ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Αλεσσάντρο Μερκιόρι
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Με τον θάνατο του Τζόρτζο Αρμάνι κλείνει μια ολόκληρη εποχή που το Μιλάνο και το Χόλιγουντ συνεννοούνταν στην ίδια γλώσσα: της κομψότητας. Υπήρξε ο σχεδιαστής και στιλίστας που έφερε την επανάσταση στη μόδα, αλλά κι ένας από τους μεγαλύτερους, αθόρυβους και αόρατους «σκηνοθέτες» του ενδύματος του παγκόσμιου κινηματογράφου.

Στην καριέρα του μπορεί να μην υπέγραψε βέβαια ούτε ένα σενάριο, ωστόσο τα σακάκια του, τα παλτά του και τα ταγιέρ του περιέκλειαν αφηγήσεις και δημιουργούσαν χαρακτήρες, ξαναγράφοντας την Ιστορία της αισθητικής. Η ζωή και η κληρονομιά του δεν ήταν μόνο πασαρέλες και περιοδικά, αλλά και κινηματογραφικά καρέ, στιγμές και ρόλοι που θα μείνουν και χάρη σ’ αυτόν για πάντα ισχυρά και ανεξίτηλα σύμβολα.

Ο έρωτας για τον κινηματογράφο χρονολογείται από τη δεκαετία του ’70. Για την ακρίβεια από το 1977, όταν ένα εντελώς συμπτωματικό γεγονός θα του άνοιγε τις πόρτες του Χόλιγουντ. Ηταν η στιγμή που η Νταϊάν Κίτον, ντυμένη μ’ ένα απλό σακάκι, ανέβαινε στη σκηνή για να παραλάβει το Oσκαρ Α’ Γυναικείου Ρόλου για την ερμηνεία της στον «Νευρικό εραστή» (Annie Hall) – το αριστούργημα του Γούντι Αλεν που είχε σκίσει στα Οσκαρ εκείνης της χρονιάς. Ενα σακάκι που κάλυπτε τους ώμους της με κομψότητα, φυσικότητα, αλλά και με την ανύπαρκτη βαρύτητα ενός ροδοπέταλου.

Ηταν η αρχή μιας επανάστασης στον κόσμο της μόδας, γιατί ο Αρμάνι είχε καταργήσει τόσο τις σκληρές βάτες όσο και τις ραφές, εφευρίσκοντας μια καινούργια τεχνική για να μπορέσει το ρούχο να ρέει και με ανάλαφρο και φυσικό τρόπο να «αγκαλιάζει» τόσο τα γυναικεία όσο και τα ανδρικά σώματα. Είχε ήδη διακριθεί για το καθαρό, μινιμαλιστικό, διαχρονικό στιλ του που έδινε βάρος στην αρχιτεκτονική του ρούχου κι απέκλειε τα περιττά στολίδια, ενώ τα χρόνια που θα έρχονταν ο ίδιος θα συλλάμβανε το ανδρόγυνο στιλ, το business look (το ντύσιμο ως υποδήλωση εξουσίας) και το «quiet luxury» («ήρεμη πολυτέλεια») πριν γίνει τάση.

Η σκηνή βέβαια που τον καθιέρωσε μια για πάντα στον κόσμο, αλλά και στην Ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου, ήταν στο «American Gigolo» του 1980, όταν ο Ρίτσαρντ Γκιρ απλώνει στο κρεβάτι του μια σειρά από σακάκια και γραβάτες λες και επρόκειτο για όπλα αποπλάνησης.

Μια σκηνή που διήρκεσε λίγο, ωστόσο αρκετά δευτερόλεπτα για να επανατοποθετήσει την εικόνα του άνδρα στη μεγάλη οθόνη. Εκείνη τη στιγμή δεν μετρούσαν πλέον ούτε η ομορφιά, ούτε η μυϊκή δύναμη, αλλά η προσωπική περιποίηση, η συνειδητή γοητεία, η αισθητική και η κομψότητα ως έμφυτο και αναπόσπαστο κομμάτι του χαρακτήρα του.

Μέσα σ’ εκείνο το μικρό, χρονικό διάστημα η γκαρνταρόμπα ξαφνικά έπαυε να είναι μια ντουλάπα αποθήκευσης ρούχων και μεταμορφωνόταν σε ταυτότητα και μάλιστα με προσωπικότητα.

Ο Αρμάνι έντυσε ύστερα τους Σον Κόνερι, Ρόμπερτ Ντε Νίρο, Αντι Γκαρσία, Κέβιν Κόστνερ στους «Αδιάφθορους» («The Untouchables»), τους «ύστερους» Τζέιμς Μποντ (από το ’90 και μετά) Πιρς Μπρόσναν και Ντάνιελ Κρεγκ, τους Τζορτζ Κλούνεϊ και Μπραντ Πιτ στη «Συμμορία των Εντεκα» («Ocean’s Eleven»), τον Λεονάρντο Ντι Κάπριο στον «Λύκο της Γουόλ Στριτ» («The Wolf of Wall Street»), τον Κρίστιαν Μπέιλ στον «Σκοτεινό Ιππότη» και συνολικά χάρισε τη ματιά και την υπογραφή του στις εμφανίσεις σε περισσότερες από 200 ταινίες και σειρές, από το «Miami Vice» ώς το «Batman» ή το «Shaft».

Και να μην ξεχνάμε ότι οι αγαπημένες του «μούσες» υπήρξαν επίσης οι Μισέλ Πφάιφερ, Τζόντι Φόστερ, Τζούλια Ρόμπερτς, Τζέσικα Τάντι και η τελειότερη όλων, η Κέιτ Μπλάνσετ, την οποία περιέγραφε ως «απόλυτη βασίλισσα μιας αρχιτεκτονικής κομψότητας, που μένει στα μάτια και τη μνήμη πολύ περισσότερο από ένα σέξι ντεκολτέ».

Ο Ιταλός «μαέστρο» του ενδύματος έντυσε, με την ίδια τέχνη και χάρη, τόσο τους γκάνγκστερ όσο και τους μάνατζερ, τους μπρόκερ, τους μαφιόζους ή τους αστυνομικούς και τους χωροφύλακες, δίνοντας σχήμα σε νέες φιγούρες και μεταμορφώνοντας τον μινιμαλισμό και την απλότητα σε συνώνυμο της εξουσίας και της αυτοπεποίθησης. «Ενα καλοσχεδιασμένο παλτό», έλεγε, «κάποιες φορές μετράει πολύ περισσότερο από μια ατάκα. Και ένα σακάκι μπορούσε να σου διηγηθεί την αλλαγή μιας ολόκληρης εποχής». Ουσιαστικά θεωρείται ο πρώτος μεγάλος σχεδιαστής που «έφερε» την υψηλή μόδα στον κινηματογράφο και έχτισε τις βάσεις για τη στενή σχέση Χόλιγουντ και μόδας και εκτός οθόνης.

Κατά καιρούς ενεπλάκη όμως και σε άλλες τέχνες, π.χ. αναλαμβάνοντας τα κοστούμια για μια σύγχρονη εκδοχή του «Φάλσταφ» του Βέρντι, στη Βασιλική Οπερα του Λονδίνου το 1999, ή το 2006 για την «Tραβιάτα» σε σκηνοθεσία Τζεφιρέλι, στη Σκάλα του Μιλάνου. Συνεργάστηκε επίσης με χορευτές και χορογράφους, κυρίως σε ειδικές παραστάσεις στην Ιταλία, δημιουργώντας κοστούμια που συνδυάζουν κίνηση και κομψότητα, ενώ στο θέατρο χάρισε την πινελιά του σε κάποιες παραγωγές τις δεκαετίες του ’90 και του 2000, κυρίως του Piccolo Teatro. Και κοντά σ’ αυτά συνέλαβε, σχεδίασε και ίδρυσε στο Μιλάνο το Armani Teatro, χώρο που χρησιμοποιείται συχνά για επιδείξεις μόδας αλλά και για μουσικοθεατρικές εκδηλώσεις, λειτουργώντας ως γέφυρα ανάμεσα στην τέχνη και τη μόδα.

Στο πλαίσιο της σχέσης του με την τέχνη υπήρξαν και εκδηλώσεις που χρηματοδοτούσε ως χορηγός: το Βραβείο Κοινού που με χορηγό την Armani Beauty εντάσσεται κάθε χρόνο στα βραβεία του Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας (φέτος, ενταγμένο στα βραβεία του τμήματος «Ορίζοντες»-Orizzonti Extra, απονεμήθηκε στην ταινία «Calle Málaga» της Μιριάμ Τουζανί.

Ο Αρμάνι μάς δίδαξε ότι δεν χρειάζεται να φωνάζεις για να αφήσεις το σημάδι σου. Αρκούν μια ισορροπημένη και επιτηδευμένη λεπτομέρεια, όπως για παράδειγμα ένα ξεκουμπωμένο κουμπί, για να κάνεις τη διαφορά. Δεν του άρεσαν τα έντονα χρώματα, γι’ αυτό εξάλλου και έχτισε την αυτοκρατορία του πάνω στο μαύρο, το λευκό και το μπλε, εφευρίσκοντας ωστόσο κι ένα ολόδικό του χρώμα, το περίφημο πια greige, συνδυασμό του γκρι με το μπεζ της άμμου.

Παρόλο το απύθμενο μέγεθος του brand name του, την αυτοκρατορία του, τις 600 μπουτίκ σπαρμένες ανά τον πλανήτη ή την περιουσία του, που ξεπερνούσε τα 12 δισ. δολάρια, ο Τζόρτζο Αρμάνι παρέμεινε ώς το τέλος ταπεινός, σεμνός, ντροπαλός, απλός και λιτός.

Βίωσε τη φτώχεια, το κρύο, την ομίχλη, τη λάσπη, την ισοπέδωση από τις γερμανικές βόμβες της γενέτειράς του Πιατσέντσα και μετακόμισε στα 15 του στο Μιλάνο για ένα καλύτερο αύριο. Επί μία 20ετία διαμόρφωνε, καθάριζε και τακτοποιούσε τις βιτρίνες της «La Rinascente», εμβληματικού πολυκαταστήματος στην «Piazza Duomo». Παράλληλα μάθαινε τα μυστικά της μόδας δίπλα στον Νίνο Τσερούτι και 40άρης πλέον, αποφάσισε πως είχε έρθει η στιγμή να ανοίξει τα φτερά του, ιδρύοντας το ’75 την «Armani Spa».

Οσοι είχαν την τύχη να τον συναντήσουν, συμπτωματικά είτε σε κάποιο εστιατόριο της Μυκόνου ή της Φολεγάνδρου, μιλούν για έναν άνθρωπο ευγενή, μετρημένο και ανέκαθεν καλοντυμένο, που αρεσκόταν σε λίγες ελιές, μια ντομάτα και λίγη φέτα για να είναι ευτυχισμένος. Κι αυτό είναι συνεπές με τον άνθρωπο που αναγνώριζε στην απόλυτη λιτότητα την ομορφιά ή και το μεγαλείο.