Ο όρος «woke ατζέντα» έχει γίνει πεδίο σφοδρών αντιπαραθέσεων σε όλο τον δυτικό κόσμο, καθώς δημόσια πρόσωπα (από τον Ντόναλντ Τραμπ και τον Ιλον Μασκ μέχρι, στα καθ’ ημάς, τον Αδωνι Γεωργιάδη και την Αφροδίτη Λατινοπούλου) έχουν επιτεθεί συστηματικά εναντίον του. Στον όρο αυτόν έχουν κωδικοποιηθεί όλα όσα οι ακροδεξιοί αποκαλούσαν παλαιότερα ως «πολιτισμικό μαρξισμό», όλα εκείνα που υποτίθεται ότι υπονομεύουν τις «παραδοσιακές δυτικές αξίες». Προκειμένου να απαξιωθούν οι φωνές οι οποίες εγείρουν ζητήματα ευαισθητοποίησης γύρω από την κοινωνική δικαιοσύνη, τα δικαιώματα των γυναικών και των μειονοτήτων, καθώς και την κλιματική κρίση, ο «γουοκισμός» περιγράφεται ως μια σεχταριστική θρησκεία, οι δε πιστοί του ως θιασώτες του ολοκληρωτισμού.
Πόση σχέση έχει όμως αυτή η μομφή των «αντι-γουοκιστών με τον συγκεκριμένο όρο; Στο βιβλίο του «Το woke κίνημα δεν υπάρχει», ο Αλέν Πολικάρ (Alain Policar) επιχειρεί να αποδομήσει τον ηθικό πανικό που δημιουργείται γύρω από τις επίκληση ενός πολιτικού φαντάσματος και να ορθώσει ανάστημα απέναντι στην πολιτισμική ηγεμονία της σκληρής Δεξιάς, η οποία έχει κατορθώσει να επιβάλει τη δική της ατζέντα στον δημόσιο χώρο, αλλάζοντας με οργουελιανό τρόπο τις έννοιες και τις λέξεις που χρησιμοποιούμε. Και το κάνει με ψύχραιμο τόνο, φιλοσοφικό βάθος και εννοιολογική σαφήνεια.
Ο Γάλλος συγγραφέας, πολιτικός φιλόσοφος και ερευνητής στον χώρο της ηθικής και του πλουραλισμού δεν υπερασπίζεται απλώς επιμέρους πρακτικές που συχνά αποκαλούνται «woke» (όπως το #MeToo και το Black Lives Matter), αλλά θέτει υπό αμφισβήτηση την ίδια την ύπαρξη του woke ως ενιαίου, συνεκτικού κινήματος. Οπως υποστηρίζει, «woke κίνημα» δεν υπάρχει, καθώς δεν υφίσταται κοινή θεωρία, ηγεσία ή πρόγραμμα που να δικαιολογεί τον όρο «κίνημα». Κεντρική θέση του βιβλίου είναι ότι το «woke» λειτουργεί κυρίως σαν σκιάχτρο· ως ένας όρος-ομπρέλα που χρησιμοποιείται από επικριτές της ταυτοτικής πολιτικής για να περιγράψει ένα ετερόκλητο σύνολο ιδεών, πρακτικών και ακτιβισμών, αφορίζοντας όλα τα κινήματα αμφισβήτησης ως «δικτατορία των μειονοτήτων».
Αφού μας υπενθυμίζει ότι ο όρος προήλθε από την αφροαμερικανική εμπειρία και σήμαινε «να είσαι ξύπνιος» απέναντι στην αδικία, ο Πολικάρ επισημαίνει ότι οι πρακτικές που χαρακτηρίζονται woke (π.χ. ευαισθησία στη σεξιστική χρήση της γλώσσας, αναγνώριση δομικών ανισοτήτων, έμφαση στις ταυτότητες) προέρχονται από διαφορετικές παραδόσεις: φιλελευθερισμό, φεμινισμό, αντιρατσιστικά κινήματα, κριτική θεωρία. Τεκμηριώνει, άλλωστε, στα εννέα κεφάλαια του βιβλίου, ότι ίδια η έννοια του woke χρησιμοποιείται εργαλειακά για να υποδείξει έναν υποτιθέμενο εσωτερικό εχθρό ο οποίος, σε συνεργασία με τους προαιώνιους αντιπάλους του «δυτικού πολιτισμού», επιδιώκει να υποσκάψει τα θεμέλιά του.
Ο εν λόγω εσωτερικός εχθρός -επινοημένος από διανοουμένους όπως ο Πιερ-Αντρέ Ταγκιέφ- έχει όνομα: ισλαμοαριστερισμός. Σύμφωνα με αυτό το υβρίδιο, κάθε ιδεολογία ή ακαδημαϊκή σκέψη που ενστερνίζεται τη συμπερίληψη, τη διαθεματικότητα, τη μετα-αποικιακότητα ή γενικώς οτιδήποτε στρέφεται (πραγματικά ή φαντασιακά) κατά του συστημικού ρατσισμού της Δύσης, συνιστά μια σύμπραξη με τον πολιτικό ισλαμισμό, ο οποίος ταυτίζεται εσκεμμένα με τη θρησκεία του Ισλάμ. Αντιρατσιστές διανοούμενοι και ακτιβιστές θεωρούνται έτσι συνεργοί των ισλαμιστών τρομοκρατών, γεγονός που, κατά τον Πολικάρ, οδηγεί σε ακύρωση της κληρονομιάς του αντιρατσισμού και σε νομιμοποίηση της ισλαμοφοβικής άκρας Δεξιάς.
Χωρίς να αγνοεί τον πρωτόγονο, επιθετικό αντισημιτισμό που χαρακτηρίζει τον τζιχαντισμό και στον οποίο είναι ευάλωτοι κάποιοι νεαροί μουσουλμάνοι, ο Πολικάρ εφιστά την προσοχή μας στον κίνδυνο της σχετικοποίησης, καθώς η άκριτη στήριξη των ισραηλινών γενοκτονικών πρακτικών στη Γάζα και στη Δυτική Οχθη, στο όνομα της καταπολέμησης του αντισημιτισμού, απειλεί, μέσω της εξομοίωσής του με τον αντισιωνισμό, να απογυμνώσει τον όρο από κάθε ουσιαστικό περιεχόμενο. Ο συγγραφέας είναι σαφής: «…η προώθηση του νέου αντισημιτισμού είναι, εν μέρει τουλάχιστον, υπαίτια για την αποδυνάμωση του αντιρατσισμού, και άρα για το ξεχαρβάλωμα της προστασίας από την οποία ωφελούνται όλες οι μειονότητες, συμπεριλαμβανομένων των Εβραίων» (σ. 39).
Είναι κρίσιμο να αντιληφθούμε ότι ο Πολικάρ δεν μας καταθέτει ένα μανιφέστο υπέρ του woke, αλλά μια κριτική της καρικατούρας του. Αποδομώντας τον υπεραπλουστευτικό μηχανισμό των «αντι-γουοκιστών» αναδεικνύει την αντιδραστική πολιτική ατζέντα τους, η οποία ετοιμάζει το έδαφος για την επικράτηση πραγματικών πολιτικών τεράτων, όπως ο Τραμπ, ο Ορμπαν και η Λεπέν.
Παρά τις ενστάσεις για επιμέρους ζητήματα, το βιβλίο του Πολικάρ συνιστά ένα συγκροτημένο πολιτικό δοκίμιο, ικανό να προκαλέσει ζωηρές συζητήσεις, κόντρα στην υστερική συνθηματολογία και την πνευματική ραθυμία, τις οποίες έχει επιβάλει διεθνώς η μονοκρατορία του τραμπισμού. Μικρή αδυναμία του βιβλίου είναι, κατά τη γνώμη μου, ότι ο συγγραφέας πραγματεύεται το θέμα του ενταγμένο στενά στα πολιτικά συμφραζόμενα της Γαλλίας· η δε ελληνική έκδοση (πέρα από την αδιαμφισβήτητα προσεγμένη μεταφραστική της επιμέλεια) δεν το διασαφηνίζει εξ αρχής, είτε στο εξώφυλλο είτε στο πλαίσιο της προώθησής του. Εν τούτοις, η αναγωγή των παραδειγμάτων της ενδογαλλικής συζήτησης στην ευρύτερη πραγματικότητα γίνεται αυτομάτως, χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία.
