ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Σταυρούλα Γ. Τσούπρου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οσοι ταξιδευτές εξ Ελλάδος έχουν επισκεφτεί την Κάτω Ιταλία πιθανότατα συμπεριέλαβαν στο πρόγραμμά τους μια εκδρομή στα ελληνόφωνα χωριά, όπου, δίχως αμφιβολία, έγιναν εγκάρδια δεκτοί ενώ αποχώρησαν λίγο συγκινημένοι, ίσως και στοχαστικοί. Το εκεί αποκτηθέν, ομότιτλο με το παρόν άρθρο, δίγλωσσο βιβλίο του Filippo Violi, που παρουσιάζει τα «ελληνικά της Καλαβρίας» στο ιταλικό παιδικό κοινό («Il Greco di Calabria per i bambini», Calabria Letteraria Editrice), συνιστά μια εκδοτική/συγγραφική χειρονομία αγάπης, εισαγωγική σε έναν κόσμο παλιό αλλά ακόμα ζωντανό και δραστήριο, αν κρίνουμε και από την επιτυχία που σημειώνουν οι μουσικές παραστάσεις των Encardia 20 χρόνια τώρα.

Αυτά τα τελευταία ίχνη της αρχαίας γλώσσας των χωρικών και των βοσκών των ελληνόφωνων περιοχών (παραλλάσσοντα, μάλιστα, τόσο ως προς την προφορά όσο και ως προς τη σημασία των λέξεων), συνδεδεμένα με τις προγονικές ρίζες της εγκατάστασής τους εκεί, αλλά και εμπλουτισμένα με στοιχεία της νεοελληνικής, δεν άξιζαν ασφαλώς τη μοίρα της εξαφάνισης, η οποία, μάλλον, απεφεύχθη χάρη στην κινητοποίηση καλλιτεχνών και επιστημόνων, πιο συστηματικά από τη δεκαετία του 1970, αλλά και το ενδιαφέρον προσωπικοτήτων όπως ο Italo Calvino ή ο P. P. Pasolini.

vivlio-iliopoulou

Στο ως άνω βιβλίο δεν χρησιμοποιείται ο, μειωτικός για κάποιους ή και ανακριβής, όρος «γκρεκάνικα» για τα ελληνικά της Καλαβρίας, γλώσσα της «αυτόχθονης» κοινότητας, απευθείας καταγόμενης (κατά μία άποψη) από τη Μεγάλη Ελλάδα, που γνώρισαν μεγάλη διάδοση κατά τη βυζαντινή εποχή (εδώ εντοπίζει η έτερη επιστημονική άποψη τις ρίζες της κατωιταλικής). Οι Γκρέκι της Καλαβρίας (σημειωτέα η πρόσφατη εκδοτική άφιξη, επικεντρωμένη στο Γκαλλιτσιανό της Καλαβρίας: «Εγγόνια του Ομήρου», της Χριστίνας Πετροπούλου/ Επίκεντρο, 2023) θεωρούν εαυτούς «αδελφούς» των Ελλήνων, αγαπούν τη γλώσσα τους (υποβιβασμένη, δυστυχώς, σε διάλεκτο, εξαιτίας και της, παλαιότερης, ρατσιστικής αντιμετώπισης από το επίσημο ιταλικό κράτος) και γι’ αυτό, εξάλλου, ξανάρχισαν να τη γράφουν στα τέλη του 20ού αιώνα, έστω με λατινικούς χαρακτήρες, καθώς από τον 17ο αι. είχε σταματήσει η ελληνογράμματη γραπτή παράδοση και διατηρούνταν μόνον η προφορική.

Από τα λίγα δείγματα της γραπτής εκδοχής των κατωιταλικών που κυκλοφορούν εγχωρίως πρέπει να αναφερθεί το «Ελληνόφωνα παραμύθια από την Κάτω Ιταλία» (εκδ. Απόπειρα), με τον πλούσιο σε πληροφορίες Πρόλογο και τα τεκμηριωμένα σχόλια του Δημήτρη Προύσαλη, ο οποίος φρόντισε να εφοδιάσει την έκδοση με αρκετά από τα πρωτότυπα κείμενα, έκαστο υπομνηματισμένο με χρήσιμο γλωσσάρι. Αλλά καταγεγραμμένα στην κατωιταλική υπάρχουν, πέραν του (παλαιού) παραμυθιακού υλικού ή των νεότερων εγχειριδίων, και αυθεντικά δείγματα σύγχρονης ποίησης.

vivlio-tommasi

Ο Antonio Tommasi (1946-2011), κατ’ επάγγελμα φωτογράφος, καταγόμενος από την gapimèni πόλη Καλημέρα της Γκρετσία Σαλεντίνα (του δεύτερου ελληνόφωνου θύλακα, ευρισκόμενου «στο τακούνι της ιταλικής “μπότας”»), αφοσιώθηκε στην «αρχέγονη» ελληνική γλώσσα, τα griko του Σαλέντο, ως μητρική του και την «καλλιέργησε με σθένος και επιμέλεια, και με θυμό καμιά φορά», όπως γράφει στον «Πρόλογο» ο Marcello Aprile, με την επίγνωση «ότι ήταν η προσωποποίηση του κύκνειου άσματος […] ενός κόσμου που σβήνει» (:«Καλημέρα, παιδιά δεν έχεις πια./ Κι εμείς δεν έχουμε πια μάνα!»–«Kalimera en ‘echi pleo pedìa/ ce emì ‘en èchome pleo mana!»). Η, βαθιά συναισθηματική, ποίηση του Antonio Tommasi πλαισιώνεται με χρήσιμα κείμενα ειδικών και με επεξηγηματικές προσθήκες, καταδεικνύοντα, μεταξύ άλλων, την πολυπλοκότητα του εγχειρήματος που κατέληξε στην επιτυχημένη δίγλωσση εκδοχή. «Ομως αν φύγουν τα γερόντια μας απ’ τη ζωή ετούτη,/ μέσα σ’ εμάς μένει αυτή η λαλιά,/ μες στην ψυχή, σαν δέρμα./ Κάποιος θα υπάρχει πάντοτε τραγούδια για να γράφει». Μια τέτοια μοίρα, όμως, πώς την καλωσορίζεις;

«Τώρα στη θέση της/ Είναι/ Σιωπή// Και τα μάτια/ Λευκά/ Οπως των αγαλμάτων// Ουρανοί/ Των αιώνων/ Απόμαχοι// Και νέφη ορθά/ Που απόμειναν/ Πάχνη// Λίγη ανεμώνη/ Του πάγου/ Με ανάμεσα// Γλιστερά φύλλα/ Λευκά/ Λευκά μάρμαρα/ Λευκό χώμα/ Βουλιάζει ακόμη…// ειρήνην κατάγουσα ελθέ// Σιωπή». Σε αυτό το, ομότιτλο με τη συλλογή της, ποίημα αποθέτει η αισθαντική Ιουλίτα Ηλιοπούλου τον ύστατο από τους οδυνηρούς αποχαιρετισμούς στη μητέρα της, αποχαιρετισμούς αμείλικτα γλυκούς, σκληρούς και μεταξένιους, αλγεινά αληθινούς, ακαριαίους. Διστάζεις, μπροστά στην αλφαδιασμένη ομορφιά στίχων γραμμένων για τον θάνατο, να μιλήσεις για αυτό ακριβώς το αλφάδιασμα, για την τέχνη και την τεχνική, που κρυστάλλωσαν τη θλίψη σε λόγο, στραγγίζοντας τα αποθέματα ψυχικής αντοχής στην απώλεια – και αν τυχαίνει (ως αναγνώστρια) να αναγνωρίζεις τι σημαίνει ένα τέτοιο στράγγισμα, ένα τέτοιο αντίο, ένα τέτοιο τραύμα που ράβεται αργά, πολύ αργά και με λεπτή βελόνα, τότε διστάζεις ακόμη περισσότερο, ντρέπεσαι σχεδόν να ξεστομίσεις τον απολύτως οφειλόμενο έπαινο για το θαυμάσιο ποιητικό αποτέλεσμα, για την με χαρισματική ακρίβεια επιτελεσθείσα ψυχοπνευματική επικοινωνία.

«Οι ποιητές είναι αναιδείς απέναντι στα βιώματά τους – τα εκμεταλλεύονται», μεταφράζει ο Ζήσης Σαρίκας από το (υπ’ αριθμ. 161 του 4ου Μέρους στο) «Πέρα από το καλό και το κακό» (Πανοπτικόν, 2010) του Φρίντριχ Νίτσε. Κι ο Γιώργος Χ. Θεοχάρης το παραδέχεται, ρητορικά/πικρά διερωτώμενος, σίγουρα εξ ονόματος πολλών: «Και τι είδους σχιζοφρένεια είναι να σκέπτομαι, καθώς ψυχορραγείς,/ ότι η μνήμη της πορείας σου προς το θάνατο μπορεί να γίνει καλό φαΐ/ για τον Μινώταυρο της Τέχνης μου, καλό φαΐ για τον Μινώταυρο/ της ματαιοδοξίας μου, πατέρα» («Γενικό Νοσοκομείο Λεβαδείας»).

«Κάποιος θα υπάρχει πάντοτε τραγούδια για να γράφει» («ce echi ancora is e grafi traudia») θέλει να ελπίζει ο Antonio Tommasi, μιλώντας για την απώλεια μιας άλλης μάνας, της μητρικής γλώσσας. Ο λόγος είναι όπλο, ούτως ή άλλως, άρα δύναται να υπερασπιστεί και τον εαυτό του· είναι όμως και παρηγοριά (μια απάντηση στην καταγγελία του Νίτσε;). Εύστοχα συμπυκνώνει η Μούσα του Alfred de Musset στο «Η νύχτα του Οκτωβρίου»: «En se plaignant on se console»/ «Παραπονούμενοι-ες παρηγοριόμαστε».