ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Βασιλική Τζεβελέκου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Διέγραψαν μεγάλες αποστάσεις στα κινηματογραφικά πλατό, έδωσαν απλόχερα στο κοινό γέλιο και δάκρυ, δούλεψαν σε δύσκολες συνθήκες, έγιναν σταρ σε μια εποχή που η κάθε ελληνική ταινία έκοβε πολλές χιλιάδες εισιτήρια όταν έβγαινε στους κινηματογράφους. Τριάντα εφτά εμβληματικοί ηθοποιοί, γυναίκες και άνδρες, της λεγόμενης χρυσής εποχής του ελληνικού κινηματογράφου στα 60’s, πρωταγωνιστές που νίκησαν τον χρόνο καθώς αγαπήθηκαν και αγαπιούνται από διαφορετικές γενιές, τιμήθηκαν για τη συνολική προσφορά τους στην τέχνη από το 66ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.

Η τιμητική βραδιά (3/11/25), που πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με τη Φίνος Φιλμ, τα είχε όλα. Συγκίνηση, αναγνώριση, εξομολογήσεις, συνάντηση ηθοποιών τριών γενεών και μια γέφυρα συμφιλίωσης ανάμεσα στο Φεστιβάλ και στον εμπορικό κινηματογράφο, καθώς οι σχέσεις τους πέρασαν αναταράξεις, περιόδους με συγκρούσεις και ευγενή αντιπαλότητα με στόχο, πάντα, το καλύτερο για το ελληνικό σινεμά.

Οι ηθοποιοί Ακης Σακελλαρίου, πρόεδρος του Δ.Σ. του Φεστιβάλ, και Ιεροκλής Μιχαηλίδης παρουσίασαν την εκδήλωση στην αίθουσα «Παύλος Ζάννας» που ήταν κατάμεστη με κοινό όλων των ηλικιών. Στη Θεσσαλονίκη ταξίδεψαν για να παραλάβουν το βραβείο τους οι: Βασίλης Καΐλας, Δημήτρης Καλλιβωκάς, Γιώργος Κωνσταντίνου, Χλόη Λιάσκου, Μπέτυ Λιβανού, Σωτήρης Τζεβελέκος, Αιμιλία Υψηλάντη και Αννα Φόνσου, οι οποίοι αποθεώθηκαν από το κοινό. Οπως και όσοι δεν μπόρεσαν να παραστούν αλλά ήταν παρούσες και παρόντες μέσα από την ταινία-αφιέρωμα σε σκηνοθεσία Νίκου Πάστρα και σε επιμέλεια της δημοσιογράφου Στέλλας Χαραμή, που απέσπασε τα θετικά σχόλια και το παρατεταμένο χειροκρότημα των θεατών.

Εμφανίζονται οι: Αγγελος Αντωνόπουλος, Ελένη Ανουσάκη, Μπέτυ Αρβανίτη, Νόρα Βαλσάμη, Γιάννης Βογιατζής, Βαγγέλης Βουλγαρίδης, Μάρθα Βούρτση, Μέλπω Ζαρόκωστα, Καίτη Ιμπροχώρη, Μαρία Ιωαννίδου, Τόνια Καζιάνη, Ξένια Καλογεροπούλου, Λάκης Κομνηνός, Ηρώ Κυριακάκη, Μάρω Κοντού, Αλεξάνδρα Λαδικού, Πόπη Λάζου, Στέφανος Ληναίος, Χρήστος Νομικός, Γιώργος Πάντζας, Χρήστος Πολίτης, Κώστας Πρέκας, Ελένη Προκοπίου, Ελσα Ρίζου, Τζένη Ρουσσέα, Ζωζώ Σαπουντζάκη, Νίκος Τσούκας, Ελλη Φωτίου και η Αννα Κυριακού, που έφυγε πρόσφατα από τη ζωή.

Ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Φεστιβάλ Ορέστης Ανδρεαδάκης και οι συνεργάτες του διοργάνωσαν εντέλει μια τιμητική εκδήλωση με πολλαπλές αναγνώσεις, που εκτιμήθηκε ως μια από τις πιο ιδιαίτερες και δυνατές στιγμές της διοργάνωσης. Οπως μαθαίνουμε, θα ακολουθήσουν και άλλες αντίστοιχες για τους τεχνικούς, τους αφανείς ήρωες αλλά σπουδαίους «μαέστρους» πίσω από τις κάμερες.

Το αποτύπωμα αλλά και τη σημασία της βράβευσης των τριάντα εφτά πρωταγωνιστών επιχειρούμε να ιχνηλατήσουμε μέσα από το βλέμμα και τις θέσεις τριών γυναικών, οι οποίες ανήκουν στη νεότερη γενιά, προέρχονται από διαφορετικά επαγγελματικά πεδία και ήταν παρούσες στην αίθουσα «Παύλος Ζάννας».

«Κάδρα μιας παιδικής ανάμνησης»

«Ολοι οι άνθρωποι που μίλησαν στην κάμερα, αλλά και εκείνοι με τους οποίους ήρθαμε σε επαφή -εντούτοις, δεν πείστηκαν να μπουν στη διαδικασία της αναπόλησης-, σηματοδότησαν την πρώτη μου επαφή με το σινεμά. Ηταν κάδρα μιας παιδικής ανάμνησης που με εξοικείωσαν με μια άγνωστη, τότε, τέχνη. Παρότι, στη “γνωριμία” μας μεσολαβούσε η τηλεόραση» μας λέει η δημοσιογράφος Στέλλα Χαραμή, η οποία ανέλαβε το απαιτητικό εγχείρημα των συνεντεύξεων και σε ορισμένες περιπτώσεις απέσπασε εκ βαθέων εκμυστηρεύσεις.

«Σε κάθε περίπτωση, οι ελληνικές ταινίες της δεκαετίας του ’60 (και μαζί κάποιες κλασικές αμερικανικές κωμωδίες του Μπίλι Γουάιλντερ και του Μπλέικ Εντουαρντς) ήταν για μένα ένα κινηματογραφικό “σχολείο”, το οποίο είχα συνδυάσει με την οικογενειακή εμπειρία· κατά συνέπεια, με κάτι πολύ ζεστό και δικό μου. Ετσι, όταν ήρθε η ώρα των συνεντεύξεων (κι ενώ κάποιους από τους ομιλούντες έχω παρακολουθήσει μέσα από τη θεατρική διαδρομή τους) αισθάνθηκα αβίαστα τρυφερότητα και οικειότητα. Το ενδιαφέρον είναι πως οι περισσότεροι μου την ανταπέδωσαν, αιφνιδιάζοντάς με πολύ ευχάριστα, οπότε στιγμή δεν ένιωσα ότι συνομιλώ με πρόσωπα της παιδικής μου μυθολογίας αλλά με φορείς μιας προσωπικής σχέσης», λέει στις «Νησίδες».

Τα γυρίσματα διήρκεσαν δύο μήνες και όταν της ζητάμε να αποτιμήσει την εμπειρία της μας αποκαλύπτει:

«Το σίγουρο είναι πως ολόκληρη η διαδικασία έκρυβε συγκινήσεις. Σήμερα, με την ολοκλήρωση του εγχειρήματος, αισθάνομαι πως κυριαρχεί το συμπέρασμα πως οι περισσότεροι από τους αστέρες του “παλιού” σινεμά κοίταξαν τον τότε εαυτό τους απαλλαγμένοι από κάθε είδους αγωνία και βάσανο για την ιστορία που έγραψαν μέσα στην τέχνη, έχοντας συνάψει ειρήνη με τις επιλογές τους – όποιες κι αν ήταν αυτές. Μοναδική εξαίρεση αποτέλεσε η απάντηση του Γιάννη Βογιατζή στο ερώτημα για τη σημασία μιας βράβευσης – όπως αυτή από το ΦΚΘ. Ο κ. Βογιατζής, λοιπόν, στα 99 χρόνια του και με μια αξιοζήλευτη καριέρα, αναρωτήθηκε on camera “αν ήταν αρκετά καλός κι αν δεν ξεγέλασε τους ανθρώπους”. Ομολογώ πως συγκινήθηκα ειλικρινά και βαθιά».

Στην ερώτησή μας αν τελικά η βράβευση σηματοδότησε κάτι περισσότερο από μια τιμητική εκδήλωση, η Στέλλα Χαραμή απαντάει: «Στα μάτια μου, καταγράφηκε ως μια συναισθηματικά φορτισμένη όσο και αναγκαία χειρονομία του ΦΚΘ. Οχι μόνο γιατί τίμησε εκπροσώπους εκείνης της γενιάς, όχι μόνο γιατί λειτούργησε ως μια πράξη συμφιλίωσης με ένα -παραγκωνισμένο από την ελληνική βιομηχανία- κινηματογραφικό κεφάλαιο, αλλά κυρίως γιατί ήταν μια “στάση” σε πρόσωπα και καταστάσεις που καθόρισαν τη συλλογική μας μνήμη».

«Ηταν όλοι ένα σχολείο για εμάς»

Η Θεοδώρα Πικρού Βαλεντή, executive producer της εταιρείας παραγωγής Marni Films, χαρακτηρίζει «σημαντική» τη βραδιά τόσο «για τους συγκεκριμένους ηθοποιούς όσο και για όλους εμάς, τους νεότερους στο ακροατήριο που αγαπάμε το σινεμά. Ολοι οι συντελεστές εκείνων των ταινιών αποτέλεσαν για εμάς ένα σχολείο. Συγχαίρω τους διοργανωτές και τον Ακη Σακελλαρίου για την ιδέα. Επίσης ήταν πολύ συγκινητικό το ντοκιμαντέρ του Νίκου Πάστρα, ο τρόπος που παρουσιάστηκαν οι σκηνές από τις παλιές ταινίες μονταρισμένες με μαρτυρίες από το παρόν» καταθέτει στις «Νησίδες» και εξηγεί: «Το σημαντικότερο που αποκόμισα είναι πως όλοι ήταν πολύ δεμένοι μεταξύ τους, μια μεγάλη οικογένεια, και συγκινήθηκαν που ξαναβρέθηκαν παρέα. Η θητεία τους στα πλατό και στα γυρίσματα ήταν τρόπος ζωής, δεν τελείωνε με κάθε ταινία, δούλευαν ασταμάτητα και ακούραστα. Εισέπραξα επίσης μια ευγένεια και μια αξιοπρέπεια ανθρώπινη που πιστεύω λείπει, πλέον, από την πλειονότητα του κόσμου. Σαν να κλείνει σιγά σιγά ένα κεφάλαιο της χώρας και του πολιτισμικού πλούτου της».

Στην ερώτηση αν στις μέρες μας εξακολουθούν να ισχύουν οι διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στον παλιό και τον σύγχρονο ελληνικό κινηματογράφο, στον εμπορικό και τον ποιοτικό, ή αν έχουν αμβλυνθεί, μας απαντά:

«Το σινεμά είναι ιστορίες μέσα από τις εικόνες. Ο τρόπος που γίνονται οι παραγωγές σήμερα έχει αλλάξει -όπως και το κοινό- σε σχέση με το παρελθόν. Φιλμ vs ψηφιακή τεχνολογία, χαμηλότερο κόστος, συμπαραγωγές με το εξωτερικό. Υπάρχει μεγαλύτερη ευκολία στην παραγωγή ταινιών. Ωστόσο, το δύσκολο πάντα είναι να έχεις μια καλή, αυθεντική ιστορία να αφηγηθείς, ένα καλό σενάριο. Αυτή είναι η διαχρονική προτεραιότητα στον κόσμο του κινηματογράφου. Οσο για τις διαφορές μεταξύ παλιού και σύγχρονου κινηματογράφου, θεωρώ πως έχουν αμβλυνθεί, χωρίς όμως να έχουν εξαφανιστεί. Ο εμπορικός κινηματογράφος στόχευε κυρίως στη μαζική ψυχαγωγία, ενώ ο ποιοτικός εξέφραζε πιο προσωπικές ή πολιτικές αναζητήσεις. Σήμερα το νέο ελληνικό σινεμά έχει αποκτήσει διεθνές κύρος και κοινό. Θεωρώ ωστόσο ότι o νέος ελληνικός κινηματογράφος δεν χωρά εύκολα σε αυτά τα δίπολα και πιστεύω ότι είναι εφικτό να έχουμε σινεμά που να μπορεί να ευνοεί τη σύγκλιση των δύο τάσεων, με ταινίες που μπορούν να είναι ταυτόχρονα εμπορικά προσιτές και καλλιτεχνικά αναγνωρίσιμες εντός κι εκτός συνόρων» καταλήγει η Θεοδώρα Πικρού Βαλεντή.

«Συνάντηση εποχών»

Η Ασημένια Βουλιώτη, η οποία υποδύθηκε τη Μαρινέλλα στην ταινία «Υπάρχω» του Γιώργου Τσεμπερόπουλου, δεν έχασε ταινία για ταινία κατά τη διάρκεια του Φεστιβάλ. Και φυσικά ήταν παρούσα στην τιμητική εκδήλωση των Ελλήνων πρωταγωνιστών. «Η βραδιά ήταν μια συνάντηση εποχών. Ενιωσα τιμή που βρέθηκα ανάμεσα σε αυτούς τους ανθρώπους, γιατί ο κινηματογράφος, για μένα, δεν υπάρχει σε “κομμάτια” -παλιός και νέος-, αλλά αποτελεί μέρος μιας ιστορικής συνέχειας που εξελίσσεται, αλλάζει μορφή και φτάνει στο εδώ και τώρα, στη δική μου γενιά ηθοποιών. Θεωρώ σημαντική την εκδήλωση, γιατί ο καλλιτέχνης έχει ανάγκη την αναγνώριση όχι μόνο για τις μεμονωμένες εμφανίσεις του, αλλά και για την αξία της συνολικής του διαδρομής» μας λέει.

«Γνώριζα αυτούς τους ηθοποιούς μόνο μέσα από τις ταινίες και τους χαρακτήρες που είχαν ερμηνεύσει. Από κοντά όμως είχα την ευκαιρία να δω την ανθρώπινη πλευρά τους: την εμπειρία, τη διαδρομή, μια ολόκληρη ζωή. Ως νέα ηθοποιός, με συγκίνησε να δω τον άνθρωπο πίσω από τον ρόλο. Οι ηθοποιοί δεν είναι μόνο ρόλοι κλεισμένοι σε ασπρόμαυρα καρέ, είναι άνθρωποι με ιστορία. Μιλάμε για μια γενιά ηθοποιών με την οποία μεγάλωσαν κυρίως οι παππούδες και οι γονείς μου και παρ’ όλα αυτά έχουν τόσα να πουν σε εμένα. Με έναν τρόπο, οι άνθρωποι πάντα συνδεόμαστε, ασχέτως εποχών. Και τελικά, αυτή η σύνδεση είναι που κάνει και τις ταινίες αθάνατες».

Οσο για τις διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στον παλιό και τον σύγχρονο ελληνικό κινηματογράφο, μας απαντάει η Ασημένια Βουλιώτη. «Για μένα το σινεμά είναι μια τέχνη λαϊκή που απευθύνεται στον κόσμο και έχει διάρκεια στον χρόνο. Δεν με εκφράζει ο διαχωρισμός ανάμεσα στο “ποιοτικό” και το “εμπορικό” σινεμά. Πιστεύω στο καλό σινεμά. Σε αυτό που δημιουργεί μια ανάμνηση. Από εκεί και πέρα, τα κριτήρια του καθενός είναι διαφορετικά και αυτό είναι που κάνει κάθε εμπειρία στον κινηματογράφο μοναδική και προσωπική».