ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Κυριακή Μπεϊόγλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Από το γωνιακό τραπεζάκι της στον πρώτο όροφο του Καφέ ντε Φλορ, η Σιμόν ντε Μποβουάρ παρατηρούσε τους περαστικούς. Προχωρούσαν. Οι άλλοι. Καθένας και καθεμία με τη δική του και τη δική της συνείδηση. Καθ’ οδόν, με τους δικούς τους, προσωπικούς φόβους, τις ανησυχίες, τα σχέδια και τις ελπίδες. Ακριβώς όπως και η ίδια. Μια γυναίκα μέσα σε δισεκατομμύρια. Σκέψη που της προκαλούσε πάντα ρίγος στη σπονδυλική στήλη».

Μέσα στις φλόγες της δεκαετίας 1933-1943, την ώρα που η Ευρώπη βυθιζόταν στον απόλυτο ζόφο, τέσσερις γυναίκες τόλμησαν να αναμετρηθούν με κορυφαίες υπαρξιακές αναζητήσεις για την ελευθερία και τις εκδοχές της. Η Σιμόν ντε Μποβουάρ, η Σιμόν Βέιλ, η Αϊν Ραντ και η Χάνα Αρεντ δεν υπήρξαν απλώς θεωρητικοί, αλλά πρωταγωνίστριες μιας εποχής που απαιτούσε δράση. Από τις ουρές συσσιτίων του Λένινγκραντ μέχρι τα φώτα του Χόλιγουντ, και από το ναζιστικό Βερολίνο στην ελευθερία της Νέας Υόρκης, μετέτρεψαν την προσωπική τους οδύσσεια σε παγκόσμια φιλοσοφία. Η ζωή τους –μια διαρκής αντίσταση– επαναπροσδιόρισε την ελευθερία, το φύλο και την ανθρώπινη ύπαρξη, κληροδοτώντας μας τα πνευματικά εργαλεία για να κατανοήσουμε το σήμερα.

Στο βιβλίο του Γερμανού φιλοσόφου, συγγραφέα και παρουσιαστή Βόλφραμ Αϊλενμπέργκερ «Η φλόγα της ελευθερίας» που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Διόπτρα σε μετάφραση της Ειρήνης Γεουργά, διαβάζουμε την παράλληλη ζωή, δράση και σκέψη, των τεσσάρων αυτών οραματιστριών την καταστροφική δεκαετία που η ανθρωπότητα αντιμετώπισε το τέρας του φασισμού υπό την ηγεμονία του Αδόλφου Χίτλερ. Με αρκετά ευφάνταστο τρόπο ο συγγραφέας καταφέρνει να συνδυάσει την ιστορία των ιδεών, την ιστορία των έργων τους και τη βιογραφία τους.

Ηταν μια εποχή όπου οι πολιτικές θέσεις οδηγήθηκαν στα άκρα. Η παγκόσμια οικονομική κρίση κλόνισε τα θεμέλια των δημοκρατικών πολιτευμάτων, γεννώντας την ανάγκη για «σιδηρά πυγμή» μέσα από την απόγνωση των πολιτών. Η άνοδος του ναζισμού στη Γερμανία έγινε η θρυαλλίδα που πυροδότησε μια νέα παγκόσμια σύρραξη.

Ο ολοκληρωτισμός εισχώρησε σε κάθε πτυχή της ιδιωτικής ζωής, καθιστώντας την αποφυγή του αδύνατη. Οι άνθρωποι βρέθηκαν εγκλωβισμένοι ανάμεσα στον αυταρχισμό και την ανάγκη για απόδραση, ενώ η απώλεια της ελευθερίας προκάλεσε την κατάρρευση των ανθρωπιστικών αξιών.

Μέσα σε αυτό το σκοτάδι, οι τέσσερις σπουδαίες φιλόσοφοι ανέπτυξαν τις δικές τους ρηξικέλευθες θεωρίες, προτείνοντας έναν δρόμο προς μια κοινωνία αυθεντικής ελευθερίας.

Γεννημένες με διαφορά έξι ετών η μία από την άλλη, η καθεμία είχε ξεχωρίσει στον κύκλο της για το βάθος της φιλοσοφικής της σκέψης. Και οι τέσσερις επέδειξαν μια σθεναρή άρνηση να εγκλωβιστούν σε έμφυλα καλούπια, θεωρώντας τη θηλυκή τους ιδιότητα ως ένα στοιχείο δευτερεύουσας σημασίας για το πνευματικό τους έργο. Τι άλλο όμως τους ένωσε τότε;

Μεταξύ του 1933, όταν η άνοδος του ναζισμού και η πυρπόληση του Ράιχσταγκ σηματοδότησαν τον θάνατο της γερμανικής δημοκρατίας, και του 1943, της πιο σκοτεινής ώρας του ολοκληρωτισμού στην Ευρώπη, συντελέστηκε μια κοσμογονία ιδεών. Ενώ η γηραιά ήπειρος βυθιζόταν στο χάος, στην άλλη πλευρά του ωκεανού ο αμερικανικός φιλελευθερισμός αναζητούσε τη δική του νέα έκφραση.

Σε αυτό το εκρηκτικό σκηνικό, οι τέσσερις εμβληματικές γυναίκες μετέτρεψαν την υπαρξιακή αγωνία σε φιλοσοφικό ανάστημα. Είτε παγιδευμένες στη δίνη του πολέμου στην Ευρώπη είτε αναζητώντας απαντήσεις στην Αμερική, όλες τους πάλεψαν με το ερώτημα της ατομικής αυτονομίας και του κόστους της ελευθερίας. Οι οραματικές τους συλλήψεις για μια ανοιχτή κοινωνία δεν υπήρξαν απλώς θεωρητικές αναζητήσεις, αλλά θεμέλιοι λίθοι που καθόρισαν την πολιτική σκέψη του περασμένου αιώνα και παραμένουν επίκαιρες στις προκλήσεις του σήμερα.

Για τις τρεις Εβραίες της «παρέας», η φιλοσοφία δεν ήταν μια νοητική μόνο διαδικασία. Η Αρεντ και η Ραντ έζησαν στο πετσί τους τι σημαίνει να είσαι «ξένος» σε ολοκληρωτικά καθεστώτα. Η σκέψη τους γεννήθηκε μέσα από τη σκόνη της φυγής. Η Βέιλ, από την άλλη, έκανε το αντίθετο: αντί να τρέξει να σωθεί, βούτηξε στην αυτοθυσία, προσπαθώντας να «πονέσει» όσο και ο υπόλοιπος κόσμος. Για αυτές, αν η φιλοσοφία τους δεν μπορούσε να εξηγήσει τον τρόμο του 1940, τότε ήταν άχρηστη. Η Μποβουάρ ξεκινάει στο βιβλίο σχεδόν ως ο «αντι-ήρωας» της ιστορίας. Ενώ οι άλλες παλεύουν με τα θηρία της ιστορίας, εκείνη απολαμβάνει το Καφέ ντε Φλόρ του Παρισιού, εγκλωβισμένη σε έναν ναρκισσιστικό υπαρξισμό. Η μετάβασή της από την πολιτική απάθεια στην πλήρη συνειδητοποίηση είναι ίσως η πιο ενδιαφέρουσα «δραματική καμπύλη» στο βιβλίο. Μαθαίνει με τον δύσκολο τρόπο ότι το να μην επιλέγεις πλευρά είναι και αυτό μια επιλογή.

Παρόλο που αν τις έβαζες στο ίδιο τραπέζι θα διαφωνούσαν στα πάντα –από τον καπιταλισμό (Ραντ) μέχρι τον μυστικισμό (Βέιλ)– και οι τέσσερις καταλήγουν στο ίδιο συμπέρασμα: Ο φιλόσοφος δεν είναι παρατηρητής, είναι παίκτης. Η ελευθερία δεν είναι μια αφηρημένη έννοια που βρίσκεις σε σκονισμένα ράφια, αλλά κάτι που «καίει» και πρέπει να το διεκδικείς κάθε μέρα, ειδικά όταν τα πάντα γύρω σου καταρρέουν.

Η σκέψη τους παραμένει έως σήμερα ένας ζωντανός οδηγός για το πώς το πνεύμα μπορεί να φέρει την αναγέννηση ακόμα και στις πιο δύσκολες ιστορικές συγκυρίες.

Στο τέλος της ανάγνωσης, σε περιμένουν τέσσερα πορτρέτα τους, τέσσερα βλέμματα που σε καρφώνουν από το ασπρόμαυρο χαρτί. Δεν μπορείς παρά να σκεφτείς πως οι τέσσερις γυναίκες δεν «πόζαραν» απλώς. Κοίταξαν κατάματα την Ιστορία την ώρα που εκείνη φλεγόταν, και αρνήθηκαν να χαμηλώσουν τα μάτια.