Το μήνυμα από τη σύνοδο του ΝΑΤΟ σχετικά με τις στρατιωτικές δαπάνες ήταν… φοβιστικό. Η παλαιότερη συμφωνία για αύξηση των στρατιωτικών δαπανών των χωρών-μελών στο 5% του ΑΕΠ συνομολογήθηκε πως θα ποσοτικοποιηθεί συγκεκριμένα και θα τεθεί αυστηρό χρονοδιάγραμμα υλοποίησης. Επιπλέον, συμφωνήθηκε ένα εξοπλιστικό πακέτο-μαμούθ ύψους 50 δισ. δολαρίων συν οικονομική βοήθεια προς την Ουκρανία 70+70 δισ. ευρώ για το 2026 και 2027 αντίστοιχα, που στο μεγαλύτερο μέρος της είναι στρατιωτική δαπάνη.
Σε μια εποχή που κάθε είδους κοινωνικές δαπάνες περικόπτονται, τόσο στον υπό συζήτηση νέο ευρωπαϊκό προϋπολογισμό 2028-2034 όσο και στους εθνικούς προϋπολογισμούς, αυτές οι αποφάσεις διαβάστηκαν -σωστά- σαν νέα επιτάχυνση και νέα μετατόπιση από το «βούτυρο» προς τα «κανόνια», σαν νέο σάλπισμα πανευρωπαϊκής λιτότητας. Για την Ελλάδα το μήνυμα ήταν ακόμη πιο δυνατό και… εκφοβιστικό, αφού τα στοιχεία που είδαν πρόσφατα το φως της δημοσιότητας πιστοποιούν ότι το πραγματικό εισόδημα των λαϊκών νοικοκυριών έχει γνωρίσει σχετική επιδείνωση σε σχέση με το 2019.
Για την Ελλάδα, τα στοιχεία που είδαν πρόσφατα το φως της δημοσιότητας πιστοποιούν ότι το πραγματικό εισόδημα των λαϊκών νοικοκυριών έχει επιδεινωθεί σε σχέση με το 2019
Εντελώς αναμενόμενα, λοιπόν, έχει ξεκινήσει ήδη το «μασάζ» της κοινής γνώμης, με δημοσιεύματα και δηλώσεις που ισχυρίζονται δύο πράγματα: πρώτο, ότι οι στρατιωτικές δαπάνες θα έχουν… αναπτυξιακό χαρακτήρα και, δεύτερο, ότι εξαιτίας αυτού του αναπτυξιακού χαρακτήρα θα επιφέρουν μείωση του δημόσιου χρέους!
«Πρωταθλητές» και ουραγοί
Οι στρατιωτικές δαπάνες των χωρών-μελών του ΝΑΤΟ χωρίζονται σε δύο κατηγορίες:
α) Κύριες αμυντικές δαπάνες (Core Defence): Αγορά οπλικών συστημάτων (π.χ. μαχητικά αεροσκάφη, φρεγάτες), μισθοδοσία προσωπικού, συντήρηση υλικού και επιχειρησιακή ετοιμότητα των στρατευμάτων.
β) Πρόσθετο 1,5% (Security Investments): Προστασία κρίσιμων υποδομών (π.χ. αγωγοί φυσικού αερίου, υποθαλάσσια καλώδια), ενίσχυση της κυβερνοάμυνας, ερευνητικά προγράμματα (R&D) και έργα στρατιωτικής κινητικότητας, γενικότερα υποδομές διπλής χρήσης (για αμυντικούς και εμπορικούς σκοπούς), όπως λιμάνια, σιδηροδρομικά δίκτυα κ.λπ.
Το 5% χωρίζεται σε 3,5% για την πρώτη κατηγορία και 1,5% για τη δεύτερη κατηγορία.
Οσον αφορά την ταχύτητα προσέγγισης στον στόχο του 5%, μεταξύ των χωρών-μελών της Ε.Ε. καταγράφονται διαφορετικές «ταχύτητες». Με βάση τον επίσημο πίνακα του ΝΑΤΟ για το ποσοστό στρατιωτικών δαπανών επί του ΑΕΠ των χωρών-μελών, διακρίνονται οι εξής «ταχύτητες» [στοιχεία από την επίσημη έκθεση του ΝΑΤΟ «Defence Expenditure of NATO Countries (2014-2026)» που δημοσιεύθηκε τον Ιούλιο του 2026].
● Οι «πρωταθλήτριες»: είναι η Λιθουανία με 5,33%, η Εσθονία με 5,11%, η Λετονία με 4,92%, η Πολωνία με 4,68% και η Ελλάδα με 3,65%. Αυτά τα ποσοστά αφορούν την κατηγορία δαπανών του 3,5%, που αυτές οι χώρες, περιλαμβανομένης της Ελλάδας, έχουν ήδη ξεπεράσει, ενώ ο στόχος είναι να πιαστεί μέχρι το 2035!
Οι ίδιες χώρες καταγράφουν υψηλά ποσοστά και στη δεύτερη κατηγορία δαπανών: Λιθουανία 1,65%, Εσθονία 1,55%, Λετονία 1,52%, Πολωνία 1,72%, Ελλάδα 1,10%.
● Οι… δευτεραθλήτριες: ακολουθεί μια ομάδα χωρών με δαπάνες μεταξύ 2,5% και 3,5% στην κύρια κατηγορία: Δανία (3,20%), Νορβηγία (3,15%), Σουηδία (3,08%), Γερμανία (2,69%), Ηνωμένο Βασίλειο (2,56%), Φινλανδία (2,55%). Οι ίδιες αυτές χώρες πιάνουν ήδη τον στόχο δαπανών της δεύτερης κατηγορίας πλην του Ηνωμένου Βασιλείου (1,35% αντί για 1,5%).
● Οι βραδυπορούσες, με δαπάνες μεταξύ 2,0% και 2,5% στην κύρια κατηγορία: εδώ έχουμε τις Γαλλία (2,25% στην κύρια και 1,20% στην Investment Security κατηγορία), Ολλανδία (2,20% και 1,54%), Τσεχία (2,15% και 1,05%), Ρουμανία (2,12% και 1,55%), Ιταλία (2,11% και 0,85%), Ισπανία (2,02% και 0,90%).
Τα δεδομένα αυτά της έκθεσης, που αποτελούν προβλέψεις του ΝΑΤΟ με βάση στοιχεία που έχει συλλέξει από τις χώρες-μέλη, αποκαλύπτουν ότι καταγράφεται τρομερή επιτάχυνση στον τομέα των στρατιωτικών δαπανών, με υψηλά ποσοστά αύξησης από το 2024 στο 2025 αλλά και από το 2025 στο 2026.
Για την Ελλάδα αποκαλύπτεται ότι θα δαπανήσει το 2026 για στρατιωτικές δαπάνες το 3,65%+1,10% για την κύρια κατηγορία στρατιωτικών δαπανών και την κατηγορία Investment Security αντίστοιχα, δηλαδή 4,75% του ΑΣΕΠ, που είναι ένα τρομερό ποσοστό.
Το «αναπτυξιακό» επιχείρημα
Το πρόβλημα είναι οι «βραδυπορούσες» και είναι καθαρά πολιτικό. Καθώς ο στόχος του 2035 έχει ήδη καλυφθεί από αρκετές χώρες, η τελευταία ταχύτητα καλείται να «τρέξει» πολύ πιο γρήγορα για να ακολουθήσει τον ρυθμό των «πρωταθλητριών» και «δευτεραθλητριών» χωρών.
Εδώ τα προβλήματα έχουν… ονοματεπώνυμο: Γαλλία, Ιταλία και Ισπανία. Είναι χώρες με ευαίσθητες δημοσιονομικές αλλά και κοινωνικές και πολιτικές ισορροπίες. Στην ίδια κατηγορία μπαίνει και η Γερμανία, όπου ο καγκελάριος Μερτς προσπαθεί να πείσει για την αναγκαιότητα κατεδάφισης του κοινωνικού κράτους για να χρηματοδοτηθεί το κρεσέντο αύξησης των στρατιωτικών δαπανών. Υπενθυμίζεται ότι η Γαλλία έχει προεδρικές εκλογές τον επόμενο χρόνο, στη δε Γερμανία το ακροδεξιό AfD είναι καθαρά πρώτο κόμμα στις δημοσκοπήσεις.
Το αναπτυξιακό «ξέπλυμα» των στρατιωτικών δαπανών απορρέει λοιπόν από πολιτικές ανάγκες να αναδειχθούν τα αναπτυξιακά πλεονεκτήματά τους.
Στην… εκκίνηση για «μεγάλο πόλεμο»
Οι αυξήσεις των στρατιωτικών δαπανών σε σχέση με το 2014, και ιδιαίτερα την τελευταία τριετία, αντιστοιχούν σε γενικευμένη προετοιμασία για «μεγάλο πόλεμο», για δε την Ελλάδα, το 2026 θα είναι έτος τρομακτικής επιτάχυνσης.
Συγκεκριμένα:
● Το μέσο ποσοστό δαπανών των ευρωπαϊκών χωρών του ΝΑΤΟ και του Καναδά ήταν 1,40% το 2014 και το 2026 θα αυξηθεί σε 2,53%, από 1,96% το 2024 και 2,31% το 2025.
● Για την Ελλάδα, το 2026 είναι έτος καμπής, με αύξηση 33,17%, ενώ από το 2014 η αύξηση είναι 94,68%. Το πιο συγκλονιστικό στοιχείο όμως είναι ότι το 2026 το ΝΑΤΟ προβλέπει πως οι στρατιωτικές δαπάνες της Ελλάδας ως ποσοστό του ΑΕΠ θα φτάσουν το 4,75%, προσεγγίζοντας από τώρα τον στόχο 5% που έχει τεθεί για το… 2035.
Τι πραγματικά ισχύει με χρέος και ανάπτυξη
Την αναπτυξιακή συμβολή των στρατιωτικών δαπανών και επομένως τη δυνατότητα να αυξήσουν το ΑΕΠ και άρα να μειώσουν το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ υπενθύμισε πρόσφατα ο Βλάντις Ντομπρόβσκις, δίνοντας αφορμή για σενάρια. Ωστόσο, δεν πρέπει να συγχέουμε τρία διαφορετικά πράγματα: Αλλο η λογιστική καταγραφή των αμυντικών δαπανών στους εθνικούς λογαριασμούς (ESA 2010), άλλο οι δημοσιονομικοί κανόνες της Ε.Ε. (Σύμφωνο Σταθερότητας), και άλλο οι μακροοικονομικές επιπτώσεις στον λόγο χρέους/ΑΕΠ.
Ηδη με τη θέσπιση του ESA 2010 (European System of Accounts) τα οπλικά συστήματα (weapons systems) που χρησιμοποιούνται για περισσότερο από ένα έτος αντιμετωπίζονται ως πάγια περιουσιακά στοιχεία (fixed assets) και η αγορά τους καταγράφεται ως ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου (Gross Fixed Capital Formation – GFCF), δηλαδή ως δημόσια επένδυση.
Αυτό είναι καθαρά στατιστική ταξινόμηση. Δεν σημαίνει ότι δεν αυξάνεται το έλλειμμα, δεν αυξάνεται το χρέος ή ότι υπάρχει ειδική δημοσιονομική μεταχείριση. Σημαίνει μόνο ότι, στον λογαριασμό του ΑΕΠ, η αγορά ενός μαχητικού αεροσκάφους, μιας φρεγάτας ή ενός άρματος μάχης καταγράφεται ως δημόσια επένδυση και όχι ως ενδιάμεση κατανάλωση.
Οσο για την αναπτυξιακή συμβολή των αμυντικών δαπανών και εδικά στην περίπτωση της Ελλάδας, ο πολλαπλασιαστής τους, δηλαδή η επίπτωσή τους στο ΑΕΠ, είναι πολύ χαμηλός για σειρά από λόγους:
● Υψηλή εισαγωγική εξάρτηση στους εξοπλισμούς: όταν αγοράζονται έτοιμα οπλικά συστήματα από το εξωτερικό, μεγάλο μέρος της δαπάνης δεν μετατρέπεται σε ελληνικό ΑΕΠ.
● Περιορισμένη αμυντική βιομηχανική βάση: χωρίς ισχυρή εγχώρια παραγωγή, συμπαραγωγή ή R&D, οι διαχυτικές επιδράσεις είναι μικρές.
● Αδύναμο ιστορικό αντισταθμιστικών/βιομηχανικής συμμετοχής: τα παλαιά «αντισταθμιστικά οφέλη» είχαν συχνά προβλήματα αποτελεσματικότητας, διαφάνειας και πραγματικής προστιθέμενης αξίας.
● Θεσμικές αδυναμίες στα δημόσια έργα: καθυστερήσεις, υπερβάσεις κόστους, κατακερματισμός έργων και κακοδιαχείριση μειώνουν τον καθαρό αναπτυξιακό αντίκτυπο.
● Περιορισμένη απορροφητική ικανότητα: η εμπειρία του Ταμείου Ανάκαμψης δείχνει ότι η χρηματοδότηση από μόνη της δεν εγγυάται παραγωγικό αποτέλεσμα.
Από δημοσιονομική άποψη, μόνο η ρήτρα διαφυγής ανακουφίζει, αλλά και πάλι, μόνο πρόσκαιρα: οι δαπάνες που θα εξαιρεθούν θα επανέλθουν αναδρομικά μετά το 2028 – μια μορφή αναβολής της λιτότητας στις δαπάνες για μερικά χρόνια.
