ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οι ποιήτριες της γενιάς μου // αγαπούν / τις ποιήτριες της γενιάς μου // (και αυτή είναι) // μια συλλογικότητα // ακραία // πανέμορφη // (μα) και αδιαπέραστη // πώς να σ’ το πω // μια κατάσταση αγεφύρωτη // (προγραμματικά) («6»)

Ο Χρήστος Διαμαντής πέθανε πρόωρα, στην ηλικία των τριάντα τεσσάρων ετών. Εζησε και εργάστηκε στην Καρδίτσα. Σπούδασε μουσικολογία και κλασική κιθάρα. Συνέθεσε όπερες, κοσμικά ορατόρια, μουσική για το θέατρο και για τον κινηματογράφο και έγραψε περισσότερα από εκατό τραγούδια. Υπήρξε μέλος της συντακτικής ομάδας του λογοτεχνικού περιοδικού «Θράκα». Εξέδωσε τρεις ποιητικές συλλογές: τον «Ονειρεμένο πόλεμο», τη «Λευκότητα» και τις «Κρυφές σπουδές». Η συλλογή «Απλότητα» εκδόθηκε μετά τον θάνατό του.

Στο βιβλίο του «Η δικιά μας Ελένη», ο Κώστας Βούλγαρης προτείνει τη διάκριση μεταξύ ποιητών και ποιηματογράφων –την οποία εισήγαγε ο Νίκος Φωκάς– ως χρήσιμο εργαλείο για την κριτική δραστηριότητα: «Ο ποιητής παρεμβαίνει στο ποιητικό πεδίο με μια νέα ποιητική, κομίζοντας συγχρόνως και έναν νέο τρόπο θέασης του πεδίου στο οποίο παρεμβαίνει» (σελ. 38). Οι νεότεροι επίδοξοι ποιητές οφείλουν, άρα, να προσπαθήσουν να διαμορφώσουν μια καινοφανή, διακριτή και συγκροτημένη φωνή. Δεν πειράζει εάν αποτύχουν. Ατελέσφορη αποδεικνύεται μόνο η ατολμία και η καταφυγή στη χρήση της «ποιητικής κοινής», χρήση η οποία χαρακτηρίζει τους ποιηματογράφους.

Με κριτήριο την παραπάνω ανάλυση, ο Χρήστος Διαμαντής δεν είναι ούτε ποιητής ούτε ποιηματογράφος. Για να ανήκει είτε στην πρώτη είτε στη δεύτερη κατηγορία θα έπρεπε, εξάλλου, να καταφάσκει στον εαυτό του και στον ρόλο του. Οπως όμως σημειώνει ο Θανάσης Τριαρίδης, στην ανάρτηση για τον θάνατό του, «τα ποιήματά του γεννιούνται και αρθρώνονται στο πλαίσιο ενός αναρχίζοντος εικονοκλαστικού οράματος, όπου η άγρια πολιτική και υπαρξιακή ειρωνεία εναλλάσσονται με μια διαρκή άρνηση του εγώ και του ποιητικού εαυτού». Ο ριζοσπαστισμός του τον τοποθετεί, λοιπόν, κάπου ανάμεσα.

Σίγουρα, διαθέτει τα εχέγγυα του γνήσιου ποιητή: προσεγγίζει την τέχνη του με μια διαλυτική και ανανεωτική, συγχρόνως, διάθεση. Μόνο που η μέθοδος της προσέγγισης δεν συνιστά ποιητική, αλλά περιορίζεται σε μια παρεμβατική λειτουργία. Αρκείται στο να ελέγξει τα κακώς κείμενα, να υπονομεύσει καθιερωμένες αξίες, κοινωνικές και λογοτεχνικές, ή να υπομνηματίσει την ποίηση των άλλων. Επιπλέον, ο Διαμαντής δεν συγκαταλέγεται ούτε στους ποιηματογράφους, γιατί καταστρέφει την «ποιητική κοινή», και σε τούτο έγκειται η θετικότερη ιδιαιτερότητα της γραφής του: τα ποιήματα της «Απλότητας» απαρτίζονται από ενότητες ενός ή δύο ή, το πολύ, τριών εξαιρετικά βραχέων στίχων. Ως βασικές, επομένως, παράμετροι προϋποτίθενται η κατάτμηση και η έλλειψη. Αυτό που δεν εμφανίζεται στη σελίδα έχει ίση, σχεδόν, βαρύτητα με αυτό που εμφανίζεται. Η βραχυσυλλαβία μαζί με τη χρήση μιας ασυνήθιστης, για την ποίηση, στίξης, όπως οι κάθετοι και οι παρενθέσεις, ρυθμίζουν τη συνέχεια και τις παύσεις. Επισημαίνουν τόσο την παρουσία του λόγου όσο και το κενό.

Φυσικά, εγείρεται το ερώτημα: γιατί ο συγκεκριμένος ποιητής, ενώ καταστρέφει τη vulgata των ομοτέχνων του, δεν καταρτίζει, παράλληλα, ένα ολοκληρωμένο αισθητικό πρόγραμμα; Γιατί η ανανεωτική διάθεσή του δεν συνοδεύεται από μια ορισμένη πρόταση, με συνέπεια να δρομολογείται μια μετα-ποιητική και όχι ποιητική διαδικασία; Η αιτία ανάγεται, νομίζω, στο γεγονός ότι ο Διαμαντής, γράφοντας, είχε πάντοτε στον νου ένα αντιθετικό ζεύγος παρόμοιο με αυτό των ποιητών και των ποιηματογράφων: τους μείζονες και τους ελάσσονες ποιητές. Τους δεύτερους τους συνδέει με την έννοια της «επαρχίας»: Με τους περιχαρακωμένους ορίζοντες, την τήρηση γραπτών και άγραφων πρωτοκόλλων, την επαναλαμβανόμενη σε τέτοιο βαθμό καθημερινότητα, ώστε να γίνεται επιτελεστική, ένα πλέγμα από θεσμούς και συνήθειες.

Είναι, δηλαδή, σαν να ενέχεται στους στίχους της συλλογής η αντίληψη ότι στον κόσμο της επαρχίας υφίσταται μόνο η ελάσσων ποίηση. Και ο Χρήστος Διαμαντής αποφασίζει να μην υπηρετήσει μια τέτοια τέχνη. Προτιμά, αντί του να κάνει ποίηση, να υπαινίσσεται την ποίηση που θα μπορούσε να κάνει, σχολιάζοντας, ελέγχοντας ή υπομνηματίζοντας. Ακολουθεί, όπως σημείωσα και πιο πάνω, μια μετα-ποιητική στρατηγική.

Η στάση του, μάλιστα, αποκτά ένα καινούργιο περιεχόμενο και, συνακόλουθα, η «Απλότητα» κερδίζει μεγαλύτερη αξία, εάν ληφθεί υπόψη ο μετασχηματισμός της έννοιας της «επαρχίας»: Η τελευταία μπορεί, πλέον, να συσχετιστεί με τις παράλληλες και ατομικευμένες πραγματικότητες των χρηστών του διαδικτύου. Οπου περιχαρακώνονται, βάσει των συμπεριφορικών δεδομένων τους, και όπου εθίζονται στον αυτοέλεγχο, εξαιτίας της διαρκούς έκθεσής τους στους άλλους. Τη σύγχρονη επαρχία αποτελεί ο νεοπουριτανικός ψηφιακός θύλακας του καθενός. Η διάψευση των προοπτικών για το πλανητικό χωριό του Μακ Λούαν.

Αν και ο Χρήστος Διαμαντής σταμάτησε, εσκεμμένα, στα μισά του δρόμου προς μια δική του ποιητική, διακρίνονται, εδώ, τα καταστατικά στοιχεία μιας ολοκληρωμένης τέχνης. Το κυριότερο –στο πρώτο από τα δύο μέρη του βιβλίου, αφού το δεύτερο προσέχει, αποκλειστικά, στη γυναίκα και στην κόρη του ποιητή– είναι η δημιουργία ενός περιβάλλοντος συλλογικής ομιλίας. Η φωνή, δηλαδή, που εγγράφεται στα ποιήματα εκφράζει ένα μεγάλο σύνολο ανθρώπων, πράγμα το οποίο συναντάται σπάνια, τόσο στις προθέσεις όσο και στις επιτεύξεις των σημερινών, ιδίως των νέων, ομοτέχνων.

*Ποιητής, ομηριστής, κριτικός λογοτεχνίας