Στο πρώτο του βιβλίο, τη νουβέλα «Σκόνη στο πρόσωπο», ο Νίκος Ιατρού εξιστορεί την περιπέτεια δύο ζευγαριών που αποφασίζουν να περάσουν ένα Σαββατοκύριακο στην εξοχή. Οι σχέσεις τους περιγράφονται με αδρές γραμμές, σε μια λιτή τριτοπρόσωπη αφήγηση, που αφήνει κατά κύριο λόγο στον αναγνώστη την αίσθηση του τέλματος – της μηχανικής και μονότονης επανάληψης συζητήσεων και χειρονομιών ανάμεσα σε ανθρώπους που πιθανότατα έχουν πει όσα είχαν να πουν. Η απόδραση από αυτήν ακριβώς την αίσθηση της ανίας φαίνεται να είναι και ο λόγος του ταξιδιού τους.
Στη διάρκειά του περιηγούνται σε ένα σπήλαιο της Μάνης, όπου οι υποβλητικές περιγραφές του τοπίου, η κλειστοφοβική ατμόσφαιρα και η αίσθηση της καταβύθισης μοιάζουν να συνθέτουν μια λεπτή αλληγορία για το πολύπλοκο εσωτερικό τοπίο των ηρώων και των σχέσεών τους. Ο συγγραφέας επιλέγει να μην αναφερθεί με λεπτομέρειες στο ανάγλυφο της ψυχολογίας τους, αλλά κατά κάποιον τρόπο να παραπέμψει σε αυτό, μέσα από τη φαινομενικά ψυχρή αφήγηση της περιήγησής τους που κορυφώνεται όταν μια κατολίσθηση τους αφήνει εγκλωβισμένους στο σπήλαιο για κάποιες ώρες.
Στην πιο πάνω τριτοπρόσωπη αφήγηση παρενθέτονται αντιστικτικά οι μονόλογοι ενός άντρα που τους συνοδεύει στην εξερεύνηση, στον φορτισμένο τόνο του οποίου βρίσκει κατά κάποιον τρόπο διέξοδο και η δική τους υπόγεια ένταση. Τα δύο υλικά δένονται αρμονικά από τον πεζογράφο σε μια σταδιακή σύγκλιση που μόνο στο τέλος αποκαλύπτει όλες τις πτυχές της.
Πρώτη εμφάνιση στην πεζογραφία και για τη Ζέττα Μπαρμπαρέσσου με μια συλλογή δεκαεννέα ολιγοσέλιδων διηγημάτων υπό τον τίτλο «Ρωμαϊκή ώχρα και άλλες ιστορίες». Χαμηλότονη γραφή και γλαφυρότητα χαρακτηρίζουν το ύφος της πεζογράφου, που σε αρκετά από τα διηγήματά της μοιάζει να καταπιάνεται με το θέμα της φθοράς – της αδιόρατης σε πρώτη ματιά φθοράς που επιφέρει ο χρόνος.
Στον «Θάνατο του Bowie», για παράδειγμα, ένα από τα καλύτερα κείμενα του βιβλίου, ο αφηγητής θυμάμαι τον καθηγητή του στο φροντιστήριο για τις εισαγωγικές εξετάσεις, τον Κύριο Μ. Απαιτητικός και μεθοδικός, συνήθιζε να λέει πάντα πως «όλα θα πάνε καλά» – και αυτή την αισιόδοξη οπτική έδειχνε να συμμερίζεται και ο ίδιος ο ήρωας κάθε φορά που τον συναντούσε τυχαία τα επόμενα χρόνια, εκτός από την τελευταία.
Σε μεγάλη πια ηλικία, αν και δεν μεσολάβησε κάτι συγκλονιστικό, ο αφηγητής αναρωτιέται πόσα πράγματα πήγαν τελικά καλά στη ζωή του, και αυτή η διάψευση –του ήρωα, της γενιάς του, της πίστης στη μεθοδικότητα και τη γνώση– είναι πιο πικρή, ακριβώς γιατί δεν περιέχει τίποτα το δραματικό. Παρόμοια δομή ακολουθεί η Μπαρμπαρέσσου και σε άλλα διηγήματα: μια σκηνή από την αρχή και μία από το τέλος της ζωής του ήρωα, με όλα τα ενδιάμεσα να παραμένουν σκοπίμως συσκοτισμένα και ρευστά – στον «Γιώργο», για παράδειγμα, το ενδιαφέρον εστιάζεται στα χέρια του αφηγητή ως παιδιού και στα χέρια του σε μεγάλη ηλικία.
Αντίστοιχα λεπτούς χειρισμούς επιστρατεύει η συγγραφέας και στο διήγημα «Βρίσκεστε εδώ», όπου η σπαρακτική μοναξιά της πρωτοπρόσωπης αφηγήτριας στη διάρκεια ενός ταξιδιού σκιαγραφείται αποδραματοποιημένα, ενώ στη «Ρωμαϊκή ώχρα» μια σειρά από αυτοβιογραφικές προτάσεις συνθέτουν την εικόνα ενός άρτι εκλιπόντος αφηγητή, και στο «Τσάι χωρίς ζάχαρη» μια ηλικιωμένη γυναίκα αναπολεί με γρήγορες πινελιές όλη τη ζωή της. Συνολικά, η συγγραφέας δείχνει άνεση να κινείται σε διαφορετικά αφηγηματικά πεδία, καθώς πέρα από τα παραπάνω κοινά χαρακτηριστικά, ο ρυθμός και η ανάσα της αφήγησης ποικίλλουν, αποδεικνύοντας κατακτημένα εκφραστικά μέσα και τεχνική ωριμότητα.
