«Εχουμε μπει στην εποχή της αυθαιρεσίας, μιας αυθαιρεσίας που δεν γνωρίζει όρια. Προσοχή όμως να μην ενδώσουμε στον ρεαλισμό εκείνων που υποκύπτουν στην αυθαιρεσία. Αυτός ο ρεαλισμός μεταφράζεται σε υποστήριξη του λόγου των πιο ισχυρών». Μιλάει ο Γκουστάβο Τζαγκρεμπέλσκι, ρωσικής καταγωγής Ιταλός νομικός, ομότιμος καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο του Τορίνο. «Η εμπειρία διδάσκει ότι κάθε πόλεμος, ακόμη και ο πιο μικρός, έχει αλυσιδωτές επιπτώσεις με απρόβλεπτες εκβάσεις», σημειώνει ο Τζαγκρεμπέλσκι σε συνέντευξή του στην εφημερίδα La Repubblica. Στο ερώτημα αν βρισκόμαστε μπροστά σε μια ρήξη της Ιστορίας, σε μιαν αλλαγή εποχής, ο Ιταλός νομικός δίνει αρνητική απάντηση. «Η ρήξη –εξηγεί– περιέχει την ιδέα του ανεπανόρθωτου, σαν να μην υπάρχει πλέον τίποτα που να μπορούμε να κάνουμε. Εγώ θα το έλεγα ως εξής: βρισκόμαστε σε μια φάση καθόδου στην άβυσσο, αλλά δεν αποκλείεται μια νέα άνοδος. Το χρέος των διανοουμένων είναι να υπενθυμίζουν ότι υπάρχει μια εναλλακτική στην υποταγή. Διαφορετικά πέφτουμε σε εκείνο που ο Ζιλιέν Μπεντά αποκάλεσε: η προδοσία των διανοουμένων».
Ο Τζαγκρεμπέλσκι δεν αρνείται το γεγονός ότι έχει μειωθεί δραστικά η εμπιστοσύνη στη δημοκρατία, στο διεθνές δίκαιο, στους οργανισμούς που έχουν αποστολή τους την προστασία της ειρήνης.
Σημειώνει ωστόσο: «Χρειάζεται να διακρίνουμε μεταξύ των ιδεαλιστών, που βλέπουν την παγκόσμια αταξία επιδιώκοντας να τη διορθώσουν, και των ρεαλιστών, οι οποίοι αντίθετα σηκώνουν τα χέρια ψηλά συνθηκολογώντας άνευ όρων: έτσι κινείται ο κόσμος, πρέπει να προσαρμοστούμε· υπάρχει ο πόλεμος, χρειάζεται να εξοπλιστούμε. Μια πελώρια ηθική απόσταση χωρίζει τις δύο αυτές διανοητικές στάσεις. Σήμερα, στα κεφάλια των κυβερνώντων μας κυριαρχεί αυτή η δεύτερη στάση. Αν το δίκαιο ορίζει αυτό που είναι θεμιτό και αυτό που δεν είναι, ή είσαι υπέρ ή είσαι κατά. Ενας εκπρόσωπος της κυβέρνησης, που λέει στο Κοινοβούλιο ότι διεξάγεται μια πολεμική δράση εναντίον του διεθνούς δικαίου, θα έπρεπε να αντλεί τις συνέπειες και να καταδικάζει ρητά τις επιτιθέμενες χώρες. Και δεν θα έπρεπε να αποδέχεται το τετελεσμένο γεγονός. Ο ρεαλισμός, όπως λέγαμε στην αρχή, μεταφράζεται τελικά σε υποστήριξη του λόγου των πιο ισχυρών. Η Μελόνι λέει: Δεν συμφωνώ αλλά δεν καταδικάζω. Και προσθέτει ότι την ίδια στάση –με εξαίρεση τον Σάντσεθ– υιοθετούν όλοι οι άλλοι Ευρωπαίοι ηγέτες».
Η Μελόνι και άλλοι Ευρωπαίοι ηγέτες επικαλούνται συχνά το λατινικό απόφθεγμα Si vis pacem, para bellum, αν θέλεις την ειρήνη, προετοιμάσου για πόλεμο. «Ισως αγνοούν ότι η ειρήνη στην οποία αναφέρεται αυτό το απόφθεγμα είναι η pax romana, δηλαδή η ειρήνη που θεμελιώνεται στην αυτοκρατορική κυριαρχία, επομένως στην αυθαίρετη βούληση των πιο ισχυρών. Δεν είναι η ειρήνη που βασίζεται στην αλήθεια και στη δικαιοσύνη μεταξύ των λαών.
Σε αυτή τη φράση, που σήμερα την αναφέρουν πολλοί, θα πρέπει να αντιπαραθέσουμε μιαν άλλη: Si vis pacem para democratiam. Ειρήνη και δημοκρατία είναι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.
Η ευρωπαϊκή κούρσα των εξοπλισμών στο όνομα της ειρήνης είναι σαν να γεμίζεις με βενζίνη ένα βαρέλι, με την πρόθεση να σβήσεις τη φωτιά.
Στη διάρκεια των πολέμων, οι επενδύσεις που εγγυώνται κέρδη είναι εκείνες των επιχειρήσεων που παράγουν όπλα. Είναι χρήμα κερδοσκοπικό, που βγαίνει από νεκρούς και από καταστροφές. Η εποχή μας είναι μια εποχή αποκαλυπτική, με την έννοια της αποκάλυψης της αλήθειας. Τώρα βλέπουμε πιο καθαρά τον πολιτισμό που έχουμε οικοδομήσει: πλουτισμός μέσω της καταστροφής. Αυτός είναι ο καπιταλισμός του καιρού μας».
Ο Ιταλός νομικός διευκρινίζει το νόημα της αναφοράς του στις αλυσιδωτές επιπτώσεις του πολέμου: «Η Ιστορία διδάσκει ότι η μικρή σπίθα μπορεί να ανάψει τη μεγάλη πυρκαγιά. Ποιος φανταζόταν ότι μια δολοφονία στο Σαράγεβο θα τη διαδεχόταν η πρώτη παγκόσμια ανάφλεξη; Κανένας δεν ήθελε τον παγκόσμιο πόλεμο. Κάτι ανάλογο συμβαίνει τώρα, με αφετηρία το έγκλημα της 7ης Οκτωβρίου. Η συνέχεια είναι εκτός ελέγχου, επειδή έπειτα, στον πόλεμο, υπάρχουν εκείνοι που κερδοσκοπούν προς όφελός τους. Η επίπτωση της διάδοσης είναι μεγάλη, ιδίως στον παγκοσμιοποιημένο κόσμο με τις αναρίθμητες οικονομικές, πολιτικές και ιδεολογικές διασυνδέσεις. Η πολεμική νοοτροπία έχει μπει τόσο πολύ στα κεφάλια μας, ώστε μας κάνει να ξεχνάμε ότι οι πόλεμοι δεν είναι αναπόφευκτοι. Ανήκουν στην ιστορία της ανθρωπότητας και όχι στην ανθρώπινη φύση».
Και η Ευρώπη τι θα έπρεπε να κάνει; «Η Ευρώπη δεν κατακτάει έναν ρόλο εξοπλιζόμενη μέχρι τα δόντια, αλλά υπερασπίζοντας ό,τι καλό υπάρχει στην ιστορία της. Ο Ισπανός πρωθυπουργός Σάντσεθ εξέφρασε τους ιδεαλιστές, δηλαδή τους περισσότερους από μας. Οι ρεαλιστές, που καιροσκοπούν με τον πόλεμο για να έχουν τη μικρότερη ζημιά ή το μεγαλύτερο όφελος, προδίδουν την Ευρώπη. Εκείνη την Ευρώπη η οποία, μεταξύ τόσων εκτροπών, είναι ωστόσο πάντα η έδρα όποιου καλού υπάρχει στην πολιτική κουλτούρα της Δύσης: ανθρώπινα δικαιώματα, κοινωνική δικαιοσύνη, σεβασμός για τους λαούς, εκκοσμίκευση και βέβαια ειρήνη».
