ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νόρα Ράλλη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τα δείγματα σκηνοθετικής γραφής της Σοφίας Καραγιάννη είναι πιο ισχυρά από το αδιαπραγμάτευτο ταλέντο της – και δεν το λέμε με ευκολία ή ως κολακεία. Η ίδια έχει καταθέσει τα καλλιτεχνικά της διαπιστευτήρια, έχει τολμήσει να καταπιαστεί με πολύ δύσκολα κείμενα, κυρίως ως προς τη θεατρική τους μεταφορά, με πιο πρόσφατη την παράσταση «Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς» του Χρόνη Μίσσιου, όπου ο θεατής βλέπει σχεδόν όλη τη νεότερη ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας γύρω από ένα τραπέζι! Αλλά και το «Νεκρές ψυχές» του Τσέχοφ που ανέβηκε τον χειμώνα στο θέατρο Θησείο με μεγάλη επιτυχία. Επειτα από τέτοιους άθλους (σκηνοθετικά μιλώντας), πώς να μην προσεγγίσει τη συγκεκριμένη σκηνοθέτρια η Αμαλία Αρσένη, ώστε να αναλάβει να μεταφέρει στο σανίδι το βιβλίο της θείας της Κίττυς Αρσένη «Μπουμπουλίνας 18». Η πρόταση ήρθε, η κατάθεση αυτής έγινε (τελευταία στιγμή μάλιστα, καθώς δεν είναι και το πλέον «ελκυστικό» εγχείρημα για ένα φεστιβάλ στην Ελλάδα τού σήμερα), και έγινε δεκτή και με χαρά μάλιστα, όπως μάθαμε, από την καλλιτεχνική διευθύντρια του θεσμού.

Η Κίττυ Αρσένη δεν ήταν ακόμα μία προσωπικότητα της αντίστασης κατά της χούντας. Ηταν ακόμη μία γυναίκα που, όπως και άλλες (όχι πολλές, αλλά αρκετές και σίγουρα ικανές!), δεν δίστασε ούτε στιγμή να κάνει αυτή την αντίσταση. Την περίοδο της δικτατορίας και μάλιστα πολύ νωρίς, ένα βράδυ του Αυγούστου του 1967, ενώ μόλις είχε κατέβει από τη σκηνή όπου έπαιζε την «Κυρία του Μαξίμ» του Ζορζ Φεϊντό, πιάστηκε και οδηγήθηκε στην Ασφάλεια. Στα κρατητήρια και στους χώρους βασανισμού της οδού Μπουμπουλίνας 18 (πλέον το κτίριο δεν υπάρχει και στη θέση του είναι το ΥΠΠΟΑ).

Εκεί υπέστη σκληρά βασανιστήρια. Καταδικάστηκε σε πολυετή φυλάκιση, αφέθηκε ελεύθερη το 1968 με αμνηστία, αλλά επέλεξε να διαφύγει παράνομα στο εξωτερικό. Κατέθεσε στο Συμβούλιο της Ευρώπης το 1968, συμβάλλοντας στην καταγραφή και δημόσια καταγγελία των βασανιστηρίων – η έκθεσή της ενίσχυσε τη γνωστή «ελληνική υπόθεση», οδηγώντας στην αποχώρηση της χούντας από το Συμβούλιο. Το βιβλίο «Μπουμπουλίνας 18» είναι αυτή της η κατάθεση, ενώ εκδόθηκε το 1975 από της Εκδόσεις Θεμέλιο (τώρα, επανεκδόθηκε). Γράφτηκε το 1968, καθ’ οδόν Παρίσι-Στρασβούργο, ως απόπειρα καταγραφής της τραυματικής εμπειρίας· όπως έγραφε η ίδια: «…οι πεδιάδες της Αλσατίας δεν μ’ έπειθαν ότι είχα φύγει από την Ελλάδα, από τη φυλακή, από την Ασφάλεια». Εως και σήμερα, αυτή η μαρτυρία, αυτή η καταγραφή, αυτό το βιβλίο αποτελεί σύμβολο αντίστασης και δημοκρατικής αφύπνισης. Και ανεβαίνει ως παράσταση στο Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου.

«Η βία δεν μένει στο παρελθόν: η βία των βασανιστών της Μπουμπουλίνας δεν ανήκει στο παρελθόν. Τη βιώνουμε στη Γάζα, στις γυναικοκτονίες, στα Τέμπη, στα πολιτικά σκάνδαλα, στις υποκλοπές. Δεν είναι “ανασκαφή” στο παρελθόν – την αναγνωρίζουμε ως οικεία»

«Η Αμαλία επιχειρεί να φέρει στο φως τη φωνή της Κίττυς με ειλικρίνεια και σεβασμό. Το ταξίδι της είναι προσωπικό αλλά και συλλογικό, φορτισμένο με τη συνειδητοποίηση του ιστορικού και ηθικού βάρους», μας λέει η Σ. Καραγιάννη ήδη από την αρχή της συζήτησής μας η οποία κράτησε περίπου μία ώρα. Καθώς μιλήσαμε σχεδόν για τα πάντα. Και συνεχίζει: «Η Αμαλία είναι κόρη του Γεράσιμου Αρσένη και της Λούκας Κατσέλη, ανιψιά της Κίττυς, η οποία επέδρασε δυναμικά στη ζωή της – πέρα και από τους παππούδες της, που φέρουν και οι ίδιοι ένα ειδικό βάρος, καθώς μιλάμε για τους σπουδαίους ηθοποιούς Πέλο και Αλέκα Κατσέλη. Ολη αυτή η συμβίωση για την Αμαλία ήταν σχεδόν το ίδιο βαθιά υπαρξιακή με το ίδιο το έργο της Κίττυς. Η Αμαλία είχε δει το “Καλά εσύ σκοτώθηκες νωρίς” και τώρα δουλεύουμε πάνω στο “Μπουμπουλίνας 18”. Και τα δύο είναι βαθιά προσωπικές καταθέσεις δύο ανθρώπων που βασανίστηκαν και αντιστάθηκαν και κράτησαν.

Ωστόσο, ο Μίσσιος ήταν ένα λαϊκό, αγράμματο αγόρι που διαμορφώθηκε μέσα στη φυλακή που μπήκε ανήλικος σχεδόν και βγήκε αυτός ο σπουδαίος συγγραφέας. Η Κίττυ πάλι ήταν κάτι άλλο: έχουμε έναν άνθρωπο με ιδιαίτερη πνευματική υπόσταση, αστικής καταγωγής, που τη μια στιγμή βρέθηκε στη σκηνή και υποκλίθηκε και την επόμενη στιγμή βρέθηκε στο ανακριτικό τραπέζι απέναντι από τους βασανιστές της. Πιάστηκε γιατί είχε βοηθήσει να μεταφερθεί μια ταινία με μήνυμα του Θεοδωράκη. Το δικό του σφύριγμα άκουγε στα υπόγεια της Μπουμπουλίνας… Το ότι η Κίττυ ήταν ηθοποιός ήταν για μένα καταλυτικό. Και το λέω αυτό βάζοντας εμένα και τη γενιά μου τη θεατρική, που μετράμε κάποια χρόνια στο θέατρο, να αναρωτηθούμε και τι νόημα έχει, γιατί ακριβώς κάνουμε θέατρο ή ποιες ευθύνες έχουμε. Γιατί φέρουμε τεράστιες ευθύνες: η δουλειά μας, το πώς αναμετριόμαστε με αυτή, φέρει ένα κοινωνικό βάρος που δεν γίνεται να μην το συνυπολογίσουμε στις ζωές μας.

»Το ίδιο νιώθω και με αυτή την παράσταση: υπάρχει ένα ηθικό βάρος να φέρνεις στη σκηνή μια μαρτυρία. Μια μαρτυρία που έρχεται στο παρόν, ως παρουσία τωρινή! Και εκεί, νομίζω, είναι που εγώ βρίσκω και το νόημα του να φέρω ένα τέτοιο κείμενο στη σκηνή. Γιατί μοιάζει σαν να μη μιλάει για το παρελθόν. Και αυτό, κατά έναν περίεργο τρόπο, με κάνει να αισθάνομαι ότι δεν είναι άδικος κόπος. Οτι κάπου “ακουμπάει”. Ναι, με κάνει να αισθάνομαι πολύ καλά το ότι κάνω πολιτικό θέατρο ξεκάθαρα.

»Η βία δεν μένει στο παρελθόν: η βία των βασανιστών της Μπουμπουλίνας δεν ανήκει στο παρελθόν. Τη βιώνουμε στη Γάζα, στις γυναικοκτονίες, στα Τέμπη, στα πολιτικά σκάνδαλα, στις υποκλοπές. Δεν είναι “ανασκαφή” στο παρελθόν – την αναγνωρίζουμε ως οικεία. Κι ας μην είναι στο δικό μας σώμα. Εξάλλου και η Κίττυ δεν αναφέρεται τόσο στον εαυτό της στο βιβλίο της, αλλά στους συντρόφους της. Δεν έχουμε τον λόγο ενός προσώπου αλλά πολλών. Η σχέση του παρελθόντος με το παρόν αγγίζει την ανάγκη κοινωνικής αφύπνισης μέσα από αυτόν τον συγκεκριμένο λόγο.

»Οι παράλληλες αναγωγές μεταξύ της βίας της χούντας και της σύγχρονης πολιτικής κατάστασης είναι το δικό μας “καιρός είναι να σταματήσουν η κανονικοποίηση της βίας και η πολιτική αδιαφορία”. Είναι η επιτακτική ανάγκη να διατηρηθεί το θάρρος και η αντίσταση ως κοινωνικό και πολιτικό καθήκον. Και ξέρεις πιο είναι για μένα το πλέον μεγαλειώδες στο κείμενο της Κίττυς; Οτι δεν το έγραψε για να μας πει πόσο ηρωίδα ήταν, αλλά ακριβώς για να μας πει πόσο εύθραυστη είναι η δημοκρατία. Γιατί τότε οι βασανιστές στην Μπουμπουλίνας έκαναν ό,τι έκαναν γιατί ήξεραν ότι δεν θα τιμωρηθούν – ζούμε κάτι πολύ διαφορετικό σήμερα; Εχουμε δει κάποιον να τιμωρείται ή να φοβάται ότι θα τιμωρηθεί; Το έκαναν γιατί μιλούσαν για εθνική ασφάλεια. Βασάνιζαν χρησιμοποιώντας ως δικαιολογία την πατρίδα και ήξεραν ότι δεν θα λογοδοτήσουν. Ακριβώς ό,τι συμβαίνει σήμερα. Δηλαδή, αυτό που οι βασανιστές στη χούντα ονόμαζαν “εθνική ασφάλεια”, σήμερα κάποιοι το ονομάζουν “ανθρώπινο λάθος”.

»Οταν τα θύματα γίνονται αριθμοί και κανείς δεν λογοδοτεί ή τιμωρείται, τότε η κοινωνική απάθεια μπροστά στα σκάνδαλα, ναι, είναι σχεδόν αναμενόμενη. Ειδικά από μια κοινωνία που εν πολλοίς τρέφεται από αυτά. Παρότι είναι αναμενόμενη, εμένα με απογοητεύει κάθε φορά αυτή η αδράνεια του κόσμου. Τα μεγάλα σκάνδαλα δεν με σοκάρουν πια (με απασχολούν, αλλά δεν με σοκάρουν), αλλά η συνολική κοινωνική απάθεια και αδιαφορία είναι απολύτως επικίνδυνη. Η κοινωνική σιωπή λειτουργεί σαν αποδοχή της βίας και της αδικίας – και ύστερα από αυτό τι; Για ποιον άνθρωπο θα μιλάμε; Οχι, δεν με σοκάρουν οι μεγάλοι τίτλοι, αλλά η μικρή εμβέλεια του σκανδάλου – σαν να μη φτάνει στον αποδέκτη: ούτε στην κοινωνία ούτε στη Δικαιοσύνη. Το αποτέλεσμά του είναι μια απάθεια. Και, νομίζω, αυτό είναι και το πιο επικίνδυνο στα σκάνδαλα πλέον: ότι καταφέρνουν και τα χρησιμοποιούν για να παθητικοποιούν περαιτέρω την κοινωνία. Οπότε, ναι, αναμφισβήτητα καταδεικνύεται η ανάγκη για ενεργό συμμετοχή και αντίσταση, ακόμα και σε απλά, καθημερινά ζητήματα».

Φυσικά η κουβέντα γίνεται πολιτική, σε κάθε επίπεδο. Πώς μπορείς να ξεχωρίσεις, εξάλλου, τα πλαίσια; Να πεις: «Αυτό είναι πολιτικό, αυτό όχι». Οταν από τη μια έχεις βιώσει σκηνές όπως «χοροπηδάγανε πάνω μου, πατούσαν στο στομάχι, ανάβανε σπίρτα να μου κάψουνε τα μάτια», όπως λέει η Κίττυ Αρσένη στο βιβλίο της και λίγο πριν να έχεις πρωταγωνιστήσει στην «Ηλέκτρα» του Κακογιάννη, τότε, όχι, δεν υπάρχει καμία διαφορά: όλα είναι πολιτικά. «Κάποτε το “αριστερός” σήμαινε πατριώτης, αγωνιστής. Σήμερα τα προπαγανδιστικά ΜΜΕ και συγκεκριμένες κυβερνήσεις κατάφεραν να είναι υβριστική λέξη, ξεχάσαμε τις φυλακές και τις εξορίες. Ξεχάσαμε την αλήθεια της Ιστορίας, γιατί κάποιοι την τρέμουν και άλλους τους πονάει», λέμε στη Σ. Καραγιάννη.

«Η Αριστερά πρέπει να υψώσει τη φωνή της σήμερα. Δεν την ακούω. Αν μιλάει, μιλάει χαμηλόφωνα και δεν ξέρω καν σε ποιους απευθύνεται. Δυσκολεύεται να εκφραστεί δυναμικά και να αποτελέσει δύναμη αντίστασης. Εχω ανάγκη τη σύνδεση της Αριστεράς με την καθημερινή ζωή και την ενεργό πράξη. Η Κίττυ δείχνει πως η Αριστερά ως ιδεολογία δεν περιορίζεται στο πολιτικό πλαίσιο αλλά καλύπτει μια καθημερινή αντίληψη ζωής. Το παράδειγμά της ως συμβόλου επιμονής και αλληλεγγύης προς τους συντρόφους της είναι αυτό το “αντέχω γιατί ακούω τον Μίκη να σφυρίζει στο παραδιπλανό κελί”», μας απαντά. «Αλλά στο κελί ήταν μόνη της. Ωστόσο, οι σύντροφοί της ήταν εκεί, κάπου εκεί. Σήμερα, αναρωτιέμαι αν είμαστε πραγματικά μόνοι μόνοι. Ακόμα κι αυτό όμως δεν φανερώνει την ανάγκη δημιουργίας νέων κωδίκων και γλώσσας αντίστασης;

»Η έμπνευση από το παρελθόν μετατρέπεται σε πρακτική ανάγκη για το μέλλον. Οι εξελίξεις γύρω μας είναι πολύ οδυνηρές. Θα βρεθούμε σε αυτή τη θέση να δημιουργήσουμε μόνοι μας έναν κώδικα πιο ανθρώπινο, να διεκδικήσουμε πολύ πιο ουσιαστικά και πολύ πιο δυναμικά πράγματα που αυτή τη στιγμή στερούμαστε. Και μιλάω για πολύ βασικά πράγματα. Το θέατρο ως εργαλείο αφύπνισης, μνήμης και κοινωνικής κριτικής πρέπει να στραφεί προς αυτούς. Αυτό θέλω και για τη δική μας παράσταση: η μεταφορά της ιστορικής μαρτυρίας στη σκηνή να φωτίσει και να ανατρέπει τη σιωπή. Η παράσταση να λειτουργεί ως τόπος συνάντησης και κοινής ανάγκης για αλλαγή. Για να βρούμε τα “σφυρίγματά” μας», καταλήγει.

i] «Μπουμπουλίνας 18» 13-16/7 στις 21.30. Στην Πειραιώς 260 (Χώρος Β). Εισιτήρια: aefestival.gr. Πληροφορίες στο τηλ. 210 9282900/901. Μουσική σύνθεση: Μάνος Αντωνιάδης. Σκηνικά-Κοστούμια: Γεωργία Μπούρδα. Φωτισμοί: Βασιλική Γώγου. Κινησιολογική επιμέλεια: Μαργαρίτα Τρίκκα. H παράσταση είναι καθολικά προσβάσιμη στις 14 Ιουλίου. Το βιβλίο επανακυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Θεμέλιο (2025).Ω