Το πόσο στενά συνδέεται η ιστορία ενός τόπου με το μέλλον των κατοίκων του, ακόμη κι αν ο πρώτος έχει περάσει στη λήθη, γίνεται καταφανές όταν τον περπατήσει κανείς. Αυτό έκανε ο Αγγελος Σινάνης, για τα ορεινά Κορέστεια, κοινότητες στη Μακεδονία, χωριά, τα περισσότερα πλέον εγκαταλειμμένα και ακατοίκητα.
Ο ίδιος είναι γνωστός στους ταξιδιωτικούς κύκλους, καθώς από το 1985 άρχισε να ταξιδεύει με τη μοτοσικλέτα του στην Ευρώπη καταγράφοντας ταξιδιωτικές εμπειρίες.
Συνεργάστηκε με τη «Road» στα πρώτα στάδια της τουριστικής χαρτογράφησης της Ελλάδας και με την «Ανάβαση».
Λάτρης του δύσκολου και του ακραίου, ξεκίνησε τις πολύμηνες περιπλανήσεις από τις εσχατιές της Σκανδιναβίας και συνέχισε σε διάφορες χώρες για τα επόμενα δέκα χρόνια.
Δεν έλειψαν, παράλληλα, οι αναζητήσεις εντός Ελλάδας, με την οποία ασχολήθηκε συστηματικά από το 1994.
Ενα από τα τελευταία του πονήματα είναι και το βιβλίο «Κορέστεια – Τα χωριά της Λήθης» (διατίθεται κεντρικά από την «Ανάβαση», Βουλής 32, Αθήνα).
Πρόκειται για μία εξαιρετικά προσεγμένη έκδοση, με πολυτελές χαρτί και σπάνιο αρχειακό υλικό, αλλά και πρόσφατες φωτογραφίες, που ξεναγούν τον αναγνώστη σε μέρη που ίσως ποτέ να μην τα έχει καν ακούσει, αλλά σίγουρα θα θελήσει να τα επισκεφθεί.
Τα Κορέστεια είναι μια ιστορική περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας, με οικισμούς που εξαπλώνονται σε Καστοριά και Φλώρινα.
Σύμφωνα με τον γλωσσολόγο Ιορδάν Ζάιμωφ, η ονομασία της περιοχής προέρχεται από την παλιά βουλγάρικη λέξη «κόκορας», ενώ η Σλαβομακεδόνισσα ερευνήτρια Λιούμπιτσα Στάνκοβσκα υποστηρίζει πως η ονομασία προέρχεται από το κύριο όνομα «Κόρη».
Αν ισχύει η δεύτερη εκδοχή, πρόκειται για μια «κόρη» πανέμορφη και αγωνίστρια, που κοσμεί με το μοναδικό της μεγαλείο την περιοχή των Πρεσπών. Πλινθόκτιστα στο σύνολό τους σπίτια -γεγονός σπάνιο για ολόκληρο οικισμό- που η ιστορία τους κρατά αιώνες πίσω.
«Σπάνια τα Κορέστεια μνημονεύονται στη βιβλιογραφία» καταθέτει ο ταξιδιωτικός συγγραφέας Αγγελος Σινάνης. «Υπάρχουν μόνο μονογραφίες γνωστών Μακεδονομάχων, που παρουσιάζουν επιλεκτικά, όμως, συμβάντα του Μακεδονικού Αγώνα, και κάποιες νεότερες δημοσιεύσεις ιστορικών, που αναλύουν άγνωστα γεγονότα που συνέβησαν πριν ή κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και του Εμφυλίου που ακολούθησε».
Η πλούσια ιστορική συγκομιδή του τόπου δένει αρμονικά με την πρωτόγνωρη αίσθηση της αρχιτεκτονικής των σπιτιών και τις συγκλονιστικές μαρτυρίες των κατοίκων τους – όσοι έχουν απομείνει.
Δεν είναι τυχαίο που το σχεδόν από ταινία βγαλμένο σκηνικό έχει χρησιμοποιηθεί τόσο στο «Μετέωρο Βήµα του Πελαργού» του Θόδωρου Αγγελόπουλου όσο και στο «Ψυχή Βαθιά» του Παντελή Βούλγαρη.
«Η πρόκληση ήταν διπλή», εξομολογείται ο συγγραφέας. «Αφ’ ενός έπρεπε να προσπαθήσω να αναδείξω τα πλινθόκτιστα οικιστικά σύνολα, αφετέρου να προσπαθήσω να μάθω γιατί αυτά εγκαταλείφθηκαν από τους κατοίκους τους…».
Μπορεί, πράγματι, πολλοί από τους οικισμούς των Κορεστείων να έχουν εγκαταλειφθεί στη λήθη, ωστόσο μέσα από αυτό το οδοιπορικό (σε χρόνο και χώρο) επανήλθαν σε ένα εξαιρετικά γόνιμο παρόν.
