ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Εύα Νικολαϊδου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η Μαρία Σαββίδου και ο Αρης Τρουπάκης κατέχουν στον κόσμο του θεάτρου ξεχωριστή θέση. Τους θαύμασα στο «Τρίτο Στεφάνι» σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού. Βρήκαν την ευκαιρία σ’ αυτό το έργο να αποτυπώσουν ένα ιδιαίτερο στίγμα του ταλέντου και της αυθεντικότητάς τους. Η Πινακοθήκη Γκίκα πάντα μας υποδέχεται φιλόξενα και κάθε γωνιά της μάς θυμίζει όχι μόνο την αξία της τέχνης αλλά και το σμίξιμο όλων των επιφανών της γενιάς του ’30.

● Πώς γνωριστήκατε;

Μαρία Σαββίδου: Μετράμε γύρω στα 25 χρόνια πια. Ξεκινούσε τότε εκείνο το καταπληκτικό ταξίδι της Πειραματικής Σκηνής στο Εθνικό Θέατρο με τον Λιβαθινό, στη διεύθυνση του Νίκου Κούρκουλου. Οταν δημιουργήθηκε, λοιπόν, εκείνη η ομάδα που αποτέλεσε τον πρώτο πυρήνα της πειραματικής σκηνής, παράλληλα με το εργαστήρι σκηνοθεσίας, ήδη από τότε βρεθήκαμε να παίζουμε στην πρώτη παράσταση που ανέβηκε ποτέ από αυτή την ομάδα: «Αγάπης αγώνας άγονος».

Προτάσσαμε πάντα το να ανήκουμε σε έναν πυρήνα ανθρώπων που συνδημιουργούν ως κάτι σημαντικότερο από το να ακολουθούν μια καριέρα ατομική κατ’ αποκλειστικότητα. Τα ’χει φέρει έτσι η ζωή αλλά και η επιλογή μας να έχουμε υπάρξει σε πάρα πολλές παραστάσεις συνεργάτες. Σε όλους τους πιθανούς δε συνδυασμούς. Πέρα από τους ρόλους που μπορεί να έχουμε παίξει ό,τι μπορεί να υπάρχει ανάμεσα σε άντρα και γυναίκα…

Αρης Τρουπάκης: Μαμά μου, ερωμένη μου, γυναίκα μου, αδελφή μου.

Μ.Σ.: Λίγο πολύ θα μπορούσα να πω ότι αυτό συνομιλεί και με τη ζωή, στη σχέση δύο ανθρώπων που συμπορεύονται. Ολους τους ρόλους που θα μπορούσε να έχει ένας άντρας στη ζωή μιας γυναίκας πέρα απ’ το θέατρο. Είναι ένας από τους πολύ σημαντικούς συνομιλητές μου και στη ζωή και στην τέχνη μας. Δεν είναι πάρα πολλοί άνθρωποι στη ζωή μου όπως ο Αρης.

Α.Τ.: Η ζωή σε προλαβαίνει σε κάποια πράγματα. Η σχέση μου με τη Μαρία είναι κάτι πέρα από φιλία, πέρα από συγγένεια. Είναι εκείνο το περίεργο πράγμα του να συμπορεύεσαι κάνοντας τέχνη με κάποιον τόσα χρόνια. Βεβαίως είναι ένα είδος έρωτα. Με το που μπαίνει η τέχνη ο έρωτας πάει μαζί της. Είναι ένα είδος ανάγνωσης του κόσμου.

«Ενα μεγάλο κομμάτι τού πώς είμαστε τώρα πηγάζει και έχει τις ρίζες του σ’ αυτό που συμβαίνει στο έργο» καταθέτουν η Μαρία Σαββίδου και ο Αρης Τρουπάκης | ΜΑΡΙΟΣ ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ
«Ενα μεγάλο κομμάτι τού πώς είμαστε τώρα πηγάζει και έχει τις ρίζες του σ’ αυτό που συμβαίνει στο έργο» καταθέτουν η Μαρία Σαββίδου και ο Αρης Τρουπάκης | ΜΑΡΙΟΣ ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ

● Η τέχνη μπορεί να μεταμορφώσει τη ζωή;

Μ.Σ.: Δεν νομίζω ότι είναι κάτι ξέχωρο από τη ζωή. Είναι κομμάτι της. Σε ένα βαθμό η τέχνη έχει τη δυνατότητα να φωτίσει ή να διαμορφώσει έναν τρόπο να κοιτάς και να ζεις τη ζωή, αλλά ως αναπόσπαστο κομμάτι της.

Α.Τ.: Συμφωνώ απολύτως.

● Υπάρχουν θέματα που μπορεί να διαφωνήσετε;

Α.Τ.: Δεν είναι συγκεκριμένα. Θα συμβεί επειδή πάντα οι συνθήκες της δουλειάς μας είναι έτσι. Οι συγκρούσεις συμβαίνουν μεταξύ ανθρώπων που εμπιστεύονται ο ένας τον άλλο. Αλλιώς δεν έχει νόημα, δεν έχω την πίστη ότι ο άλλος θα καταλάβει πάνω σε τι συγκρουόμαστε.

● Ποιος υποχωρεί συνήθως σε μια σύγκρουση;

Α.Τ.: Εγώ γιατί είμαι πιο ευγενής, γενναιόψυχος (γέλια)

Μ.Σ.: Καταλαβαίνεις ότι λέει ψέματα τώρα.

Α.Τ.: Δεν χρειάστηκε ποτέ να υποχωρήσει κανείς.

Μ.Σ.: Δεν χρειάστηκε γιατί δεν είναι ποτέ η πρόθεση μιας ρήξης που οδηγεί σε αυτό το πράγμα. Πολύ συχνά μοιάζει να συγκρουόμαστε και τελικά φαίνεται ότι κάναμε λάθος γιατί το ίδιο ζητούσαμε απλώς -για κάποια στιγμή- σε λίγο διαφορετικό δρόμο. Στα πολύ βασικά, που έχει νόημα να συζητάμε μεταξύ μας, συμφωνούμε.

● Μαρία, ασχολήθηκες και με τον κόσμο των παιδιών.

Μ.Σ.: Ορίζω τις παραστάσεις που παίζουν παιδιά ως εκείνες που αφορούν και παιδιά. Δεν θεωρώ ότι θα έπρεπε να υπάρχει παιδικό θέατρο σαν να είναι δευτέρας διαλογής, θεωρώ ότι η τέχνη είναι για όλους.

Οταν αποφασίζαμε για πρώτη φορά να ασχοληθούμε με μια παράσταση που θα τη δούνε παιδιά, τον «Ευτυχισμένο Πρίγκιπα», ο σκηνοθέτης ήταν ο Αρης Τρουπάκης. Το να κάνει κάποιος παραστάσεις που απευθύνονται και σε νέους ανθρώπους είναι από μόνο του θέμα και πολύ σημαντικό. Η πρώτη παράσταση που είχα κάνει ήταν το «Ιστορίες Ανω Κάτω» στο θέατρο «Τζένη Καρέζη». Μετά έκανα τρεις παραστάσεις για παιδιά και εφήβους.

● Ποιες είναι οι εντυπώσεις σου από τον κόσμο των παιδιών;

Μ.Σ.: Αυτό που με απασχολούσε πάντοτε και με απασχολεί περισσότερο όταν πρόκειται για μια παράσταση που ξέρω ότι θα τη δουν και παιδιά ή νέοι είναι οι θεματικές που διαφέρουν όταν αποσκοπούν σε διαφορετικές ηλικίες. Αυτό που μοιάζει να προτάσσω και ως καλλιτέχνιδα με ενδιαφέρει και με αφορά είναι να μην κάνω μια παράσταση για παιδιά, αλλά μια για την παιδική ηλικία του ανθρώπου, που να την αφορά και να την περιγράφει.

Α.Τ.: Οταν κάναμε τον «Ευτυχισμένο Πρίγκιπα» στο Εθνικό –επειδή εγώ δεν έχω παιδιά και δεν είχα και στο παιδικό μου περιβάλλον, το μόνο παιδί που ήξερα ήμουν εγώ στην παιδική μου εκδοχή- σκέφτηκα ότι δεν μπορεί να ήμουν τόσο διαφορετικό από τα άλλα παιδιά. Με έναν τρόπο όλα μοιάζουν και τα πράγματα που σε αφορούσαν ως παιδί σε αφορούν ακόμα.

Ο «Μικρός Πρίγκιπας» είναι θεωρητικά ένα παραμύθι για παιδιά, αλλά όλοι τον αναφέρουμε και συγκινούμαστε. Κάτι εδώ δεν έχει τελειώσει, έχουμε ανοιχτούς λογαριασμούς. Εχω την εντύπωση ότι η γραμμή «παιδική ηλικία» και πίσω είναι ανοιχτή, παραμένει σε λειτουργία και ενίοτε διανυκτερεύει.

● Είχαν απορίες τα παιδιά στα έργα σας;

Μ.Σ.: Στο «Ματίας ο Πρώτος» επειδή ήταν επιδίωξή μου στο σημείο που τα παιδιά παίρνουν την εξουσία να γίνει το θέατρο Βουλή, τα βάλαμε κανονικά να ψηφίζουν διά της ανατάσεως της χειρός διάφορους νόμους. Εκεί τα παροτρύναμε, εκτός από τα ψηφίσματα που ήταν ήδη γραμμένα και που είχαμε βάλει τους ηθοποιούς να λένε, να κάνουν και τις δικές τους προτάσεις. Ακούσαμε τα πάντα. Από το να πηγαίνουμε όλοι διακοπές, δύο φορές γενέθλια, αν τα Χριστούγεννα μπορούν να είναι δύο φορές.

Το έργο είχε έντονα αντιπολεμικό μήνυμα. Οταν ο Ματίας γυρνούσε από τον πόλεμο θέλοντας να τον σταματήσει με ένα ψήφισμα, όλα τα παιδιά φώναζαν «δεν θέλουμε πόλεμο». Ηταν πάρα πολύ συγκινητικό. Στην τελική, γι’ αυτό κάνει κάποιος μια παράσταση· να κινητοποιήσει και να κινήσει κάτι, να συμπαρασταθεί, να καταλάβουν οι θεατές ότι δεν είναι μόνοι τους.

«Ο πλανήτης κυβερνάται από παλιάτσους»

● Πώς κρίνετε την κατάσταση σήμερα;

Μ.Σ.: Αν σκεφτεί στα σοβαρά ένας άνθρωπος –θα διακινδυνεύσω να το πω– με ένα ελάχιστο λογικής, ποιοι είναι οι ηγέτες αυτή τη στιγμή που έχουν τη δύναμη να εξαπολύουν τέτοιου είδους επιθέσεις σε κράτη και χώρες, νομίζω θα καταλάβει ότι κυβερνιέται ο πλανήτης από ένα συμπούρμπουλο παλιάτσων.

Α.Τ.: Βέβαια οι άνθρωποι για τους οποίους δουλεύουν μόνο παλιάτσοι δεν είναι. Δεν κάνουν ό,τι θέλουν. Δεν πήρε ο Τραμπ την απόφαση μια ωραία πρωία να βομβαρδίσει το Ιράν. Υπάρχουν από πίσω πετρελαϊκές που του είπαν «τελείωνε, θέλουμε τα πετρέλαια εκεί». Οπως έγινε και με τη Βενεζουέλα.

Μ.Σ.: Ακριβώς αυτό εννοώ. Οταν η εικόνα είναι αυτή από μόνο του είναι τόσο απροσχημάτιστο και φαιδρό. Ο τύπος δεν είναι ικανός να κυβερνά, κάτι άλλο είναι από πίσω, από μόνο του αυτό κάτι σημαίνει.

● Τι θαυμάζετε σε έναν άνθρωπο;

Α.Τ.: Τους ανθρώπους που κρατούν τη διαύγεια του νου τους, προσπαθούν να κρατήσουν τη διαύγεια της σκέψης τους και να περιφρονούν τη γνώμη των πολλών.

Αυτό που όσο μεγαλώνω το θαυμάζω όλο και περισσότερο είναι οι άνθρωποι που δεν νιώθουν καλύτεροι απ’ τους άλλους. Οσο καλά κι αν τους τα έφερε η ζωή και η συγκυρία, όσο κι αν μορφώθηκαν, αγαπήθηκαν ή πλούτισαν, εκπλήρωσαν όνειρα, απωθημένα, επιθυμίες, δεν διανοούνται να νιώσουν καλύτεροι από κανέναν σε οτιδήποτε. Κι επειδή το βλέπω ολοένα και πιο σπάνια, όταν το δω το θαυμάζω πάρα πολύ.

Μ.Σ.: Κάθε φορά που ακούω τον Αρη να μιλάει έτσι θυμάμαι γιατί τον αγαπώ και τον θαυμάζω. Ο Αρης είναι ένας άνθρωπος που θαυμάζω γιατί συγκεντρώνει πολλά χαρακτηριστικά, νομίζω, από αυτά που ανέφερε κι ο ίδιος ότι θαυμάζει.

Εκτιμώ πολύ τη δυνατότητα που έχουν ορισμένοι άνθρωποι να μπορούν να επιμένουν να κοιτάζουν τη ζωή και τους άλλους μέσα από τα μάτια του παιδιού, χωρίς τις προκαταλήψεις του αν έχουν μόρφωση, χρήματα, αν τα έφερε έτσι η ζωή που να είναι λίγο καλύτερη η συνθήκη τους από άλλους.

● Η υποκριτική έχει συμπονετική ματιά;

Μ.Σ.: Θεωρώ πως είναι μια τέχνη που στους ηθοποιούς που την ασκούν δίνει τη δυνατότητα να μπαίνουν στη θέση του άλλου. Αυτό μοιάζει να είναι λίγο δύσκολο έξω, στη ζωή. Η ίδια η λειτουργία του θεάτρου και της υποκριτικής δίνει τη δυνατότητα μιας πολύ ενεργητικής ματιάς κι ενός καθρεφτίσματος της ζωής απέναντι στους θεατές που μπορεί να έχει τεράστια επίδραση.

Α.Τ.: Νομίζω ότι αν η τέχνη –όχι μόνο η υποκριτική– έχει μια χρησιμότητα στη ζωή μας είναι η συμπονετική της ματιά. Είναι πολύ σημαντικές οι πρώτες γραμμές του «Μεγάλου Γκάτσμπι»: «Στα πιο νεανικά κι εύθραυστα χρόνια μου, μου είπε ο πατέρας μου, πριν βιαστείς να βγάλεις συμπέρασμα για κάποιον θυμήσου αν είχε τις ίδιες ευκαιρίες με σένα».

● Η εμπειρία σας από το «Τρίτο Στεφάνι»;

Μ.Σ.: Εγινε κομμάτι της ζωής μας. Το παλέψαμε πολύ, από τον Ιούλιο, και για τη μεταφορά του στο θέατρο και γιατί το ίδιο το κείμενο ενέχει την ιδιαιτερότητα να μπορεί να συνομιλεί και σε επίπεδο συλλογικό αλλά και ατομικό με στοιχεία που μας είναι πολύ οικεία εξαιτίας της καταβολής μας. Είναι η ιστορία μας, επειδή είμαστε τα παιδιά, τα εγγόνια και τα δισέγγονα των ηρώων αυτών. Είναι μακρινοί μας συγγενείς όλοι αυτοί. Μπορεί όχι ακριβώς με αυτές τις ιστορίες και τις τραγωδίες, αλλά με παρόμοιες και με συμπεριφορές που έχω να θυμάμαι από αφηγήσεις παππούδων και γιαγιάδων.

Επίσης αυτού του είδους η οικειότητα δεν τους αφήνει να μετατραπούν σε κάτι γραφικό και ηθογραφικό αλλά να εξακολουθούν να υπάρχουν εκεί, άνθρωποι ζωντανοί που μάχονται για να ζήσουν, αγαπούν και προδίδουν και προδίδονται. Νομίζω ότι ένα μεγάλο κομμάτι τού πώς είμαστε τώρα πηγάζει κι έχεις τις ρίζες του σ’ αυτό που συμβαίνει στο έργο.

Α.Τ.: Είναι ένα έργο που δεν σου παραδίδεται γιατί είναι πολύ σκληρό. Ο Ταχτσής είναι προφανές ότι είχε την πρόθεση και πέτυχε να είναι ανηλεής. Οχι μόνο σε όσα γράφει αλλά και σε όσα αφήνει να εννοηθούν. Είναι ένα βαθιά σκληρό κείμενο, εξ ου και συγκινητικό. Δεν έχει καμιά ελληνικότητα του είδους «τη ρωμιοσύνη μην την κλαις, εκεί που πάει να σβήσει». Ηταν και πρόθεση του Ταχτσή, νομίζω το έλεγε και ο ίδιος. Ακόμα και την κεντρική ηρωίδα, την Εκάβη, δεν τη λυπάται σε τίποτα. Με όσα λέει κι όσα μας αφήνει να φανταστούμε για εκείνη, την ίδια στιγμή που την εξυψώνει, την καταβαραθρώνει και λες «Παναγιά μου τέρας». Εκεί είναι που τη μεταμορφώνει σε θηριώδες πρόσωπο. Δεν λέει με κυνισμό κι απανθρωπιά ότι δεν λυπάται κανέναν. Είπε ότι αν είναι να σηκώσω καθρέφτη, θα είναι καθρέφτης.

Μ.Σ.: Νομίζω ότι αυτό είναι κι ένα κομμάτι της διασκευής. Ηταν στόχος μας να μην υπάρξει τίποτα που θα το χρυσώσουμε, θα το εξωραΐσουμε. Να σεβαστούμε ή να αναδείξουμε τη δυνατότητα που είχε το ίδιο το κείμενο.