ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νόρα Ράλλη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το πρώτο «Εκτός Υλης» για το 2026 αποφασίστηκε –μονομερώς, φυσικά!– να αφιερωθεί σε μία γυναίκα που όχι μόνο άνοιξε δρόμους για τις υπόλοιπες εμάς, αλλά ξεπέρασε ακόμα και τη δική της ζωή. Με ένα μόνο «όπλο»: τη θέλησή της για ζωή και δημιουργία. Η Λάιζα Μινέλι κλείνει φέτος τα 80 χρόνια της και συνεχίζει να είναι αυτό που ήταν πάντα: μία γυναίκα που ζει, δρα και μιλάει δίχως κανένα απολύτως στεγανό.

Αρκεί να δει κάποιος τις πρώτες της συνεντεύξεις, αλλά και τα όσα έχει πει (και το πώς τα λέει) έως σήμερα, και θα καταλάβει. Παράδειγμα: Οταν έγινε τεράστια επιτυχία η ταινία Cabaret του Μπομπ Φόσεϊ και η ίδια στα 25 της χρόνια έγινε διπλό εξώφυλλο και στο Time και στο Newsweek την ίδια εβδομάδα –κάτι που δεν έχει ξανασυμβεί ποτέ–, είχε ερωτηθεί από τη δημοσιογράφο του πρώτου πώς είναι δυνατόν να δηλώνει «καλά» με τα όσα έχει περάσει στη ζωή της (σ.σ. η μητέρα της, η επίσης διάσημη ηθοποιός Τζούντι Γκάρλαντ, είχε ήδη βρεθεί νεκρή από υπερβολική χρήση βαρβιτουρικών). Η Μινέλι της απάντησε: «Λυπάμαι που δεν είμαι η νευρωτική που περιμένατε να συναντήσετε»…

Διανοείστε μία τέτοια απάντηση σήμερα από μία 26χρονη ηθοποιό; Τρέμουν τα media σήμερα ή απαντούν σαν να έχουν πάρει το κουραδόκαστρο. Ελάχιστοι είναι όσοι τολμούν –και το λέω με κάθε επιφύλαξη, καθώς δεν έχει τύχει να ακούσω κάποια παρόμοια σε ευφυΐα, σαρκασμό και ειλικρίνεια δήλωση όσο ζω.

Η Λάιζα Μινέλι τολμούσε πάντα. Οχι με κάποια ιδιαίτερη δράση, αλλά ως μία γυναίκα που προχωρούσε στη ζωή της απλά. Μόνο που αυτό το «απλά» ήταν απολύτως δικό της. Γεννημένη τον Μάρτιο του 1946, με πατέρα τον σπουδαίο σκηνοθέτη Βινσέντε Μινέλι, δεν κληρονόμησε απλώς το όνομα της Τζούντι Γκάρλαντ· κληρονόμησε και το βάρος του. Η Γκάρλαντ, κόρη μιας σοβαρά προβληματικής μητέρας, από τα 12 χρόνια της έγινε κομμάτι της βιομηχανίας του Χόλιγουντ, ενώ της έδιναν από τότε χάπια για να αδυνατίσει και για να κοιμηθεί, με αποτέλεσμα να μείνει εθισμένη σε όλη της τη ζωή. Η Λάιζα ήταν το αγαπημένο της παιδί μεν, ωστόσο η σχέση τους ήταν σχεδόν αλληλεξάρτησης, ειδικά από τη μεριά της Γκάρλαντ.

Από παιδί η Μινέλι βρέθηκε σε κινηματογραφικά πλατό, όχι από φιλοδοξία αλλά από αναγκαιότητα: η μητέρα της δούλευε ασταμάτητα και η Λάιζα μεγάλωσε μέσα σε καμαρίνια, ξενοδοχεία και νευρικές καταρρεύσεις από κακές κριτικές για τη μητέρα της: «Εκρυβα αυτά τα δημοσιεύματα για να μην τα δει», έχει πει. «Ωστόσο για μένα αυτό ήταν το “φυσιολογικό”, δεν ήξερα κάτι άλλο. Γι’ αυτό και δεν πέρασα άσχημα». Αυτό που ελάχιστοι θυμούνται είναι ότι στα 19 της ήδη πλήρωνε λογαριασμούς, φρόντιζε τη μητέρα της και προσπαθούσε να χτίσει δική της ταυτότητα σε έναν κόσμο που τη θεωρούσε «παράρτημα» της Γκάρλαντ: «Αν έκανα κάτι καλά, έλεγαν “φυσικό είναι ως κόρη της Γκάρλαντ”. Αν δεν τους άρεσε, έλεγαν ακριβώς το ίδιο!».

Ωστόσο η Λάιζα ανεξαρτητοποιήθηκε σχετικά νωρίς, ζώντας μόνη της στη Νέα Υόρκη: «Οσα δεν μπορούσα να πω με λόγια, κατάλαβα πως μπορούσα να τα τραγουδήσω και να τα χορέψω». Και αυτό έκανε. Ταινίες όμως άρχισε να κάνει μόνο μετά τον θάνατο της μητέρας της, λες και δεν υπήρχε (μέσα της) χώρος και για τις δύο στη μεγάλη οθόνη.

Η μεγάλη τομή ήρθε με το Cabaret (1972). Η Σάλι Μπόουλς δεν ήταν απλώς ένας ρόλος· ήταν δήλωση. Η Μινέλι απέρριψε συνειδητά το «γλυκό» μιούζικαλ και επέβαλε ένα πρόσωπο σκληρό, σεξουαλικό, πολιτικά υπόγειο. Λίγοι γνωρίζουν ότι για να πάρει τον ρόλο συγκρούστηκε ανοιχτά με παραγωγούς που τη θεωρούσαν «πολύ διάσημη για να είναι επικίνδυνη». Κέρδισε Οσκαρ –η μόνη οικογένεια που είχαν όλοι Οσκαρ: πατέρας, μητέρα και κόρη– αλλά κυρίως κέρδισε ανεξαρτησία.

Τη δεκαετία του ’70 έγινε σύμβολο της νύχτας της Νέας Υόρκης. Το Studio 54 δεν ήταν απλώς playground· ήταν και πεδίο αυτοκαταστροφής. Η εξάρτηση από ουσίες δεν ήταν μυστικό, αλλά σπάνια λέγεται καθαρά. Η Μινέλι κατέρρευσε επανειλημμένα, νοσηλεύτηκε, έχασε φωνητικές αντοχές, κινδύνευσε να χάσει και τη ζωή της. Η ίδια δήλωσε: «Ημουν αλκοολική αλλά δεν ήξερα τότε ότι ήταν ασθένεια. Χόρεψα, λοιπόν, την ασθένειά μου στην κυριολεξία. Ακόμα και όταν το σώμα μου κατέρρεε από τις πολλές πρόβες και ήδη καταπονημένο από εμένα, συνέχιζα. Εκανα επίπονες εγχειρίσεις, αλλά συνέχιζα και τα κατάφερα». Ναι, τα κατάφερε· επέστρεψε όχι απλώς «καθαρή» και αποτοξινωμένη, ούτε καλογυαλισμένη –αν και πάντα ήταν με τη μοναδική ομορφιά της!– αλλά αναδεικνύοντας τις ρωγμές, αυτές ακριβώς που έκαναν τις ερμηνείες της αληθινές.

Αν και παντρεύτηκε αρκετές φορές, αποφάσισε ήδη από τη δεκαετία του ’70 να γίνει πιο φεμινίστρια και από τις δηλωμένες φεμινίστριες. Το έκανε με τις επιλογές της στο σινεμά (σ.σ. ειδικά με την ταινία New York, New York του 1977 σε σκηνοθεσία Μάρτιν Σκορτσέζε –ναι, η Μινέλι πρωτοτραγούδησε το ομώνυμο τραγούδι και όχι ο Φρανκ Σινάτρα) και με τις προσωπικές της επιλογές. Η ίδια υπήρξε από τις πρώτες μεγάλες σταρ που στάθηκαν ανοιχτά δίπλα στην LGBTQ+ κοινότητα, όχι για λόγους marketing, αλλά γιατί είχε τη βιωμένη εμπειρία φιλίας, αγάπης και απώλειας, ειδικά στα χρόνια της κρίσης του AIDS. Για πολλούς δεν ήταν απλά είδωλο· ήταν καταφύγιο.

Στα 80 της, με σοβαρά προβλήματα υγείας και μακριά από τη σκηνή, η Λάιζα Μινέλι παραμένει κάτι σπάνιο: μια σταρ που δεν εξωράισε ποτέ τον πόνο της. Δεν πούλησε «ευτυχία». Πούλησε αλήθεια –με φωνή σπασμένη, σώμα κουρασμένο και βλέμμα που ξέρει να υπάρχει ακέραιο, και ξέρει και γιατί υπάρχει. Γι’ αυτό αντέχει. Και γι’ αυτό τη λατρεύουμε υπαρξιακά.