
Βιβλία στο προσκέφαλο: Πολυαγαπημένα, πολυδιαβασμένα, βιβλία που μας διαμόρφωσαν ή μας στήριξαν σε δύσκολες στιγμές. Πρόσωπα της γραφής ξεφυλλίζουν την «αυτοβιογραφική» βιβλιογραφία τους.
O σημερινός φιλοξενούμενος της στήλης μας διευθύνει επί τριάντα συναπτά χρόνια το σπουδαίο πολυφωνικό λογοτεχνικό περιοδικό («Εντευκτήριο»), που αν και ξεκίνησε και συνεχίζει να εκδίδεται στη Θεσσαλονίκη (μια πόλη με μακρά παράδοση σε ανάλογα έντυπα), διαμορφώνει και παρεμβαίνει στην πνευματική ζωή του τόπου. Εδώ ο εκδότης των ομότιτλων εκδόσεων, επιμελητής κειμένων, βιβλιοκριτικός, παραγωγός ραδιοφωνικών εκπομπών και διοργανωτής πολιτιστικών εκδηλώσεων ανακαλεί, με συγκίνηση και ακρίβεια, την αναγνωστική του διαδρομή, την εμπλοκή του με τις λέξεις, τα βιβλία, τους ανθρώπους των γραμμάτων: από τα παραμύθια που του έλεγε ο καθεκλοσκελετοποιός πατέρας ώς τα βιβλία που τον καθόρισαν κι έχει σήμερα στο προσκέφαλό του
Επιμέλεια: Μισέλ Φάϊς

Στο σπίτι των παιδικών μου χρόνων, της οδού Βασιλέως Γεωργίου (νυν Γρηγόρη Λαμπράκη) στη Σταυρούπολη Θεσσαλονίκης, όχι βιβλιοθήκη δεν υπήρχε μα ούτε καν ένα εξωσχολικό βιβλίο. Βέβαια, με κάποιον τρόπο η λογοτεχνία δεν έλειπε: υπήρχαν τα παραμύθια που μου έλεγε, διαφορετικό κάθε βράδυ, ο καθεκλοσκελετοποιός πατέρας μου ανεβαίνοντας από το μικρό εργαστήριό του που ήταν στο υπόγειο του σπιτιού.
Τα πρώτα μου διαβάσματα ήταν τευχίδια μιας εικονογραφημένης σειράς ιστορικών με γενικό τίτλο «Ημουν κι εγώ εκεί», που διανεμόταν -αρχές με μέσα της δεκαετίας του ’60- με ένα… απορρυπαντικό (το Tide; το Omo;) και με πρωταγωνιστή ένα μικρό αγόρι που, χάρη σε μια μηχανή του χρόνου, μεταφερόταν σε διαφορετικές εποχές και τόπους: στην Αίγυπτο των Φαραώ, στις στέπες της Μογγολίας με τους Ούνους του Αττίλα κτλ.
Αργότερα, προστέθηκαν στο αναγνωστικό μου ρεπερτόριο τα «Κλασικά εικονογραφημένα», το «Γκαούρ Ταρζάν», ο «Μικρός Ηρως», η «Μάσκα» αλλά και τα περιοδικά ποικίλης ύλης «Ντομινό» και «Ρομάντσο» που διάβαζαν οι αδελφές μου.
Οταν χώρισαν οι γονείς μου, ως 12ετές παιδίον, έζησα για ενάμιση χρόνο στα σπίτια των δύο αδελφών του πατέρα μου και στις μικρές βιβλιοθήκες που διατηρούσαν οι κάπως μεγαλύτερες εξαδέλφες μου ανακάλυψα τον Λουντέμη («Ενα παιδί μετράει τ’ άστρα») και την ποιητική ανθολογία Μιχ. Περάνθη. Μετά, ήρθε η βιβλιοθήκη της Βασιλικής Πρόνοιας: Πηνελόπη Δέλτα, Εκτωρ Μαλό, Περλ Μπακ…
Παρότι δούλευα τα καλοκαίρια (στο κυλικείο ενός κτιρίου γραφείων, σε φωτοτυπείο έως και σε επινικελωτήριο…), δεν αγόραζα βιβλία με τα χρήματα που έπαιρνα, συνέχιζα να αντλώ από δανειστικές βιβλιοθήκες.
Στο σπίτι της Βασ. Κωνσταντίνου (τώρα Γιώργου Σεφέρη) εξακολουθούσε να μην υπάρχει βιβλιοθήκη, ούτε έστω ένα εξωσχολικό βιβλίο. Το πρώτο βιβλίο που αγόρασα (από τον Μπίμπη, στην Εγνατία) ήταν η «Ρεβέκκα» της Δάφνης ντι Μοριέ, με χοντρά σκούρα πορτοκαλιά καπάκια κι ένα ολόστραβο Ρ στη ράχη.
Τον ίδιο, πάνω-κάτω, καιρό (περί το 1973-1974) ανακάλυψα τη Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης, που τότε στεγαζόταν στο κτίριο της ΧΑΝΘ.
Εκεί δεν διάλεγα τίτλους αλλά συγγραφείς: μετά τα «Αγουρα χρόνια» διάβασα ό,τι υπήρχε του Κρόνιν, μετά το «Ουδέν νεώτερον από το δυτικό μέτωπο» ξεσκόλισα τον Ρέμαρκ. Διάβαζα χωρίς μπούσουλα, χωρίς οργάνωση, χωρίς σκεπτικό· απλώς, το ένα βιβλίο έφερνε το άλλο ―με ανεπίγνωστη πλην επίμονη προτίμηση στους κλασικούς. Η εξαετία 1973-1978 πρέπει να είναι η πιο πυκνή, αναγνωστικά, της ζωής μου.
Σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία έπιασα να διαβάζω, και μάλιστα συστηματικά, όταν άρχισα να εργάζομαι ως δημοσιογράφος και να κάνω εκπομπές στο ραδιόφωνο (1978). Τα διαβάσματά μου περιελάμβαναν πλέον και Θεσσαλονικείς συγγραφείς, που έως τότε δεν υπήρχαν στον αναγνωστικό μου ορίζοντα: Χριστιανόπουλο και Ιωάννου φυσικά, Γ. Θ. Βαφόπουλο (τα απομνημονεύματά του), Πεντζίκη, Τ. Καζαντζή, και νεότερους έως νεότατους, ανακαλύπτοντάς τους σε προηγούμενα τεύχη της «Διαγωνίου» που μου χάριζε πότε πότε ο «κύριος Ντίνος».
Με τον καιρό, η ποίηση άρχισε σιγά σιγά να διεμβολίζει την εμμονή μου για την πεζογραφία. Καβάφης, Σεφέρης, Ελύτης (λιγότερο), Καρυωτάκης, Αγρας, Σαραντάρης, Ρίτσος, Σαχτούρης, Καρούζος, Δημουλά (καυχιέμαι πως την «ανακάλυψα» προτού γίνει διάσημη…), Αναγνωστάκης, αλλά και Δούκαρης, Ε. Βακαλό, Βαρβέρης ―και πάλι ανάκατα, χωρίς σύστημα.
Η αλήθεια είναι πως, με τα χρόνια, μοιρασμένος ανάμεσα στη δουλειά στην τράπεζα, τις ραδιοφωνικές εκπομπές, την έκδοση του «Εντευκτηρίου» και τις κριτικές παρουσιάσεις βιβλίων σε εφημερίδες, δεν διέθετα και πολύ χρόνο, όπως παλιά, για διάβασμα. Σκέφτομαι συχνά πως για διευθυντής λογοτεχνικού περιοδικού δεν έχω διαβάσει αρκετά, έστω τα βιβλία που κάποιος θα θεωρούσε «βασικά».
Πάντως, το κομοδίνο μου φιλοξενεί πάντε μια μικρή στοίβα βιβλίων που με έχουν στοιχειώσει (τα Ποιήματα του Χριστιανόπουλου, η «Καταπακτή» του Ιωάννου, ο δίτομος Καβάφης του Γ. Π. Σαββίδη, «Ο ωραίος λοχαγός» του Κουμανταρέα, το «Προς Οφρύνιον» του Δρακονταειδή, «Το τελευταίο κρασί» της Ρενό…), μαζί με τα τελευταία βιβλία αγαπημένων φίλων, που τα αποκαλώ (κοπιάροντας Βαφόπουλο) «γλυκείς εφιάλτες».
