Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το Ναυάγιο με θεατή του Χανς Μπλούμενμπεργκ (1920-1996) είναι πραγματικά ένα περιπετειώδες φιλοσοφικό κείμενο.

Εφαρμοσμένο παράδειγμα της «μεταφορολογίας» του συγγραφέα (της μελέτης των μεταφορών ως οργανικών στοιχείων όλων των συστημάτων σκέψης, συμπεριλαμβανομένων των αυστηρά εννοιολογικών, στα οποία οι μεταφορές ανήκουν ως εξωγενή στοιχεία που κλονίζουν, ενίοτε διαρρηγνύουν και πολλές φορές αναδιατάσσουν και διευρύνουν τον πυκνό ιστό των εννοιών), καλεί τον αναγνώστη σε ένα ταξίδι στο οποίο του εμφανίζεται, από τις πιο απροσδόκητες πλευρές και με τις πιο απρόβλεπτες συνέπειες, η ίδια πάντα σύνθετη μεταφορά, του ναυαγίου μαζί με τον θεατή του, σαν κεντρικός «τόπος» διαρκούς ερμηνείας της αυτοστοχαστικής πορείας του ανθρώπου μες στον κυκεώνα της ζωής, από την αρχαιότητα μέχρι τους μοντέρνους και μεταμοντέρνους καιρούς μας (στο περιθώριο της έρευνας του Μπλούμενμπεργκ, είναι απολαυστικό το εναρκτήριο παράδειγμα για τη χρήση της μεταφοράς του «πλοίου του κράτους» από Γερμανούς βουλευτές σε συζήτηση για τον κρατικό προϋπολογισμό).

Σαν καλή περιπέτεια, λοιπόν, θα της στερούσαμε όλη τη γεύση της αν προδίδαμε την εξέλιξή της. Μπορούμε όμως να πούμε κάτι για την αρχή της και (παραδόξως) για το τέλος της.

Αν κάτι διακρίνει τη μεταφορολογία από τη συγκριτική γραμματολογία ή την «παλιά καλή ιστορία του πνεύματος» (όπως είχε παρερμηνεύσει κάποτε ο Ρίτσαρντ Ρόρτι το διάβημα του Μπλούμενμπεργκ), είναι ακριβώς η φιλοσοφική αφετηρία και απόβλεψή της.

Ο Μπλούμενμπεργκ εμπνέεται από τον Χούσερλ όταν ορίζει τη μεταφορά ως αυτό στο οποίο μετατρέπεται ένα «αρχικά καταστροφικό στοιχείο» μόνο –και το τονίζει– «υπό την πίεση που ασκεί η ανάγκη αποκατάστασης της απειλούμενης συνοχής» ενός προϋπάρχοντος ταυτοτικού εννοιολογικού συστήματος.

Οταν η έμφαση δίνεται σε αυτή την ανάγκη αποκατάστασης, η μεταφορά εξηγείται –και παραμερίζεται– ως «απλή μεταφορά», το αντίθετο της ισχυρής αξίωσης για εννοιολογική κυριολεξία και μονοσημαντότητα. Οταν όμως η έμφαση δίνεται στο ίδιο το «εξωτικό ξένο σώμα», στο μη εννοιακό, το αποτέλεσμα είναι να εμπλουτίζεται λες και από μόνος του, αυτονόητα, πέρα από κάθε διαχωρισμό αντικειμενικότητας και υποκειμενικότητας, ο ίδιος ο «ανθρώπινος βιόκοσμος».

Εδώ εστιάζει η μεταφορολογική διερεύνηση, σε αυτό το μεταίχμιο μεταξύ ταυτότητας και διαφοράς, ξενότητας και οικείωσης, με ορίζοντα την επ’ άπειρον παράταση του ταξιδιού, τον πολλαπλασιασμό των σταθμών και των ανταποκρίσεων, τη συσσώρευση εμπειριών.

Γιατί ο Μπλούμενμπεργκ είναι ένας ακραιφνώς μοντέρνος στοχαστής, είχε δε τη δική του χαρακτηριστική θέση στη συζήτηση περί νεωτερικότητας που διεξάχθηκε διεθνώς –και με ιδιαίτερη ένταση– τις δεκαετίες του 1980 και 1990, και στην οποία κόμισε (ενάντια στις θεωρίες για τη νεωτερικότητα ως «εκκοσμίκευση» της θεολογίας) τη μοντέρνα «περιέργεια» ως ιδιάζοντα παράγοντα (αυτο)νομιμοποίησης του αιτήματος της προόδου.

Ετσι, οι περιπέτειες των μεταφορών μετατρέπονται σε μεταφορά της (μίας και οικουμενικής) ανθρώπινης περιπέτειας, και η μεταφορολογία αυτοθεμελιώνεται αντίστοιχα σαν η «χαρούμενη γνώση» αυτής της περιπέτειας που δεν γνωρίζει χρονικά ή χωρικά σύνορα, ενώνει τις εποχές και τους πολιτισμούς, διατρέχοντας τον κόσμο των βιβλίων και των άλλων, συχνά αγνοημένων ή περιθωριοποιημένων, γραπτών τεκμηρίων και, οριακά, αναγνωρίζοντάς τον ως «τον» κόσμο sans phrase. Είναι οπωσδήποτε προτιμότερο να εννοεί κανείς πλήρως τον οικουμενισμό, εφόσον τον κηρύσσει και τον διακονεί.

Από την άλλη, όπως για όλους τους σημαντικούς θεωρητικούς, έτσι και για τον Μπλούμενμπεργκ ισχύει ότι όχι μόνο λέει αυτό που βλέπει, αλλά, ακόμα πιο σημαντικό και δύσκολο, βλέπει αυτό που βλέπει (για να το θέσουμε με τον τρόπο του Πεγκί).

Και, αν μας επιτρέπεται να προδώσουμε ένα μόνο στοιχείο από τις μεταμορφώσεις του ναυαγίου με θεατή ανά τους αιώνες, τα είδη και τους συγγραφείς, αυτό θα ήταν σίγουρα η σχεδόν (αλλά όχι τελείως) αδιόρατη νεωτερική μεθερμηνεία της μεταφοράς αυτής με θεατρικούς όρους, ως «παράσταση μιας παράστασης» α λα Σοπενχάουερ.

Να λοιπόν μια εσωτερική ρωγμή στο μεταφορολογικό πεδίο, μια σχεδόν (αλλά όχι τελείως) ομολογημένη οπισθοχώρηση του μεταφορολογικού οικουμενισμού στην ασφάλεια μιας συνθήκης αμιγούς θέασης που έχει ενσωματώσει τον ανθρώπινο βιόκοσμο και τον ίδιο τον εξωανθρώπινο κόσμο.

Από τους Αρχαίους στους Μοντέρνους (και όχι απαραιτήτως, ή όχι αποκλειστικά, με τη χρονική έννοια της απόστασης που χωρίζει τους μεν από τους δε), ο ορίζοντας αίφνης στενεύει και η περιέργεια που ξεκίνησε να κατακτήσει –αναλύοντας και αναδιατάσσοντας– τον κόσμο ως τέτοιον φαίνεται σαν να τον έκοψε προκαταβολικά στα μέτρα της, προκειμένου να τον αποδώσει ως έγκυρα «πραγματικό», υπό μορφή τεκμηρίων και άλλων ερευνητικών αντικειμένων. Το τίμημα αυτής της μεταβολής θα το καταμετρούμε ακόμα για πολύ καιρό.

Για το πρώτο αυτό βιβλίο του Μπλούμενμπεργκ που εκδίδεται στα ελληνικά, τα εύσημα ανήκουν στον Θοδωρή Δρίτσα, που έκανε την υποδειγματική μετάφραση και έγραψε το πολύ κατατοπιστικό επίμετρο, και στις εκδόσεις «Αντίποδες» που το προτείνουν σε ένα κοινό –κατά δήλωση των ίδιων των εκδοτών– «ιδανικών αναγνωστών».

Από τους τελευταίους θα κριθεί πλέον κατά πόσον το Ναυάγιο με θεατή δεν θα παραμείνει μήνυμα σε μπουκάλι ριγμένο στη θάλασσα και θα διαβαστεί όχι απλώς σαν μια συναρπαστική πλην όμως αποκομμένη φιλοσοφική ιστορία, αλλά –κυρίως– σαν κρίσιμη συνεισφορά σε μια διαμάχη, η οποία μοιάζει να ανανεώνεται διαρκώς, με σταθερό επίδικο ζήτημα το καθεστώς των εννοιών, των μεθόδων και, τελικά, των μεταφορών που συνεχίζουν να διαμορφώνουν το παρόν μας.