Εδώ και καιρό έχει ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο στη διαδικασία επιταχυνόμενης παρακμής της χώρας. Είναι η οργανωμένη και συστηματική προσπάθεια κανονικοποίησης της ανομίας ως όχι μονάχα τρόπου, αλλά και επίσημου δικαιώματος της νεοδημοκρατικής ελίτ. Και αν κάτι τέτοιο δεν μοιάζει καινούργιο είναι ακριβώς γιατί το στάδιο αυτό προκύπτει από τα προηγούμενα στάδια με μια συνέπεια τέτοια που όχι μονάχα τα περιγράφει, αλλά και τα επιβεβαιώνει στην απόλυτη κυριολεξία τους και στο σύνολό τους. Ως μια διαδικασία που ξεκίνησε κάποτε και τώρα μοιάζει να ολοκληρώνεται. Αυτό όμως που έχει σημασία είναι να αντιληφθούμε την αλλαγή παραδείγματος. Και μαζί με τη χυδαιότητα να αντιληφθούμε την κρισιμότητα του παραδείγματος αυτού σε σχέση με όσα φέρνει στο σήμερα, σε σχέση με όσα υπόσχεται για αύριο.
Στα χρόνια της μεταπολίτευσης υπήρξαν άπειρα παραδείγματα κυβερνήσεων που εκφράζονταν με απόλυτη αλαζονεία, με μια έπαρση που περιέγραφε πως βρίσκονται υπεράνω του νόμου. Οταν ξεσπούσε κάποιο σκάνδαλο, η στάση τους ήταν κοινή: Δεν πιστεύουμε πως συνέβη τίποτα το παράνομο και αν υπήρξε κάποια παρανομία, θα αποφανθεί η Δικαιοσύνη. Η πρόταση αυτή σε ένα οποιαδήποτε άλλο πολιτικό περιβάλλον ίσως να έμοιαζε σύννομη με βάση τις δημοκρατικές αρχές και διαδικασίες. Αυτό όμως που πάντοτε κουβαλούσε τη χυδαιότητα της δεδομένης συνθήκης ήταν το υποβόσκον νόημα. Η πεποίθηση πως η Δικαιοσύνη θα πράξει με βάση όχι το δίκαιο, αλλά τα συμφέροντα μιας δεδομένης ομάδας ανθρώπων. Οσον αφορά αυτό οι κυβερνήσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν έμοιαζε να διαφέρουν και πολύ σε σχέση με πολλές από τις κυβερνήσεις της Νέας Δημοκρατίας ή του ΠΑΣΟΚ που είχανε προηγηθεί. Η στάση αυτή άρχισε να αλλάζει μέσα από τη μεγάλη τριλογία της Νέας Δημοκρατίας: τις υποκλοπές, τα Τέμπη και κυρίως το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ. Δεν είναι μόνο το μέγεθος των σκανδάλων, είναι μαζί και το γεγονός πως αυτά συνέβησαν σε μια περίοδο χωρίς αξιόλογη αντιπολίτευση.
Πια τα στελέχη της Νέας Δημοκρατίας -με πρώτον τον πρωθυπουργό- χρησιμοποιούν το νταηλίκι και την επιθετικότητα του μετεμφυλιακού χωροφύλακα επαρχίας για να περιγράψουν τις πολιτικές τους καφρίλες: «Γιατί έτσι γουστάρω», «γιατί ήμουν όμορφος», «γιατί έτσι πάντοτε γινόταν». Δεν είναι δικαιολογία. Είναι η συνειδητή απουσία οποιασδήποτε δικαιολογίας. Η παραδοχή της απουσίας οποιασδήποτε αξιοκρατίας, οποιουδήποτε ελέγχου και οποιασδήποτε λογοδοσίας. Μια επιθετική παραδοχή που στα μάτια τους τούς ταυτίζει με την ίδια την ουσία της εξουσίας στο αλώνι αυτό που ονομάζεται Ελλάδα.
Γιατί αυτό που πρέπει να αντιληφθούμε είναι πως η διακυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας δεν είναι απλώς ο ρεβανσισμός και η επιστροφή ενός συστήματος που ένιωσε να τρεμοπαίζει μέσα στις αναταραχές της κρίσης αμφιβάλλοντας ακόμα και για την επιβίωσή του τις στιγμές της πιο ακραίας πόλωσης. Είναι ταυτόχρονα η προσπάθεια έκφρασης των ελίτ, αλλά μαζί και η προσπάθεια ταύτισης του συνόλου τους με το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας. Μέσα από την έλλειψη ουσιαστικής αντιπολίτευσης η Νέα Δημοκρατία προσπαθεί να εκφράσει την κυρίαρχη κάστα χωρίς εσωτερικές αντιθέσεις και ανταγωνισμούς, με τον εαυτό της ως τον απόλυτο διαμεσολαβητή, τον διαχειριστή των κονδυλίων, των προγραμμάτων και τελικά της ίδιας της νομιμότητας. Εδώ δεν βρισκόμαστε απλώς μπροστά σε έναν κυνισμό που αδιαφορεί για κάθε έλεγχο. Βρισκόμαστε μπροστά σε μια ομάδα που χρησιμοποιεί ακριβώς αυτή τη στάση ως προϊόν προς τις ελίτ, ως μια πατέντα που μόνο η ίδια μπορεί να παρέχει. Και ως μια υπόσχεση πως όποιος τους στηρίξει θα εξαιρεθεί με τον ίδιο τρόπο που αυτοί οι ίδιοι εξαιρούνται.
Δεν είναι η αδιαφορία τους να απολογηθούν. Είναι πολύ περισσότερο η διαφήμιση της αδιαφορίας αυτής ως προϊόντος που μπορούν να παρέχουν. Μια διαφήμιση προς τους πολίτες και τις ελίτ ταυτόχρονα. Μια στάση, μια ρητορική και μια σειρά από εφαρμογές που τέμνουν την Ελλάδα στα δύο. Είναι η επιστροφή του συνόλου της χώρας σε εποχές καθεστώτος. Ενός καθεστώτος αυταρχικού και μισαλλόδοξου που έχει στον πυρήνα του την πρόθεσή του να ευνοήσει, να αποκλείσει και να εξαιρέσει. Και μαζί -πια- την παραδοχή της πρόθεσης αυτής.
Στο νέο αυτό στάδιό της η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη είναι ό,τι πιο διχαστικό έχει υπάρξει στη χώρα αυτή από τη μεταπολίτευση και μετά.
