ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νίκος Κοσμίδης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το πρόσφατο περιστατικό με την απαγόρευση εισόδου ισραηλινής στρατιωτικής αντιπροσωπείας (IDF) στον χώρο του πρώην στρατοπέδου Αουσβιτς II–Μπιρκενάου, λόγω της πρόθεσής της να εισέλθει με σημαίες και εν πομπή, προκάλεσε αντιδράσεις από ορισμένα ισραηλινά ΜΜΕ και μνημονικούς φορείς. Το Κρατικό Μουσείο Αουσβιτς-Μπιρκενάου απάντησε με σχετική δήλωση, εκφράζοντας την ανησυχία του και υπενθυμίζοντας ότι η αξιοπρέπεια, η σοβαρότητα και η ουδετερότητα του χώρου πρέπει να είναι σεβαστές από όλους. Ο κανονισμός που απαγορεύει τελετές χωρίς προηγούμενη έγκριση θεσπίστηκε για την προστασία του χώρου από παλαιότερες απόπειρες κατάχρηση. Τελικά, η αντιπροσωπεία των 180 ένστολων Ισραηλινών που συμμετείχαν στο πρόγραμμα «Witnesses in Uniform» εισήλθε χωρίς τελετουργική είσοδο.

Η μαρτυρική σιωπή και ο λόγος των χώρων μνήμης

Σε μια περίοδο όπου το ευρωπαϊκό και διεθνές μνημονικό τοπίο ταράσσονται από συγκρουόμενα αφηγήματα και αναθεωρητικές αναγνώσεις της Ιστορίας, το προαναφερόμενο περιστατικό επιβεβαιώνει τη σύνθετη διάσταση των χώρων μνήμης: ως φορέων που διασώζουν την ιστορική αλήθεια και λειτουργούν ως πεδία αναστοχασμού. Ταυτοχρόνως, οι χώροι αυτοί απειλούνται από προσπάθειες εργαλειοποίησης υπέρ της νομιμοποίησης γεωπολιτικών στρατηγικών, εθνικών αφηγήσεων ή υφιστάμενων συσχετισμών ισχύος, σε μια περίοδο όξυνσης της μιλιταριστικής ρητορικής και πολεμικής κλιμάκωσης. Πόσο εύκολη είναι, λοιπόν, η προστασία τους από τέτοιες επιδιώξεις και πόσο ανεξάρτητοι παραμένουν από τις εκάστοτε πολιτικές χρήσεις της μνήμης; Δεν αποτελεί, άλλωστε, η ίδια η επιλογή της μνήμης –ή η σιωπή της– μια βαθύτατα πολιτική πράξη;

Ενας τόπος όπως το Αουσβιτς συνοδεύεται συχνά από μια βαριά σιωπή. Στο «κράτος του θανάτου», ο λόγος γεννιέται από την απουσία. Η σιωπή και η απώλεια λειτουργούν ως τεκμήρια, καθώς η μαρτυρία προκύπτει από το μέγεθος του ανείπωτου εγκλήματος που δεν μπορεί ποτέ να αποδοθεί πλήρως. Η παρουσία του Διεθνούς Κέντρου Εκπαίδευσης για το Αουσβιτς και το Ολοκαύτωμα, λίγα μέτρα από τα συρματοπλέγματα του πρώην στρατοπέδου, δεν διαταράσσει αυτήν τη σιωπή. Αντιθέτως, ενισχύει την πολυδιάστατη προσέγγιση της μνήμης, σε έναν τόπο-σύμβολο της ναζιστικής θηριωδίας. Η ίδρυσή του από επιζήσαντες, πριν από είκοσι χρόνια, ήταν μια συνειδητή προσπάθεια να μη χαθεί η μνήμη με τον θάνατό τους. Μια προσπάθεια που, δύο δεκαετίες μετά, συνεχίζεται αδιάκοπα, όπως σημειώνει ο διευθυντής του, Andrzej Kacorzyk.

Στις αρχές Ιουλίου, περισσότεροι από 150 συμμετέχοντες από όλον τον κόσμο συναντηθήκαμε στο Κέντρο, στο πλαίσιο του διεθνούς συνεδρίου Is Memory Enough in the 21st Century? (Αρκεί μονάχα η μνήμη στον 21ο αιώνα;). Αναπτύχθηκε ένας γόνιμος διάλογος ανάμεσα σε εκπροσώπους μουσείων και χώρων μνήμης –όπως η Τρεμπλίνκα και το Νταχάου, το Yad Vashem, το Camp des Milles, το Anne Frank House και το Εθνικό Μουσείο Ιστορίας της Ουκρανίας στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο– καθώς και σε ακαδημαϊκούς και ερευνητές από τα πεδία της γενοκτολογίας, των σπουδών Ολοκαυτώματος και της μελέτης των ναζιστικών διώξεων κατά των Ρομά και των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων. Συμμετείχαν επίσης στελέχη οργανισμών και εκπαιδευτικοί που υπηρετούν την ιστορική μνήμη.

Η μνήμη ως βιωματική προσέγγιση της Ιστορίας και ο ρόλος της βίας

Το βασικό ερώτημα του συνεδρίου, αν η μνήμη αρκεί τον 21ο αιώνα, αποδείχθηκε περισσότερο αποκαλυπτικό παρά απαντήσιμο. Ο διευθυντής του Κρατικού Μουσείου Αουσβιτς-Μπιρκενάου, Dr. Piotr Cywiński, στον χαιρετισμό του, διαχώρισε σαφώς τη μνήμη από τη γνώση: η ιστορική γνώση διδάσκεται, η μνήμη βιώνεται. Τόνισε την ανάγκη αποδέσμευσης της μνήμης από τελετουργικές φόρμες που αποξενώνουν, ιδίως τους νέους, ιδιαιτέρως όταν αυτές παραπέμπουν σε στρατιωτικού τύπου τελετές ή διαδικασίες που συνοδεύονται με αίσθημα υποχρεωτικότητας και την ψευδαίσθηση ότι μέσω της μνημόνευσης θα προκύψουν αυτομάτως όλες οι απαντήσεις.

«Η ανεκτικότητα στον 21ο αιώνα δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο στην ανοχή του γνώριμου, αλλά στην ενεργή απόφαση να σεβόμαστε αυτό με το οποίο διαφωνούμε. Διαφορετικά, ελλοχεύει η απανθρωποποίηση του ατόμου όταν τον κατανοούμε αποκλειστικά μέσα από κατηγοριοποιήσεις [συγκρουσιακών] κοινωνικών ταυτοτήτων», Bernd Simon.

Επισήμανε την ανάγκη επανεξέτασης των μεθοδολογιών, υπογραμμίζοντας ότι η μνήμη δεν πρέπει να υπηρετεί την υπερηφάνεια μιας κοινότητας, αλλά να λειτουργεί ως πεδίο διατύπωσης δύσκολων ερωτημάτων χωρίς εγγυημένες απαντήσεις, ικανών, ωστόσο, να διαμορφώσουν νέα στάση απέναντι στους απειλητικούς καιρούς που διανύουμε.

Στην κεντρική ομιλία, ο καθηγητής Bernd Simon, επικεφαλής του Τμήματος Κοινωνικής και Πολιτικής Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Κιέλου, τόνισε ότι η ανεκτικότητα στον 21ο αιώνα δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο στην ανοχή του γνώριμου, αλλά στην ενεργή απόφαση να σεβόμαστε αυτό με το οποίο διαφωνούμε. Διαφορετικά, ελλοχεύει η απανθρωποποίηση του ατόμου όταν τον κατανοούμε αποκλειστικά μέσα από κατηγοριοποιήσεις [συγκρουσιακών] κοινωνικών ταυτοτήτων.

Ο Dr. Matthias Heyl, υπεύθυνος του τομέα εκπαίδευσης στο Μουσείο του Ράβενσμπρικ, επισήμανε ότι ακόμα και οι φορείς μνήμης διατρέχουν τον κίνδυνο να αναπαράγουν «ασφαλή» αφηγήματα, παραμερίζοντας τις προσωπικές εμπειρίες των επισκεπτών, οι οποίοι επιχειρούν να συνδεθούν με τους χώρους με βάση τη δική τους ιστορική ή βιωματική συνάφεια. Ανέφερε ως παραδείγματα την επίσκεψη προσφύγων από τη Συρία, που προσέγγισαν τον χώρο μέσα από δικές τους εμπειρίες βασανιστηρίων, καθώς και το σχόλιο μιας επισκέπτριας αφρικανικής καταγωγής για την ατιμωρησία εγκληματιών κατά της ανθρωπότητας. Σημείωσε ακόμα τον προβληματισμό του σχετικά με την ανεξαρτησία των χώρων μνήμης εν μέσω γενικευμένης εθνικιστικής στροφής διεθνώς, η οποία διαμορφώνει νέες πολιτικές που επηρεάζουν τον ρόλο, τη λειτουργία και τη βιωσιμότητά τους.

Στο αβέβαιο αυτό μνημονικό περιβάλλον, ο Dr. Andreas Kahrs, συνιδρυτής της πρωτοβουλίας «what matters», επισήμανε τον αυξανόμενο κίνδυνο της πίστης σε «εναλλακτικές αλήθειες» σχετικά με την ιστορική πραγματικότητα. Εν μέσω παγκόσμιας αστάθειας, όλο και περισσότεροι πολίτες προσκολλώνται σε δικές τους αφηγήσεις, αμφισβητώντας τεκμηριωμένα γεγονότα.

Οπως επισημάνθηκε και από άλλους συνέδρους, η διασπορά ψευδών ιστορικών ισχυρισμών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης –ακόμα και με την παραγωγή πλαστού φωτογραφικού υλικού για την εμπειρία των κρατουμένων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης μέσω τεχνητής νοημοσύνης– δυσχεραίνει το έργο των χώρων μνήμης στην υπεράσπιση της ιστορικής αλήθειας. Πώς και πού μπορούν, λοιπόν, να είναι χρήσιμοι σήμερα;

Οι συμμετέχοντες συμφωνήσαμε ότι οι συνήθεις επισημάνσεις πολιτικών κατά τις επετειακές επισκέψεις τους σε χώρους μνήμης –ότι, δηλαδή, αν εξασφαλίσουμε την επίσκεψη όλων των νέων στα πρώην στρατόπεδα, θα διασφαλίσουμε τη δημοκρατική τους συνείδηση– δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Μια εκπαιδευτική επίσκεψη από μόνη της δεν εγγυάται πως οι μαθητές θα εξελιχθούν σε πολίτες με δημοκρατικές και αντιφασιστικές πεποιθήσεις. Αντιθέτως, η σημερινή τέταρτη γενιά επισκεπτών στα πρώην στρατόπεδα συγκέντρωσης και εξόντωσης εκφράζει συχνά μια διαστρεβλωμένη οικειότητα με τις ιστορίες βίας. Η οικειότητα αυτή δεν συνεπάγεται καταδίκη, ούτε καν αδιαφορία, αλλά αντιθέτως, όπως επισημάνθηκε, υποδηλώνει μια ανοχή ή ακόμα και επικρότηση των φαινομένων βίας.

Η τελευταία αυτή επισήμανση είναι ιδιαιτέρως κρίσιμη. Η επίσκεψη σε έναν τόπο μνήμης πρέπει να συνοδεύεται από την κριτική ανάλυση των κοινωνικών και πολιτικών διεργασιών που γεννούν τη βία: τον ρατσισμό, τον κρατικό αυταρχισμό, τη στρατιωτικοποίηση της κοινωνίας, τον συστημικό εκφασισμό, καθώς και τις άνισες σχέσεις εξουσίας και τους μηχανισμούς αποκλεισμού που διαπερνούν το κοινωνικό σώμα.

Ως εκ τούτου, η μνημονική πράξη δεν μπορεί να είναι ουδέτερη και απολιτίκ. Χωρίς ερμηνευτικό πλαίσιο μπορεί να καταλήξει σε αποπολιτικοποίηση, συναισθηματική εξοικείωση ή ακόμα και ταύτιση με τις ίδιες τις γενεσιουργούς αιτίες της βίας.

Σύγχρονες συγκρούσεις και ηθικά όρια της μνήμης

Αν η κατανόηση της σημασίας των τόπων σκοτεινής μνήμης προϋποθέτει όλα τα παραπάνω, πώς μπορούν τα μουσεία και τα εκπαιδευτικά τους κέντρα να συμβάλουν ουσιαστικά; Μια απάντηση αναδείχθηκε μέσα από τον τρόπο με τον οποίο ο διάλογος του συνεδρίου προσέγγισε τις πιο δύσκολες θεματικές: τον αντισημιτισμό, την πολιτική του Ισραήλ στη Γάζα και τις ποικίλες προσλαμβάνουσες των ίδιων των συμμετεχόντων.

Η καθηγήτρια Claudia Lenz, από το Νορβηγικό Κέντρο Μελετών Ολοκαυτώματος και Μειονοτήτων, ανέφερε ότι μαθητές που συμμετέχουν στα προγράμματά του, συχνά φορούν κεφίγιε ως ένδειξη αλληλεγγύης στον παλαιστινιακό λαό.

Αυτή η πράξη θα ήταν εύκολο να ερμηνευθεί με όρους αντισημιτικής πρόκλησης και συνεπώς να κρατήσει κλειστές τις πόρτες του διαλόγου. Ωστόσο, κατά την ίδια, οι χώροι μνήμης οφείλουν να υπερβαίνουν τη λογική της πόλωσης.

Οχι σχετικοποιώντας τις υπαρκτές συγκρούσεις, αλλά απορρίπτοντας την αντίληψη ότι αποτελούν φορείς αποκλειστικής ηθικής διαπαιδαγώγησης. Αντιθέτως, πρέπει να είναι ανοιχτοί στο να υποδέχονται τους επισκέπτες και με τις «αποσκευές» που οι ίδιοι φέρουν. Τα δε εκπαιδευτικά προγράμματά τους δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως μηχανισμοί «δημοκρατικού εμβολιασμού» αλλά ως πεδία ανοιχτής προσέγγισης κρίσιμων ηθικών διλημμάτων.

Ενα τέτοιο δίλημμα ανέδειξε στην καταληκτική ημέρα ο Nadav Neuman, απόγονος τρίτης γενιάς επιζησάντων του Ολοκαυτώματος, ο οποίος αναρωτήθηκε ευθέως κατά πόσο μπορεί να αποσιωπάται η ανθρωπιστική κρίση στη Γάζα μέσα στις μνημονικές συζητήσεις περί του Ολοκαυτώματος. Τόνισε, απευθυνόμενος προς όλους τους συνέδρους, πως, ακόμα κι αν δεν είναι όλοι έτοιμοι να μιλήσουν γι’ αυτό, δεν μπορούν να μένουν απαθείς όταν διεθνείς οργανισμοί και σημαντικό μέρος της επιστημονικής κοινότητας αναφέρονται στη δραματική κατάσταση στη Γάζα με όρους γενοκτονίας.

Μια κατάσταση η οποία θέτει αναπόφευκτα τη συζήτηση περί μνήμης, ιδίως σε έναν συμβολικά φορτισμένο χώρο, όπως αυτόν του Αουσβιτς, σε διάλογο με μια νέα οδυνηρή πραγματικότητα και η οποία –όπως επισημάνθηκε και από άλλους συμμετέχοντες– έχει ήδη επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο οι ίδιες οι μνημονικές κοινότητες αναφέρονται στο Ολοκαύτωμα μετά την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023.

Η παρέμβαση του νεαρού Ισραηλινού –μια κατ’ ουσία μνημονική πολιτική πράξη– λειτούργησε σαν λυτρωτικός καταλύτης για αρκετούς συμμετέχοντες, αλλά και ως επιβεβαίωση του πυρήνα του συνεδρίου: της ανάγκης δηλαδή να τεθούν επί τάπητος όχι μόνο οι συγκλίσεις αλλά και οι διαφορές, οι ρωγμές και οι συγκρούσεις ακόμα και στο εσωτερικό των ίδιων των μνημονικών κοινοτήτων. Δεν αρκεί να αναγνωρίζουμε τη σημασία της μνήμης· χρειάζεται να την ενεργοποιούμε κάθε φορά που η ιστορία καταγράφει νέες σελίδες βίας από άνθρωπο σε άνθρωπο. Είναι ακόμα πιο χρήσιμη όταν η επίκληση του «Ποτέ Ξανά» δεν αρκεί για να τερματιστεί ο κύκλος των γενοκτονιών και των εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας.

Το γεγονός πως το Κέντρο Εκπαίδευσης φιλοξένησε έναν τέτοιο διάλογο με επιστημονική σοβαρότητα και σεβασμό στην ελευθερία λόγου γύρω από ένα βαθιά διχαστικό και για πολλούς τραυματικό ζήτημα, δεν πρέπει να θεωρείται αυτονόητο. Ακριβώς επειδή η μνήμη είναι και πεδίο άσκησης πολιτικής, η δυνατότητα διαλόγου για τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνει διεθνικές, εθνικές και κοινωνικές αντιλήψεις είναι απολύτως επίκαιρη, κρίσιμη και αναγκαία.

Οσοι πιστεύουμε πως η μνήμη έχει ουσιαστικό νόημα στον 21ο αιώνα, γνωρίζουμε πως αυτό δεν βρίσκεται μόνο στη μνημόνευση του παρελθόντος αλλά και στην ικανότητά της να επαναφέρει κρίσιμα ερωτήματα στον σημερινό δημόσιο διάλογο, ως ανοιχτό πεδίο ερμηνείας και –όχι σπάνια– διαφωνίας. Ενα πεδίο που, εν δυνάμει, μπορεί να συμβάλει στη συγκρότηση μιας οικουμενικής συνείδησης αλληλεγγύης και αδελφοσύνης όταν θεμελιώνεται στην εμπειρία του ανθρώπινου πόνου και την αποκήρυξη της βίας.

*Υπ. διδ. Αρχιτεκτονικής (ΔΠΘ), με αντικείμενο έρευνας τη μελέτη των αισθητικών, πολιτικών και θεολογικών διαστάσεων της διαχείρισης χώρων μνήμης. Είναι υπεύθυνος του προγράμματος Δράσεις Ιστορίας Μνήμης Πολιτισμού και της πλατφόρμας mnemonikon.gr