Εάν οι εκλογές άλλαζαν τον κόσμο, θα ήταν παράνομες.
Καρλ Μαρξ
Είναι προφανές, νομίζω, πως ο Μαρξ έχει δίκιο βουνό. Αν οι εκλογές άλλαζαν τον κόσμο, θα ήταν παράνομες. Ωστόσο, ο ίδιος υποστήριξε πολλές φορές παρεμβάσεις που αφορούσαν το πεδίο της δημοκρατίας. Εδειξε μεγάλο ενδιαφέρον για τον αγώνα των Χαρτιστών για διεύρυνση του εκλογικού δικαιώματος, για την επικράτηση του 2ου Βοναπάρτη στη Γαλλία, για την υπερίσχυση των Βορείων του Λίνκολν στον αμερικανικό εμφύλιο, για όλα όσα αφορούσαν το άμεσα πολιτικό. Το πολιτικό σκέτα, δηλαδή, την παρέμβαση στην εκάστοτε συγκυρία.
Ο Μαρξ είχε δίκιο και στα δύο. Οι εκλογές και δεν αλλάζουν τον κόσμο και έχουν σημασία. Αφορούν γεγονότα που, κάποιες φορές, μπορούν να είναι και καθοριστικά. Η Ελλάδα, από το 2010 και μετά, είναι μια τέτοια περίπτωση. Φανερά δεν άλλαξαν τον κόσμο, δεν έφεραν κοντύτερα τον σοσιαλισμό, π.χ., αλλά τον άλλαξαν, από την άποψη πως άνοιξαν μια πραγματική λεωφόρο στον άγριο νεοφιλελευθερισμό, στο ακραίο Κέντρο και στην Ακροδεξιά. Μα, ήταν οι εκλογές που το έκαναν αυτό; Δεν είναι αλήθεια πως αυτές απλώς επικυρώνουν αυτό που ήδη έχει διακυβευθεί στην κοινωνία; Αλήθεια είναι. Μόνο που η τυπική επικύρωση έχει κι αυτή τη δική της σημασία.
Το βιβλίο στο οποίο αναφέρεται αυτό το κείμενο είναι πολύ πρόσφατο – εκδόθηκε το 2022. Ασχολείται με τις εκλογές του 2019 και τις αναλύει από πολλές πλευρές. Από τις πολιτικές οικογένειες μέχρι τις κομματικές ταυτίσεις, από την πορεία από τον εκλογικό σεισμό του 2012 μέχρι τη «σταθεροποίηση» του μετα-μνημονίου (;), από τις κοινωνικές συμμαχίες μέχρι τις ταξικές εκλογικές συμπεριφορές διαγράφεται μια ευρύτατη ερευνητική περιοχή με τεράστιο ενδιαφέρον. Κάποια από τα κείμενα του τόμου είναι εξαιρετικά, άλλα όχι. Είναι δεδομένη, ωστόσο, η συνεισφορά του στην κατανόηση του τι μας συνέβη.
Από μια ενδιαφέρουσα άποψη, μάλιστα, μπορούν τα πορίσματά του να αξιοποιηθούν και για την εκκίνηση της ανάλυσης του πιο πρόσφατου εκλογικού σεισμού, που αντέστρεψε ριζικά τα αποτελέσματα του προηγούμενου. Η «σταθεροποίηση», βέβαια, που υποτίθεται, με τη μορφή ενός ευσταθούς και αρκετά ισχυρού δικομματισμού, αποδείχτηκε φάντασμα. Μετά τις εκλογές του ’23, ένα είναι το κόμμα, η Ν.Δ., ενώ τα δύο επόμενα μαζί δεν πιάνουν ούτε τα ¾ της εκλογικής δύναμης του πρώτου.
Παρ’ όλο, λοιπόν, που, ως προς αυτό, η ανάλυση δεν φαίνεται και πολύ πετυχημένη, το βιβλίο έχει πολλά να συνεισφέρει. Το πρόβλημα, βέβαια, είναι ότι -όπως συμβαίνει με όλες τις έρευνες εκλογικής συμπεριφοράς- υπάρχουν πλευρές καθοριστικής σημασίας που δεν μπορούν να διερευνηθούν. Λέμε, π.χ., πως η νεολαία ψηφίζει περισσότερο τον ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό, ωστόσο, μικρή σημασία έχει αν η αποχή σε αυτές τις ηλικιακές κατηγορίες είναι 70%. Το ξέρουμε; Το ίδιο ισχύει και για την ταξική ψήφο, χωρίς να θέτουμε τις μεγάλες δυσκολίες της ταξικής αποτύπωσης. Οι άνεργοι ψήφισαν φέτος, λέει, περισσότερο τη Ν.Δ. Πόσοι, όμως, άνεργοι ψήφισαν φέτος; Η κοινωνική διερεύνηση της αποχής είναι εξαιρετικά σημαντική, αλλά δεν είναι καθόλου εύκολη – αν δεν είναι απαγορευτική.
Δεδομένων όλων αυτών, κάποια πορίσματα της έρευνας είναι πολύ διαφωτιστικά.
Το γεγονός, για παράδειγμα, πως οι ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ το 2019 αυτοπροσδιορίζονταν αριστερότερα του κόμματος συνέτεινε σε κάποιο βαθμό, ίσως, στην τωρινή εκλογική κατάρρευση.
Το γεγονός, ακόμη, πως το λεγόμενο αντι-ΣΥΡΙΖΑ ρεύμα βρήκε κοινωνιολογικά την αιχμή του στα μεσαία μη μισθωτά στρώματα (ελεύθεροι επαγγελματίες, μικρομεσαίοι επιχειρηματίες) δεν αναιρεί το γεγονός πως η προϊούσα φθορά του ΣΥΡΙΖΑ, ήδη πριν από το ’19, ήλθε από τα αριστερά και από «τα κάτω». Οπως σημειώνουν οι Μοσχονάς – Σεριάτος στη συμβολή τους, «με δεδομένο ότι το αντι-ΣΥΡΙΖΑ ρεύμα πήρε εκρηκτικές διαστάσεις αμέσως μετά τον Σεπτέμβριο του 2015, ο κύριος όγκος του αρνητισμού δεν οφείλεται στην άσκηση ριζοσπαστικών πολιτικών, αλλά το αντίθετο: στην κατάρρευση του αριστερού αφηγήματος και στην εφαρμογή μνημονιακών μέτρων (κλασική περίπτωση “left brand illusion”) […]
Η αναξιοπιστία, νοούμενη ως «ασυνέπεια», ως απόσταση μεταξύ λόγων και έργων, βρίσκεται στην καρδιά του αντι-ΣΥΡΙΖΑ ρεύματος και αποτελεί έναν από τους κεντρικούς θεματικούς άξονες του αντι-ΣΥΡΙΖΑ αρνητισμού» (σελ. 213). Αλλιώς, «από το σύνολο των δεδομένων προκύπτει ένας ισχυρός και ανθεκτικός στον χρόνο αντι-ΣΥΡΙΖΑ αρνητισμός. Είναι βέβαιο ότι “κάτι” στη διάρκεια της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ ενόχλησε πολύ και επί πολύ ευρύτερα τμήματα του εκλογικού σώματος. Αυτό το “κάτι” σίγουρα δεν συνδέεται […] με την άσκηση αριστερών πολιτικών».
Πράγμα που συνδέεται, προφανώς, με την πραγματική ανάσταση της απαξιωμένης Δεξιάς, στο μέτρο που το «δεν θα ψήφιζα ποτέ ΣΥΡΙΖΑ» έφτασε σε ποσοστά της τάξης του 65%-70%, ενώ για τη Ν.Δ. στο 50%. Πραγματική ανατροπή σε μια χώρα όπου το αντιδεξιό αίσθημα υπήρξε διαχρονικά ισχυρότατο.
Πολύ ενδιαφέρουσα είναι και η εργασία των Αρανίτου – Κουστένη, αναφορικά με την εκλογική συμπεριφορά της μεσαίας τάξης. Αφού υπενθυμίσουν την ιστορικά υπογραμμισμένη, ενδιάθετη, θα έλεγε κανείς, ροπή των παραδοσιακών, ιδίως, «μεσοστρωμάτων» προς τη Δεξιά και, σε περιόδους κρίσης, προς την Ακροδεξιά, δείχνουν πως «τα παραδοσιακά μικροαστικά στρώματα [αναδεικνύονται] σε προνομιακό κοινό των κομμάτων της “Νέας Δεξιάς”, συμπέρασμα που άλλωστε ταιριάζει με τα ευρήματα όλων των σύγχρονων διεθνών αναλύσεων ταξικής ψήφου» (σελ. 160).
Αυτό που καταγράφτηκε συντριπτικά στις πρόσφατες εκλογές ήταν ήδη απολύτως εμφανές από χρόνια. Η κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ, επομένως, δεν οφειλόταν στη συμπεριφορά της «μεσαίας τάξης» όσο σε αυτήν της εργατικής, των φτωχών και των ανέργων. Τα δικά του ερείσματα τον εγκατέλειψαν και οδήγησαν στην εκλογική του εξαφάνιση. Ενώ έψαχνε τους «μεσαίους» και τους «κεντρώους», έχασε τους μισούς μισθωτούς και αριστερούς ψηφοφόρους του.
Η τύφλωσή του απαιτεί μία σε βάθος εξήγηση. Στοιχεία της, ωστόσο, βρίσκονται ήδη στο κείμενο των Σπουρδαλάκη και Τάσση, που παρακολουθεί την πορεία του κόμματος σε όλα τα χρόνια μέχρι το ’19, όπως και σε αυτό του Ελευθερίου με τίτλο «Ποια ριζοσπαστική Αριστερά;».
Τα κεφάλαια, δε, που αφορούν την ανάλυση της Ακροδεξιάς, του ΠΑΣΟΚ και της Ν.Δ. συμπληρώνουν την εικόνα μιας εποχής που έκλεισε, ίσως, οριστικά το 2023, αλλά θα μας δίνει πικρά μαθήματα για όλα τα μελλοντικά εγχειρήματα μιας αριστερής παρέμβασης. Τα χρόνια που ακολούθησαν τον εκλογικό σεισμό του ’12 δεν άλλαξαν τον κόσμο προς το καλύτερο, κάθε άλλο. Μπορούσε να γίνει ή η ΤΙΝΑ είναι δεδομένη;
