά. Οσο βαθύτερα γνωρίζεις το γιατί σου αρέσει κάτι τόσο γρηγορότερα αρχίζει να ξεθωριάζει η γοητεία του. Το «Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο», τόμο τον τόμο, έχτισε μέσα μου μια σκαλωσιά από την οποία πολλές φορές γκρεμίστηκα και άλλες τόσες σκαρφάλωσα. Ευγνωμονώ το ευλογημένο χέρι που μου είχε δωρίσει τον πρώτο τόμο, αρχές δεκαετίας του ’90.

Μέχρι τα τριάντα μου μπορώ να πω ότι διατηρούσα ακόμα μια παρθενικότητα στον τρόπο που δεχόμουν τις επιρροές απ’ ό,τι διάβαζα. Παραδινόμουν στην ιστορία, στην αφήγηση. Δεν έκρινα τον συγγραφέα, δεν προσπαθούσα να καταλάβω «πώς το κάνει». Από εκείνο το χρονικό σημείο και μετά, το πράγμα άλλαξε, για τον απλό λόγο ότι ξεκίνησα να γράφω κι ο ίδιος. Η αγνή λαχτάρα για διάβασμα χάνεται, πιστεύω, μόλις γίνει κάποιος συγγραφέας.

Κι όμως. Βρέθηκαν βιβλία που με συντάραξαν. Στην κορυφή αυτών θα έβαζα ίσως το λαμπρό «Φως τον Αύγουστο» του Φόκνερ – σαν να γλείφεις μέλι από την κόψη του τσεκουριού, όπως λέει κι η φίλη (και μεγάλη συγγραφέας) Ζυράννα Ζατέλη. Βεβαίως υπάρχει ο Μπέρνχαρντ.

Θαυμάζεις τον τρόπο που ένα τόσο ανένταχτο, ασυμβίβαστο και προκλητικό πνεύμα μπορεί να εκφραστεί μέσα από έναν λόγο ζυγισμένο, θαρρείς, σε πλάστιγγα ακριβείας φαρμακοποιού. «Ο αποτυχημένος», «Τα Βραβεία μου», «Μπετόν».

Να και μια άλλη τριάδα καταπληκτικών βιβλίων σύγχρονης γραφής, τόσο διαφορετικών μεταξύ τους αλλά τόσο ισχυρών σε εμβέλεια: «Η Θάλασσα», του Τζον Μπάνβιλ, «Οι Ξεριζωμένοι», του Β. Γκ. Ζέμπαλντ, «Κόσμος», του Βίτολντ Γκομπρόβιτς. Συχνά ξαναδιαβάζω σεσημασμένες σελίδες τους.

Ευτυχώς ή δυστυχώς, κάποιους ογκόλιθους της κλασικής λογοτεχνίας, όπως, ας πούμε, τους «Δαιμονισμένους» του Ντοστογιέφσκι, την «Αισθηματική Αγωγή» του Φλομπέρ, τις «Σημειώσεις του Μάλτε Λάουριντς Μπρίγκε» του Ρίλκε, κι ακόμα Τολστόι και Σταντάλ, τους διάβασα σε αρκετά ώριμη ηλικία. Ευτυχώς, γιατί τους κατάλαβα και τους εκτίμησα καλύτερα. Δυστυχώς, γιατί κανένα διάβασμα δεν ήταν πια ικανό να με στιγματίσει διά βίου.

Δεν είναι άδικο αυτό; Να μην μπορούμε να ρουφήξουμε τα σπουδαία όταν οι πόροι μας είναι ανοιχτοί; Μάλλον όχι. Γιατί αυτή, φαίνεται, είναι η φτιαξιά μας.

 Τελευταίο βιβλίο του Β. Χατζηγιαννίδη είναι «Το λιμπρέτο του Ζ» (Το Ροδακιό, 2018)