«Οποιος λατρεύει τους νέγρους, είναι εξίσου “άρρωστος” με εκείνον που τους μισεί» | Φραντς Φανόν
Την παραπάνω παρατήρηση του Φανόν, στην πραγματικότητα των σχέσεών μας με τα μη ανθρώπινα όντα, θα την παραφράζαμε ως εξής: «Οποιος λατρεύει τα ζώα, είναι εξίσου “άρρωστος” με εκείνον που τα μισεί», αφού η απόσταση μεταξύ ενός ειδιστή και ενός φανατικού ζωόφιλου που αγαπά τα «κακόμοιρα» ή τα «γλυκούλια» ζωάκια, τους συμπεριφέρεται σαν να ήταν άνθρωποι που χρειάζονται τον οίκτο του, είναι πολύ μικρότερη από όσο φαντάζει, καθώς οι πρακτικές του ειδισμού, όπως του ρατσισμού, του σεξισμού κ.λπ. είναι πολυποίκιλες και παρεισφρέουν ακόμα και εκεί όπου ελάχιστα θα περιμέναμε να τις συναντήσουμε, όπως στις εκδηλώσεις μιας ζωοφιλίας που ξεχνά την ενικότητα και την εγγενή αξία ενός εκάστου πλάσματος.
Ο Πίτερ Σίνγκερ στον Πρόλογο της «Απελευθέρωσης των ζώων» (1975) υπογραμμίζει την έκπληξη των φανατικών ζωόφιλων συνομιλητών του, καθώς καταβρόχθιζαν τα σάντουιτς με τα αλλαντικά, όταν τους απαντούσε ότι δεν είχε κατοικίδια. Ο φιλόσοφος προσπαθούσε να τους εξηγήσει ότι κύριο μέλημά του ήταν η απαλλαγή των ζώων από τον πόνο και τη δυστυχία, από τις αυθαίρετες διακρίσεις σε βάρος τους και τη βάναυση εκμετάλλευσή τους, διότι θεωρούσε εσφαλμένη την πρόκληση αχρείαστου πόνου σε οποιοδήποτε άλλο πλάσμα. Ο ίδιος δεν «ενδιαφερόταν» για τα ζώα, ούτε τον διακατείχε κάποιο τρελό πάθος για σκύλους ή γάτες. Δεν «αγαπούσε» τα ζώα: επιθυμούσε απλώς οι άνθρωποι να τα αντιμετωπίζουν για αυτό που είναι: ως πλάσματα αισθανόμενα, ευαίσθητα και ανεξάρτητα και όχι ως μέσα για τους σκοπούς τους, όπως εκείνοι είχαν μεταχειριστεί το ζώο του οποίου το κρέας έτρωγαν.
Το «ζώο», όπως και ο νέγρος του Φανόν, είναι μια αυθαίρετη κατασκευή του ανθρώπου, ο οποίος, διαιρώντας τον κόσμο σε μια προσπάθεια να τον προσπελάσει, κατέστησε οντολογικά παγιωμένη αυτήν τη διαίρεση. Αναγκάζουμε τα ζώα να ζουν μαζί μας, στις πόλεις και στα αποστειρωμένα σπίτια μας, τα υποβάλλουμε σε στειρώσεις με το πρόσχημα της φροντίδας τους, αφαιρώντας ένα σημαντικό κομμάτι της ζωής τους και για να μπορούμε να τα χειριστούμε καλύτερα, τα πηγαίνουμε βόλτα σε μέρη που έχουν κατασκευαστεί για την ικανοποίηση των δικών μας αναγκών· κλείνουμε ένα ζώο φύσει θηρευτή όπως η γάτα στους τέσσερις τοίχους ενός διαμερίσματος, απομακρύνουμε βίαια το σκυλί μας από ό,τι για το ίδιο είναι η ουσία της ζωής, αφού για τα δικά μας αισθητικά κριτήρια θεωρείται ακαθαρσία.
Δεν σεβόμαστε τον κόσμο τους, αλλά τα «αγαπάμε», γιατί τα έχουμε εξημερώσει και μπορούμε –σε κάποιον βαθμό– να τα ελέγξουμε, γιατί επιδιώκουμε να τα κάνουμε κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή μας: να τα κατασκευάσουμε, όπως ακριβώς κατασκευάσαμε το δικό μας ανθρώπινο είδος βάσει συγκεκριμένων χαρακτηριστικών (εδώ η ευγονική έχει πολλά να μας πει), απομακρύνοντας όποιο(ν) δεν πληροί αυτά τα χαρακτηριστικά (βλ. μετανάστες) και κυρίως απωθώντας ό,τι θυμίζει τη ζωική μας φύση.
Αυτό που με απολύτως αυθαίρετο τρόπο αποκαλούμε «ζώο» και που δεν αντιστοιχεί σε καμία απτή πραγματικότητα είναι μια κατασκευή του (ανθρωποκεντρικού) μυαλού μας και του (ανθρωποκεντρικού) πολιτισμού μας. Ωστόσο, κατασκευάζω τον άλλο σημαίνει επιχειρώ να ελέγξω τις επιθυμίες του, τις σκέψεις του, επιδιώκω να τον κατευθύνω να μου μοιάσει ή, στο πλαίσιο μιας διευρυμένης βιοπολιτικής, να μου προσφέρει όσο καλύτερα/αποδοτικότερα γίνεται τις υπηρεσίες του (από το κρέας του μέχρι τη «συντροφιά» του).
Τα «αγαπάμε» λοιπόν στον βαθμό που έχουν μετατραπεί σε μπιμπελό μας, όσο καλύπτουν τις δικές μας (ψυχολογικές, κοινωνικού γοήτρου, υποτιθέμενης κοινωνικής ευαισθησίας) απαιτήσεις ή την ανάγκη να έχουμε κάποιον να διατάζουμε, όπως θα έλεγε ο Ντιντερό («οι φτωχοί, παρά την αθλιότητά τους, ακόμα και αν δεν είχαν ψωμί ούτε για τον εαυτό τους, είχαν όλοι τους σκυλιά… Κάθε άνθρωπος ήθελε να έχει κάποιον να διατάζει· και, καθώς το ζώο μέσα στην κοινωνία βρίσκεται ακόμη χαμηλότερα από την τάξη των τελευταίων πολιτών, που τους διατάζουν όλες οι άλλες τάξεις, έπαιρναν και αυτοί ένα ζώο για να έχουν κάποιον να διατάζουν», «Ο μοιρολάτρης Ζακ και ο αφέντης του»).
Απέναντι στα ζώα ίσως θα ήταν προσφορότερη μια πολυειδική «εθνογραφική» προσέγγισή τους, συμμετοχική και ξένη προς την αποικιοκρατική πολλών ανθρωπολόγων. Το κάθε ζώο είναι μία ενικότητα, δεν είναι άνθρωπος, έχει μια εγγενώς δική του αξία. Ακόμα και αν δεχτούμε ότι είναι αδέρφια ή συγκρατούμενοί μας στο δίχτυ της ζωής και του χρόνου, δεν είναι υποτελείς μας: είναι άλλα έθνη.
Επομένως θα θέταμε το προκλητικό (;) ερώτημα: Μήπως απέναντι στα μη ανθρώπινα θα οφείλαμε να δείξουμε περισσότερο σεβασμό και λιγότερο μια (κτητική) αγάπη; Δεν χρειάζονται την αγάπη μας για να ζήσουν: χρειάζονται τον σεβασμό μας. Οφείλουμε να τα σεβόμαστε για ό,τι τα ίδια είναι: για τον δικό τους μοναδικό τρόπο να υπάρχουν στον κόσμο και όχι για ό,τι εμείς τα ανθρώπινα φροντίζουμε συστηματικά να τους επιβάλλουμε, κατασκευάζοντας εκείνα τα κελιά (υλικά και συμβολικά) με τα οποία στερούμε από τα έμβια την ίδια την αυθεντική ζωή τους.
Από την άποψη αυτή ενδεχομένως να έπρεπε να ακολουθήσουμε τους Ντελέζ και Γκουαταρί και, απελευθερώνοντας από τις κατασκευές μας τα «οιδιπόδεια ζώα» –εκείνα που έχουμε μετα/παρα-μορφώσει σε κατοικίδια, στα οποία αντικαθρεφτιζόμαστε, για να αφηγηθούμε τις μικρές ατομικές ιστορίες μας και να ενδυναμώσουμε τη ναρκισσιστική ταυτότητά μας–, να τα μετατρέψουμε όλα –από το πιο κοντινό μας μέχρι το πλέον «αποκρουστικό»– σε «δαιμονικά ζώα» της αγέλης και των συγκινήσεων… και μαζί με αυτά να μεταμορφωθούμε και εμείς.
