Στο δοκίμιό του «Des Tours de Babel»(1985) ο Ζακ Ντεριντά «παίζει με τις ιδέες του πρωτοτύπου και της μετάφρασης, με το πρόβλημα σχετικά με το πού εντοπίζεται το νόημα. Αυτό που προτείνει είναι μία περαιτέρω ριζοσπαστική επίθεση στην πρωταρχικότητα του πρωτοτύπου. Το αρχικό κείμενο, σύμφωνα με τον Ντεριντά, δεν είναι καθόλου πρωτότυπο, είναι η επεξεργασία μιας ιδέας, ενός νοήματος, με λίγα λόγια, είναι κι αυτό το ίδιο μετάφραση. Το λογικό επακόλουθο[…] είναι η αναίρεση της διχοτόμησης ανάμεσα στο πρωτότυπο και τη μετάφραση[…] και, κατά συνέπεια, το τέλος της πρακτικής που υποβαθμίζει τη μετάφραση αποδίδοντάς της δευτερεύουσα θέση».
Οι σχετικά πρόσφατες εγχώριες, προκληθείσες από τις αντίστοιχες ξενόγλωσσες, κριτικές αναφορές στην τήρηση ή όχι των επιταγών τής (κακώς εννοούμενης, εφόσον η ίδια οδηγεί σε παράνομες ενέργειες, καταργώντας κάθε έννοια δικαίου, που εξυπαρχής προστατεύει ένα ολοκληρωμένο, δημοσιοποιημένο πνευματικό έργο) πολιτικής ορθότητας στα βιβλία του σημαντικού Βρετανού συγγραφέα Ρόαλντ Νταλ διαπράττουν, παραδόξως, στα καθ’ ημάς μία αντίστοιχα ίσως μεγάλη αδικία, από τη στιγμή που, μονοπωλώντας τη συζήτηση, αποσιωπούν τη θαυμάσια μεταφορά του πρωτοτύπου στην ελληνική· παραλείπουν, δηλαδή, να επισημάνουν/επιβραβεύσουν την εξαιρετική μετάφραση/απόδοση από τη Β. Μάστορη του μυθιστορήματος «Ο ΜΦΓ. Ο Μεγάλος Φιλικός Γίγαντας». (Πολύ καλή δουλειά έχει γίνει και από τις Λ. Πέτροβιτς – Αθ. Ανδρουτσοπούλου στο «Ο Τζίμης και το γιγαντοροδάκινο» και Κίρα Σίνου στο «Ο Τσάρλι και ο μεγάλος γυάλινος ανελκυστήρας», όπου, επιπλέον, έπρεπε να αντιμετωπιστούν οι έμμετρες απαιτήσεις των κειμένων).
Θα ήταν, ασφαλώς, αδύνατον να αναπαραχθεί εδώ η ευφρόσυνη συνθήκη της αναγνωστικής ψυχαγωγίας, ψήγματα μόνον της οποίας μπορούν να παρατεθούν (με απομειωμένη, ομολογουμένως, αποδεικτική ισχύ, δεδομένης της απομάκρυνσής τους από τα συμφραζόμενα), ως όνυχας της λιονταρίσιας έμπνευσης της μεταφράστριας: «“Οι Γίγαντες είναι όλοι κανιβέλοι και δολοφονικοί. Στ’ αλήθεια αυτοί χλαπακίζει ανθρώπους. Εμείς είναι στη Γιγαντοχώρα τώρα![…] Ο Κοκαλομασούλας Γίγαντας χλαπακίζει ανθρώπους μόνο από Γαλλία[…] λέει ότι οι Γάλλοι έχει γεύση α, πολύ πιο ζουμερή. Πολυκλεπτινόστιμη![…] λέει ότι έχει γεύση γαλοπούλας[…] Oλοι οι άνθρωποι είναι εκλεπτικοί και διαφορετικοί. Μερικοί είναι πολυκλεπτινόστιμοι και μερικοί είναι λασπολαπάδες. Οι Eλληνες είναι όλο λασπολαπά. Κανένας γίγαντας δεν τρώει ποτέ Eλληνες.[…] Οι Eλληνες από την Ελλάδα έχει γεύση πολύ λάδι[…] ξέρει έναν που πάει μόνο στην Ισπανία για το βραδινό”. “Γιατί έχει σπάνια ανθρώπινα όντα εκεί”, είπε η Σόφη. “Το κεφάλι σου είναι γεμάτο ζουληγμένες μύγες”, είπε ο Γίγαντας.[…] “Και τι γεύση έχουν αυτοί απ’ την Ισπανία;” ρώτησε η Σόφη. “Aτριχη”, είπε ο Γίγαντας. “Φυσικά”, είπε η Σόφη. “Είναι σπανοί. Eπρεπε να το μαντέψω”.[…] “Τι ανθρώπινα όντα τρως εσύ;”, ρώτησε τρέμοντας. “Εγώ![…] Εγώ να χλαπακίζει ανθρώπινα όντα! Αυτό εγώ ποτέ! Οι άλλοι, ναι![…] αλλά όχι εγώ! Εγώ είναι ένας Γίγαντας φρικιό! Εγώ είναι ένας καλός καραμπουζουκλής Γίγαντας! Εγώ είναι ο μόνος καλός και καραμπουζουκλής Γίγαντας στη Γιγαντοχώρα. Εγώ είναι Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΦΙΛΙΚΟΣ ΓΙΓΑΝΤΑΣ! Εγώ είναι ο ΜΦΓ”.
Ως γνωστόν, στο κωμικό αποτέλεσμα εξέχοντα ρόλο παίζουν η κλιμάκωση και ο συντονισμός, κάτι που γίνεται φανερό σε κάθε απόπειρα χρονικής συμπύκνωσης κάποιου αστείου– η αποτυχία είναι σίγουρη. Η Β. Μάστορη έχτισε ένα καταπληκτικό κείμενο (καταλληλότατο ως παράδειγμα για τις απόψεις του Ντεριντά, όπως παρατίθενται στο μεταφρασμένο ελληνιστί βιβλίο της S. Bassnett «Συγκριτική Γραμματολογία»), από το οποίο ιδού ακόμη λίγες αστραφτερές ψηφίδες: «“Οι σημασίες δεν έχει σημασία”, είπε ο ΜΦΓ. “Εγώ δεν μπορεί να είναι ακριβός πάντα. Αρκετά συχνά εγώ είναι και φθηνός”»/ «“Ποτέ των ποτών και ιπποτών!”»/ «“Στο πι φακή!”»/ «“Αυτή εδώ η χώρα όπου εμείς ζει είναι τσιτσιριστά καυτή και καψερή”»/ «Σε αυτήν εδώ τη βορβορόλαθη Γιγαντοχώρα χαρούμενα φαγώσιμα όπως ανανάδες και μπανανάδες απλά δε φυτρώνει. Τίποτα δε φυτρώνει εκτός από ένα εξαιρετικά σιχασιώδες λαχανικό που το λένε καγγούρι». Ανάμεσα στα σαγηνευτικά «ψιχουλίδια» της μαστορικής μετάφρασης ξεχωριστή αναφορά πρέπει να γίνει στο «μαξουμάκι» (όπως λέει αλλιώς το «παιδακάκι» ο ΜΦΓ): άλλωστε, αυτό το «χαραδόσιμο» λεξιθαυματάκι του ηπειρώτικου ιδιώματος εμφανίζεται και στα λογοτεχνικά βιβλία τής ίδιας τής μεταφράστριας. Η δραστήρια και ταλαντούχα Αγρινιώτισσα Βούλα Μάστορη (1945-2016) υπήρξε καταξιωμένη συγγραφέας (μυθοπλασίας και βιβλίων γνώσεων) και η θέση της ανάμεσα στις ανανεώτριες δημιουργούς της μεταπολιτευτικής περιόδου –οι οποίες, απευθυνόμενες σε παιδικό και νεανικό κοινό, διοχέτευσαν, με λιτότητα και τόλμη, φρέσκες και αιχμηρές διερωτήσεις: για τις οικογενειακές σχέσεις, τον γυναικείο ρόλο στον ιδιωτικό και στον δημόσιο χώρο, το ιστορικό γίγνεσθαι, διατυπωμένες σε γλώσσα πάλλουσα και γλαφυρή– είναι κατοχυρωμένη.
Η ως άνω καταγεγραμμένη τετραλογία της με επίτιτλο «Η Αννα, τότε και πάντα», που κυκλοφορεί σε αναμορφωμένη έκδοση (τις πρώτες εκδόσεις στην δεκαετία του 1990 –τότε κυκλοφόρησε και ο «ΜΦΓ»– είχαν ακολουθήσει πολυάριθμες ανατυπώσεις τα επόμενα χρόνια· παρεμπιπτόντως, γιατί στην «Εργογραφία» που έχει συμπεριληφθεί σε καθένα από τα τέσσερα βιβλία δεν αναγράφονται και οι μεταφράσεις;), ταξιδεύει αναγνώστριες και αναγνώστες από την αυστηρή αλλά ξέγνοιαστη με τον τρόπο της επαρχιακή Ελλάδα της δεκαετίας του ’50 μέχρι και τα γεγονότα του Πολυτεχνείου (στο «Κάτω απ’ την καρδιά της» υπάρχει, μάλιστα, ένα αναλυτικό–βιωματικό, στηριγμένο, ωστόσο, σε συγκεκριμένες πηγές, χρονολόγιο των ετών 1967-1974, το οποίο αποτέλεσε «τον καμβά του μυθιστορήματος», ενώ στο «Ενα–Eνα–Τέσσερα» προηγείται ένα δισέλιδο διαφωτιστικό πλαίσιο για τον τίτλο). «Στις 21 Απριλίου 1967 βγήκαν τα τανκς στην Αθήνα κι ανέλαβε ο στρατός τη διακυβέρνηση της Ελλάδας. Αλλοι ονόμασαν αυτή την κίνηση “εθνοσωτήριο επανάσταση”. Αλλοι “στρατοκρατία”. Αλλοι “δικτατορία”. Κράτησε επτά χρόνια. Αρκετά για να καταλάβει κανείς πώς έπρεπε να την ονομάσουν πραγματικά…». Και το δικό μας σήμερα; Πόσο κοντινός είναι ο χαρακτηρισμός του Στυλιανού Παττακού (στις 16.11.1967): «πειθαρχημένη ελευθερία» – και τι να σημαίνει άραγε;
-980x552.jpg)