Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Βιβλία στο προσκέφαλο

Πολυαγαπημένα, πολυδιαβασμένα, βιβλία που μας διαμόρφωσαν ή μας στήριξαν σε δύσκολες στιγμές. Πρόσωπα της γραφής ξεφυλλίζουν την «αυτοβιογραφική» βιβλιογραφία τους.

Διακειμενικότητα, αισθησιασμός, μνημονικές παλινωδίες, νοσταλγικοί τόνοι και κλιμακώσεις της ειρωνείας και της φάρσας χαρακτηρίζουν εν πολλοίς τη γραφή της Μαρούτσου.

Εδώ η πεζογράφος (το μυθιστόρημά της «Μεταξύ συρμού και αποβάθρας» βραβεύτηκε το 2009 με το Athens Prize for Literature από το περιοδικό (δε)κατα), που εργάζεται στην εκπαίδευση, συναρθρώνει και ανακεφαλαιώνει σε ενιαία ελκυστική αφήγηση βιβλία και εποχές, σελίδες και μέρες, βιώματα και αναπαραστάσεις βιωμάτων.

Επιμέλεια: Μισέλ Φάις

Ημουν δέκα χρόνων όταν μου δώρισε η μητέρα μου τα Γενέθλια της Ζωρζ Σαρή. Θυμάμαι πως επρόκειτο για ένα κορίτσι που την ημέρα των γενεθλίων του γίνεται το πραξικόπημα των συνταγματαρχών, ανατρέποντας όχι μόνο τα σχέδια για το πάρτι της αλλά όλον της τον κόσμο.

Η ταύτιση ήταν ακαριαία καθώς, γεννημένη στις 17 Νοεμβρίου, βίωνα ως παιδί εκείνη τη μέρα όχι με τη συνήθη χαρά κι αδημονία αλλά με καρδιά βαριά και μια περίεργη ανατριχίλα, καθώς από το πρωί ακούγονταν από το ραδιόφωνο τραγούδια για αγώνες και βασανιστήρια. Εκλαιγα που χτυπούσαν στην ταράτσα τον Αντρέα και μετρούσαν τους χτύπους και το αίμα αντί να μετράνε κεράκια και δώρα, όπως θα άρμοζε σε μια μέρα γενεθλίων σαν τη δική μου ή της ηρωίδας.

Η ανάμιξη της πραγματικότητας με τη μυθοπλασία έλαβε χώρα αρκετά νωρίς στη ζωή μου με αποτέλεσμα στα έντεκα να δηλώσω σε όλη την οικογένεια πως είμαι κομμουνίστρια, όπως είχε κάνει κι η ηρωίδα στο Καπλάνι της βιτρίνας της Αλκης Ζέη.

Θυμάμαι πως ο πατέρας μου είχε πει τότε: «Αλίμονο στους νέους που δεν είναι κομμουνιστές και στους μεγάλους που είναι ακόμα» ή κάτι τέτοιο, που στοιχηματίζω πως κι αυτός κάπου το είχε διαβάσει. Το μυθιστόρημα Οταν ο ήλιος της Ζωρζ Σαρή σημάδεψε με τη σειρά του τη ζωή μου ως εξής: Την ηρωίδα την είχε ερωτευτεί ο Γιάννης, ένα αδύνατο αγόρι με πεταχτό καρύδι, όμως εκείνη ήταν ξεμυαλισμένη με άλλον.

Σε αυτή τη λογοτεχνική συμπαιγνία αποδίδω το γεγονός πως στη ζωή μου οι Γιάννηδες αδικήθηκαν∙ ουδέποτε κατάφερα να ανταποδώσω τα αισθήματά τους, όσο καλό χαρακτήρα κι αν διέθεταν, όπως άλλωστε κι ο Γιάννης στο μυθιστόρημα.

Θα έγινε υποθέτω ήδη αντιληπτό πως σε πολύ ευαίσθητη ακόμα ηλικία μολύνθηκα από τον ιό της λογοτεχνίας, με αποτέλεσμα να περνώ αρκετές από τις μέρες μου κλινήρης με ένα βιβλίο στο προσκεφάλι, καμιά φορά και δύο, καθώς ο κόσμος των μυθιστορημάτων -αμέσως το κατάλαβα- ήταν απείρως ωραιότερος από τον πραγματικό.

Οταν δρασκέλισα το κατώφλι της εφηβείας, το δρασκέλισε μαζί μου κι ο Μενέλαος Λουντέμης, χτίζοντας πάνω στο επαναστατικό υπόστρωμα της Ζέη και της Σαρή έναν μελίρρυτο ρομαντισμό που άκουγε στα ονόματα Μέλιος, Δακρυτζίκος και Αγράμπελη.

Σπάραξα με τις ιστορίες τους από βιβλίο σε βιβλίο μέχρι να κλείσω τα δεκάξι, να ανοίξω τον Καζαντζάκη και μετά, στα δεκαεπτά, τον Ντοστογιέφσκι, ενώ τα δεκαοχτώ με βρήκαν με τον Ξένο αγκαλιά, εγκαινιάζοντας μια μακρά σχέση πάθους με τον Καμί. Η σχέση αυτή, ελεύθερη ως αρμόζει σε υπαρξιστές ολκής, με οδήγησε στην Μποβουάρ και την Ντιράς, ενώ στα είκοσι -τη μαύρη μου περίοδο- διάβαζα μόνο Μήτσορα.

Από τη Μήτσορα πέρασα στη Ζατέλη -τη μοβ περίοδο-, ενώ ανακάλυψα αίφνης και τον αυτόχειρα Γιώργο Μακρή (από έναν φίλο συνονόματο του συγγραφέως, που είχε κι αυτός άτυχο τέλος).

Μπορεί με τούτα και με κείνα να έκανα οκτώ συναπτά έτη να πάρω το πτυχίο μου, όμως επαίρομαι πως δεν άργησα διόλου να αναζητήσω τον χαμένο χρόνο του Προυστ ούτε τον Ανθρωπο χωρίς ιδιότητες του Μούζιλ. Η τριλογία του Τσίρκα καθώς και το Αλεξανδρινό Κουαρτέτο του Ντάρελ περπατούν με πλεγμένα τα δάχτυλα στους δρόμους της μνήμης μου – άγνωστο γιατί.

Σε μια απόκοσμη λεωφόρο ο Κάφκα βοά πως η ενοχή δεν έχει όνομα και πως μια μέρα ακόμα κι οι δικοί μας άνθρωποι μπορεί να μας κοιτάξουν σαν να έχουμε μεταμορφωθεί σε κατσαρίδες.

Συγκλονισμένη ταχύνω το βήμα γιατί πλησιάζω τα τριάντα και ιδού ο Κούντερα με την Αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι και τους Γελοίους έρωτες που όλοι νιώσαμε επαρκώς στο πετσί μας. Κατά τα επόμενα είκοσι χρόνια υπήρξε ραγδαία επιδείνωση της σχέσης μου με την πραγματικότητα κι έτσι η λογοτεχνία από το προσκέφαλο εξαπλώθηκε σε όλο το μήκος και το πλάτος του κρεβατιού.

Κι αν με ρωτήσει κανείς με ποιους συγγραφείς έχω μοιραστεί τις ωραιότερες στιγμές στην κλίνη μου, θα ονομάσω χωρίς δισταγμό τον Φελισμπέρτο Ερνάντες, τη Γιόκο Ογκάουα, τον Χούλιο Κορτάσαρ, τον Ερνέστο Σάμπατο, τον Χαρούκι Μουρακάμι, τον Σάμιουελ Μπέκετ, την Αλις Μονρό, τον Αλεσάντρο Μπαρίκο και, τελευταίως, την Ούρσουλα Φωσκόλου.

Τελευταίο βιβλίο της Ελ. Μαρούτσου είναι οι «Χυδαίες ορχιδέες» (Κίχλη, 2015)