Στις φωτιές καιγόμαστε / στις πλημμύρες πνιγόμαστε / στους σεισμούς πλακωνόμαστε
(«Πολιτική Προς Τασία»)
Αυτό το ποίημα περιλαμβάνεται στη συλλογή του Ντίνου Σιώτη «Διασωληνωμένο πένθος», η οποία εκδόθηκε εκτός εμπορίου, το 2018, ως μια άμεση αντίδραση στην πολύνεκρη πυρκαγιά στο Μάτι και στην ευρύτερη Ανατολική Αττική. Είχα γράψει, τότε, μεταξύ άλλων, ότι ο χρόνος στην Ελλάδα αντιστοιχεί σε έναν τύπο γλώσσας: Οπως μια γλώσσα αρθρώνεται με λέξεις και φράσεις που επανέρχονται, έτσι και η χρονική ροή, στη χώρα, χαρακτηρίζεται από την επανάληψη των παρελθοντικών και κυρίως των καταστροφικών γεγονότων.
Η ακαριαία, σχεδόν, ενσωμάτωση τέτοιων γεγονότων αποτελεί βασικό γνώρισμα της ποίησης του Σιώτη. Ομως, εάν το πιο πάνω ποίημα ήταν, εκείνη την εποχή, με έναν τραγικό τρόπο επικαιρικό, αποδεικνύεται στο παρόν, τους μήνες Αύγουστο και Σεπτέμβριο του 2023, εξαιτίας του καμένου Εβρου και της πλημμυρισμένης Θεσσαλίας, τραγικά επίκαιρο. Πράγμα που το καθιστά δυο φορές καταγγελτικό και, επιπλέον, εξαιρετικά δυσοίωνο: Εάν ο πρώτος στίχος καταδεικνύει την απόλυτη ανεπάρκεια της ελληνικής πολιτείας απέναντι στις τοτινές φωτιές και ο πρώτος μαζί με τον δεύτερο καταδικάζουν την ολοσχερή της αδυναμία να ανταποκριθεί στον κίνδυνο των τωρινών πυρκαγιών και των πλημμυρών, σε ποια, αλίμονο, καταστροφή αναφέρεται ο τρίτος, την οποία το κράτος δεν θα μπορέσει, και πάλι, να αποσοβήσει;
Στις «Νησίδες», της «Εφημερίδας των Συντακτών-Σαββατοκύριακο» της 9ης Σεπτεμβρίου, ο Γιώργος Λίλλης γράφει για το ποιητικό βιβλίο του Δημήτρη Γκιούλου «Ακραία καιρικά φαινόμενα» και τα ακόλουθα: «Ε λοιπόν, να μια ποίηση που δεν θέλει να δείξει με το δάχτυλο […] Ναι, αυτή η γενιά είδε το μέλλον της να εξανεμίζεται. Ναι, εκείνοι οι δεκαπεντάχρονοι και εικοσάρηδες της κρίσης βρέθηκαν εξαπίνης προ τετελεσμένων γεγονότων, αυτό όμως δεν σημαίνει πως θα έπρεπε να σηκώσουν τα χέρια ψηλά και να επιρρίψουν τις ευθύνες σε όσους τους έφεραν σε αυτή τη δυσμενή θέση. Ο Γκιούλος προχωρά πέρα από την επίρριψη ευθυνών. Αναζητά το δικό του μερίδιο ευθύνης μέσα σε έναν κόσμο στον οποίο δυσκολεύεται ο ίδιος και η γενιά του να ενταχθεί».
Νομίζω ότι ο Λίλλης, ένας καλός ποιητής και κριτικός, παρασύρεται, εν προκειμένω, με συνέπεια να δίνει έμφαση σε ένα μήνυμα το οποίο, ουσιαστικά, δεν εμπεριέχεται στο συγκεκριμένο βιβλίο, αλλά προέρχεται από μια ιδεολογία που προπαγανδίζεται συστηματικά από την εποχή των λοκντάουν και εξής. Πρόκειται, συγκεκριμένα, για την κουλτούρα της ατομικής ευθύνης, της ηπιότητας και της συνθηκολόγησης. Η ποίηση του Γκιούλου διαλέγεται με αυτήν την κουλτούρα, όμως, με κανέναν τρόπο, δεν παραδίδεται στον έλεγχό της. Τουναντίον, αποδεικνύεται, εν τέλει, διαμετρικώς αντίθετη. Παραπέμπω, για παράδειγμα, και στις προσεγγίσεις των «Ακραίων καιρικών φαινομένων» από τον Βασίλη Λαμπρόπουλο και την Αθηνά Ρώσσογλου, στον ηλεκτρονικό Χάρτη.
Στόχος μου δεν είναι, βέβαια, η κριτική του Λίλλη. Η τελευταία παρέχει, απλώς, την αφορμή για να επικεντρωθώ στην ιδεολογία της προσωπικής ευθύνης, η οποία διαδίδεται με ρυθμό εκθετικό και, φυσικά, επηρεάζει και την κατάσταση στην ποίηση, αφού περνά την αντίληψη πως η επικαιρική ανταπόκριση στην εκάστοτε κρίση και η καταγγελία αποτελούν πλέον μια παρωχημένη ή και παράλογη στάση. Αλήθεια, τη στιγμή που οι ανισότητες στον κόσμο αγγίζουν το υπερθετικό όριο, πόσο κακό μπορούν να προκαλέσουν οι πολλοί σε σχέση με το κακό που προέρχεται από τους λίγους; Εκτός και αν θεωρείται κακό το ίδιο το γεγονός ότι είναι πολλοί… Με πόση ενοχή πρέπει να φορτωθεί και γιατί να συνεχίζει να συμμορφώνεται το ολοένα αυξανόμενο πρεκαριάτο;
Ετσι, επιστρέφω στον Ντίνο Σιώτη, ο οποίος εγγράφει στην τέχνη του το εδώ και το τώρα και ιδιαίτερα σε περιπτώσεις που αυτά αντιστοιχούν στο στίγμα της τραγωδίας. Ωστε, σε αρκετές συλλογές του, υπερασπίζεται τους ανθρώπους που υποφέρουν από τις καταστροφές ή από τη φτώχεια και επιρρίπτει τις ευθύνες σε όσους πραγματικά το αξίζουν. «Στα βαθιά της Μεσογείου» είναι ο τίτλος της πιο πρόσφατης συλλογής του. Τα ποιήματα, εδώ, συνθέτουν ένα σχόλιο για τον πνιγμό, στις δεκατέσσερις του Ιουνίου, εκατοντάδων προσφύγων και μεταναστών, στα ανοιχτά της Πύλου. Παραθέτω το «Ναυαγός πρόσφυγας»:
Σας είμαι ευγνώμων που με αποκλείσατε απ’ / τα προνόμια, που μου κλείσατε την πόρτα της / ευμάρειας, είμαι και εγώ τώρα ένας απ’ τους // Αλλους, σκεφτείτε τον τρόμο που προκαλεί / η πείνα και η εξαθλίωση, σκεφτείτε όλες τις / τραγωδίες και τα βάσανα που υφίστανται οι // Απέναντι, οι άλλοι, οι νότιοι, εθισμένοι στη / δυστυχία, που δεν τους αφήνετε να διαβούν / τη γέφυρα να ζήσουν στην Ευρώπη σας
Πέρα από όσα υποστήριξα πιο πάνω, ένας επιπλέον παράγοντας ο οποίος πιστοποιεί την εγκυρότητα της οργής και της καταγγελτικής διάθεσης, στο συγκεκριμένο ποίημα, είναι το γεγονός ότι αυτό μπορεί να τεθεί στο πολύ σύγχρονο πλαίσιο των Σπουδών του Παγκόσμιου Νότου: Κινείται, δηλαδή, σε έναν μεταποικιακό χώρο και χρόνο, οι οποίοι πλήττονται από αλλεπάλληλες κρίσεις, και υπάγεται σε μια αισθητική ισοδύναμη με μια στάση που –όπως σημειώνει και ο Βασίλης Λαμπρόπουλος, στο άρθρο του «Η ελληνική ποίηση από τη σκοπιά του Παγκόσμιου Νότου», στον Χάρτη– απορρίπτει την ηγεμονία της κανονιστικότητας και αντιστέκεται στην τάση της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης να υποτάξει τα πάντα στη λογική της ανεξέλεγκτης αγοράς.
*Ποιητής, κριτικός λογοτεχνίας
