
Βιβλία στο προσκέφαλο: Πολυαγαπημένα, πολυδιαβασμένα, βιβλία που μας διαμόρφωσαν ή μας στήριξαν σε δύσκολες στιγμές. Πρόσωπα της γραφής ξεφυλλίζουν την «αυτοβιογραφική» βιβλιογραφία τους.
Στροβιλιζόμενη ανάμεσα σε συνειρμικότητα, μεταϋπερεαλισμό και μαγικό ρεαλισμό η Βίκυ Τσελεπίδου ενσωματώνει στη γραφή της εικόνες καθημερινής αντίφασης, θρυμματισμένης συλλογικής μνήμης, παραμυθητικής ή ονειρικής πνοής. Γεννημένη στην Ξάνθη, η σημερινή φιλοξενούμενη της στήλης μας σπούδασε, εντός και εκτός συνόρων, Νομικά, Επικοινωνία και Δημιουργική Γραφή. Η πρόσφατα βραβευμένη συγγραφέας από την Ακαδημία Αθηνών για το τελευταίο της βιβλίο, φυλλομετράει ελκυστικά τον πραγματικό, τον αναγνωστικό και τον αφηγηματικό της χρόνο.
Επιμέλεια: Μισέλ Φαϊς

Τα βιβλία που φιλοξενεί η βιβλιοθήκη του πατρικού μου σήμερα είναι ακριβώς τα ίδια (ούτε λιγότερα, ούτε περισσότερα) με αυτά που φιλοξενούσε όταν ήμουν παιδί, νομίζω μάλιστα πως δεν έχουν αλλάξει καν θέση, βρίσκονται πάντα στο ίδιο ψηλό ράφι ανάμεσα σε κάδρα με φωτογραφίες και διάφορα άλλα μπιχλιμπίδια. Μια συλλογή του Καζαντζάκη με βυσσινί σκληρόδετο εξώφυλλο, τέσσερα πέντε βιβλία του Τσιφόρου, «Τα λόγια της πλώρης» του Καρκαβίτσα και η «Τζέιν Εϊρ» της Μπροντέ.
Σχεδόν σε όλο το Δημοτικό βασίλευε στο κομοδίνο μου μια ογκώδης Βίβλος για παιδιά, δώρο ενός οικογενειακού φίλου για τα γενέθλιά μου, την οποία διάβαζα και ξαναδιάβαζα, μη τυχόν κι υποψιαστεί ο Πανάγαθος, ος τα πάνθ’ ορά, ότι δεν ήμουν αρκετά καλή χριστιανή. Παρ’ όλη την επαναλαμβανόμενη ανάγνωσή της, αν με ρωτούσε κανείς τι είναι αυτό που περισσότερο με σημάδεψε από το βιβλίο εκείνο, θα του απαντούσα χωρίς δεύτερη σκέψη «οι εικόνες του». Κάποια βιβλία του Ιουλίου Βερν και δυο-τρεις κούτες Μίκυ Μάους συμπλήρωναν τα πρώτα μου αναγνώσματα.
Οταν άρχισα να δανείζομαι από τη δημοτική βιβλιοθήκη, προτιμούσα να διαλέγω από το ράφι με τους «Πέντε Φίλους» και τους «Μυστικούς Επτά», νομίζω πως δεν είχα αφήσει ούτε ένα αδιάβαστο. Αλλά ούτε οι μετέπειτα συναναστροφές μου είχαν να κάνουν με δεινούς βιβλιοφάγους που αντάλλασσαν μεταξύ τους απόψεις περί τα λογοτεχνικά, ούτε το σχολείο φρόντισε να μου δείξει (σε καμιά του βαθμίδα) την αξία της λογοτεχνίας.
Η πρώτη (και τελευταία) φορά στο σχολείο που μου αποκαλύφθηκε το θαύμα της ήταν όταν η φιλόλογος της Γ’ Γυμνασίου μάς μίλησε για το τι πραγματικά θέλει να πει ο ποιητής, τι είναι αυτό που παλεύει να βγάλει από μέσα του, συστήνοντάς μας έργα που συγκαταλέγονται ακόμη στα αγαπημένα μου. Ο Μάρκες, ο Οργουελ και ο Σεφέρης είχαν τότε την τιμητική τους.
Μέχρι που καταπιάστηκα με τη συγγραφή, λίγο ίσως νωρίτερα, η σχέση μου με το διάβασμα ήταν σπασμωδική, περιστασιακή και κάθε άλλο από επιλεκτική. Δεν ένιωθα την παραμικρή ενοχή που δεν διάβαζα!
Περνούσα πολλούς μήνες χωρίς ν’ ανοίξω βιβλίο, κι όταν αποφάσιζα να βάλω κάποιο βιβλίο στο προσκεφάλι μου, διάλεγα από τον πάγκο του βιβλιοπωλείου αυτό του οποίου το εξώφυλλο μου γυάλιζε περισσότερο. Στο διάστημα εκείνο διάβασα από αριστουργήματα μέχρι τερατουργήματα.
Αν ήταν να παρατάξω σήμερα μερικά ονόματα συγγραφέων, των οποίων το έργο ένιωσα να με διαπερνά και να με ξεπερνά ως υπόσταση, θα έβαζα στη σειρά τους εξής: Μάρκες, Μπόρχες, Σάμπατο, Κούντερα, Καμί, Σαραμάγκου, Κάφκα, Μπέκετ, Ιονέσκο, τούς ερωτεύτηκα όλους βαθιά.
Ανάμεσα σε άλλα, βιβλία που με έκαναν να σκεφτώ μήπως θα έπρεπε να εγκαταλείψω τον αγώνα της συγγραφής ήταν: «Η βουή και η μανία» του Φόκνερ, «Το μυθιστόρημα της κυρίας Ερσης» του Πεντζίκη, «Η Δίκη» του Κάφκα, «Το μαύρο κουτί» του Αμος Οζ, ο «Ερωτόκριτος» του Κορνάρου, «Ο Λούσιας» του Χουλιαρά, όλα τα διηγήματα του Βιζυηνού.
Πριν από ένα δυο χρόνια μου είπε ένας συγγραφέας σηκώνοντας το φρύδι, «Εγραψες μυθιστόρημα χωρίς να έχεις διαβάσει τη Μεγάλη Πλατεία;» Τη διάβασα πράγματι πολύ πρόσφατα. Πιστεύω τελικά πως αν την είχα διαβάσει νωρίτερα, προτού γράψω μυθιστόρημα -για να γράψω μυθιστόρημα- ίσως και να μην το τολμούσα ποτέ.
Τόσο η συγγραφή όσο και η ανάγνωση θέλουν να εγκλείουν, νομίζω, κάτι από τη χαρά του παιδιού, ένα είδος θρησκευτικής αγνότητας (έστω συχνά υποκριτικής, τα παιδιά είναι άριστοι ηθοποιοί) και άγνοιας κινδύνου. Κατά τη γνώμη μου, δεν έχει σημασία για τον απλό αναγνώστη να διαβάσει ένα λογοτεχνικό κείμενο (το ίδιο ισχύει και για τον συγγραφέα ως προς το δικό του κείμενο), μέσα από το πρίσμα αφορισμών, καλουπιών κι αυστηρών κανόνων αναγνωστικού σαβουάρ βιβρ, αισθανόμενος υποχρεωμένος να εξαντλήσει για παράδειγμα από πριν μακριές λίστες επιλογής ποιοτικών αναγνωσμάτων.
Σημασία έχει, όταν έρθει η στιγμή εκείνη, να αφεθεί, να γλιστρήσει μέσα της (στη λογοτεχνία) ελεύθερος και καθαρός, να τη νιώσει, να την πάρει μέσα του και να νιώσει κι ο ίδιος με κάποιον τρόπο κομμάτι δικό της. Πρόκειται ούτως ή άλλως στον πυρήνα της για μια ερωτική, για μια –κυρίως- μεταφυσική επικοινωνία. Ομολογώ πως όσο πιο υποψιασμένη με τον καιρό την πλησιάζω, τόσο λιγότερο την απολαμβάνω.
Αναγνωρίζω από την άλλη ότι όσο πιο πολύ εξασκεί κανείς τη ματιά του τόσο πιο μακριά βλέπει· και τόσο περισσότερους θησαυρούς, βεβαίως, είναι σε θέση να ανακαλύψει.

Τελευταίο βιβλίο της Β. Τσελεπίδου είναι το μυθιστόρημα «Αλεπού, αλεπού, τι ώρα είναι;» (Νεφέλη, 2017).
