ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Θωμάς Τσαλαπάτης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τα τελευταία χρόνια οργανώνω και διδάσκω σε δυο εργαστήρια δημιουργικής γραφής. Ενα θεατρικής γραφής και ένα ποίησης. Ηδη από το ξεκίνημα της εμπειρίας αυτής, μου τέθηκε από πολλούς το ερώτημα –άλλοτε καλοπροαίρετα, άλλοτε όχι και τόσο– αν η γραφή είναι κάτι το οποίο μπορεί να διδαχθεί. Είναι ουσιαστικά ένας διάλογος που, αν κάποιος τον δει στην ουσία του, έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον και είναι αρκετά διαφωτιστικός για πολλά από τα χαρακτηριστικά της ελληνικής γραφής τα τελευταία χρόνια.

Να ξεκαθαρίσω από την αρχή πως εδώ μιλούμε αποκλειστικά για τη θεατρική γραφή και την ποίηση. Για τα υπόλοιπα είδη μπορεί να ισχύει κάτι παρόμοιο, αλλά όπως και να έχει η επιχειρηματολογία του άρθρου δεν τα συμπεριλαμβάνει. Ας ξεκινήσουμε από τα πιο απλά: τη θεατρική γραφή. Μπορούμε να πούμε πως η θεατρική γραφή από τη στιγμή που βασίζεται στη σχέση της με το κοινό, τους θεατές που παρακολουθούν σε χρόνο ενεστώτα, ορίζεται από κάποιους κανόνες που αυτό ορίζει.

Τον κανόνα της παρακολούθησης, της ταύτισης και του ενδιαφέροντος. Ο συγγραφέας πρέπει να ακολουθήσει τους κανόνες αυτούς που θα κρατήσουν το κοινό από την αρχή μέχρι το τέλος του έργου. Και κάτι τέτοιο προκύπτει οικοδομώντας με σωστούς όρους την πλοκή. Η πλοκή βρίσκεται στον πυρήνα του θεατρικού έργου και όλα τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά (χαρακτήρες, διάλογοι κ.ά.) ορίζονται από αυτή. Η απλή αυτή παραδοχή είναι η αρχή για να οικοδομήσουμε τους κανόνες αυτούς που πρέπει να ακολουθήσουμε (συχνά με αποκλίσεις) ώστε να δημιουργήσουμε ένα θεατρικό έργο.

Στην ποίηση κάτι τέτοιο μοιάζει πιο δύσκολο. Από τη στιγμή που η ποίηση έχει απελευθερωθεί από τους κανόνες της μετρικής, τις ομοιοκαταληξίες και τα σαφώς προσδιορισμένα είδη, μοιάζει ελεύθερη να ακολουθήσει οποιονδήποτε δρόμο επιλέγει ο δημιουργός χωρίς σωστό και χωρίς λάθος. Βεβαίως. Εδώ δεν μπορούμε να μιλήσουμε για σαφείς κανόνες αλλά πιο πολύ για μοτίβα, για τρόπους. Και παράλληλα για μια ηθική της γραφής. Για τους όρους με τους οποίους γράφουμε, με τους οποίους διορθώνουμε, με τους οποίους οργανώνουμε το ποιητικό μας υλικό.

Και στις δυο περιπτώσεις, οι δύο εκδοχές της γραφής έχουν ιστορία, κορυφές, σχολές και διαδικασίες που μπορούν να μεταδοθούν, να κατανοηθούν, να συζητηθούν. Ενα θεατρικό καταλυτικό γεγονός ή ένας ποιητικός καταληκτικός στίχος είναι σημεία που μπορούν να μελετηθούν. Ο τρόπος τους, η ισχύς τους, η λειτουργία τους. Αυτό που δεν μπορεί να διδαχθεί είναι η έμπνευση. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, ο δρόμος είναι χαρτογραφημένος. Αυτό που δεν είναι χαρτογραφημένο είναι η κατάληξη και ακόμα περισσότερο η βεβαιότητα πως θα φτάσεις σε αυτήν.

Είναι, αν το καλοσκεφτούμε, κάπως περίεργο να πιστεύουμε πως τέχνες όπως η ζωγραφική ή η μουσική κατά κύριο λόγο μπορούν να διδαχτούν και η φοίτηση σε κάποιο ωδείο ή κάποια σχολή να μοιάζουν αυτονόητες, ενώ οι τέχνες της γραφής υπόκεινται αποκλειστικά στο ταλέντο, στην έμπνευση ή στη θεία χάρη.

Αν αποδεχτούμε κάτι τέτοιο, στην πραγματικότητα τοποθετούμε τη γραφή πιο κοντά στις μυστικές τέχνες παρά σε μια συγκροτημένη καλλιτεχνική πρόταση, ενώ στην πραγματικότητα –ακόμα και αν δεν το αντιλαμβανόμαστε– ορίζουμε την κριτική ως σχεδόν αδύνατη, αφού δεν υπάρχουν κοινοί τόποι ή χαρτογραφημένες διαδικασίες ώστε ένα καλλιτεχνικό αποτέλεσμα να κριθεί με όρους παρόμοιους με ένα άλλο.

Ερχόμενοι σε επαφή με κανόνες ή κοινά συγγραφικά μοτίβα, στην πραγματικότητα οικοδομούμε τις συνθήκες αυτές που ξεκλειδώνουν το γράψιμο, μειώνουν την απαίτηση για μια τυχαία έμπνευση (η οποία μπορεί να μην έρθει ποτέ) και ανοίγουν τον δρόμο για την εργασία, τον αδιάκοπο κόπο της γραφής και την αναμέτρηση με τη γλώσσα. Και αυτό είναι το πιο βασικό.

Οι όροι και οι κανόνες μετατρέπουν τον γράφοντα από αμφίβολο μάγο σε ουσιαστικό εργάτη της γλώσσας. Χωρίς να του υπόσχονται τίποτα πέρα από τη δυνατότητά του να δουλεύει ασταμάτητα. Ή, όπως έλεγε ο Χέμινγουεϊ, «Στην τελική, το να γράφεις καλά είναι απλό πράγμα. Πρέπει απλώς να κάτσεις στο γραφείο και τα χέρια σου να ματώσουν».