ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Παύλος Μεθενίτης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μία λέξη που συνοψίζει την ελληνική πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα, αλλά και τη φαντασιακή της αποτύπωση, είναι η «έδρα», καθώς μπορείς να τη συναντήσεις, αυτή και τα ομόρριζά της, από τη Βουλή μέχρι τη φυλακή: έδρα, έδρανο, εδώλιο, καθέδρα…

Από ετυμολογίας άρξασθε: η αρχαία λέξη «έδρα» παράγεται, σύμφωνα με το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, από το θέμα «εδ-», από το ινδοευρωπαϊκό «*sed-», που σημαίνει «καθίζω, τοποθετώ». Στα λατινικά «sedeo» σημαίνει «κάθομαι», και «sedes» σημαίνει «θέση», ενώ συγγενικές λέξεις είναι το αγγλικό «sit» (κάθομαι), το γερμανικό «sitzen» και το γαλλικό «(s’)asseoir» με παρόμοια σημασία. Ομόρριζες με την έδρα είναι οι λέξεις έδαφος, καθίζω, έφεδρος, ιδρύω και άλλες, που σχετίζονται με την έννοια του καθίσματος.

Βέβαια, αυτές οι λέξεις έχουν εξελιχθεί σημασιολογικά: η πρώτη σημασία της λέξης «έδρα» είναι το βάθρο, πάνω στο οποίο είναι τοποθετημένο ένα κάθισμα, ώστε όλοι να βλέπουν τον καθισμένο σ’ αυτό αγορητή, καθηγητή (απ’ όπου και η καθηγητική έδρα), ή δικαστή – «έδρα» είναι και μια άλλη ονομασία για το δικαστήριο. Συνώνυμα: βήμα, θρόνος, θώκος, και καθέδρα. Σε κάθε περίπτωση η έδρα, ως κάθισμα, έχει κάτι το επίσημο: αυτός που κάθεται εκεί, σε κοιτάει αφ’ υψηλού, ή πανεπιστημιακός είναι ή λειτουργός της Θέμιδας ή ακόμα και πολιτικό πρόσωπο: η έδρα του προεδρείου της Βουλής είναι πάντα περίοπτη, στο κέντρο του αμφιθεάτρου που σχηματίζουν τα έδρανα των βουλευτών.

Ομως, ένα ομόρριζο της έδρας που έχει λάβει αρνητική σημασία είναι βέβαια το εδώλιο: εάν κάτσεις εκεί, σ’ αυτόν τον πάγκο, υπόκεισαι, κυριολεκτικά και μεταφορικά, στην κρίση της δικαστικής έδρας που πυργώνεται πάνω από το κεφάλι σου. Ακόμα και να τη βγάλεις καθαρή, και πάλι, η απαξία πλανάται στην ατμόσφαιρα: αυτός έχει καθίσει στο εδώλιο του κατηγορουμένου, λέει ο περίγυρός σου, έχει δικαστεί, έχει κάτσει στο σκαμνί…

Εδρα είναι επίσης και ο τόπος της μόνιμης εγκατάστασης και λειτουργίας επισήμων αρχών, φορέων εξουσίας, δημόσιων και ιδιωτικών ιδρυμάτων, επιχειρήσεων, σωματείων κ.λπ. Ας πούμε, το Βατικανό, ως η μόνιμη κατοικία του προκαθημένου της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, του Πάπα, λέγεται στα ιταλικά Santa Sede – η Αγία Εδρα. Εδρα είναι και η βάση, το ορμητήριο, το στρατηγείο μιας ομάδας ή οργάνωσης, ακόμα και εγκληματικής, ή επαναστατικής… Και βέβαια το γήπεδο, που ανήκει σε έναν αθλητικό σύλλογο ή που το χρησιμοποιεί αυτός για να υποδέχεται τους αντιπάλους του, είναι η έδρα του.

Με τις εθνικές εκλογές του Μαΐου και του Ιουνίου ακόμα ζεστές και τις ευρωεκλογές σ’ ένα χρόνο, η λέξη «έδρα» θα συνεχίσει να μας απασχολεί. Ισως γιατί η βουλευτική έδρα, με την έννοια του δημοσίου αξιώματος, βρίσκεται πολύ ψηλά στην κλίμακα του ελληνικού φαντασιακού. Η έδρα είναι ένας καθωπρέπει ευφημισμός για την περίφημη «καρέκλα» – παρεμπιπτόντως, η λέξη, από το βενετικό «charegla» είναι αντιδάνειο από το αρχαιοελληνικό «καθέδρα». Η καρέκλα, λοιπόν, προσδίδει κύρος στον καρεκλοκένταυρο κάτοχό της, τον πρόεδρο ενός συλλόγου, ακόμα κι αν αυτός είναι εξωραϊστικός ή παρατήρησης πουλιών…

Είναι ευνόητο πως η βουλευτική έδρα παρέχει τη μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία στον κάτοχό της, ο οποίος, άπαξ και εξελέγη, θεωρεί πως η έδρα του είναι ανώτερη, σημαντικότερη από την έδρα, δηλαδή τον ποπό, των υπολοίπων Ελλήνων, εφόσον ο δικός του είναι στρογγυλοκαθισμένος σε έδρανο της Βουλής.


? Επιπλο επί του οποίου κάθεται τις

Κάθισμα, έδρα, εδώλιον, καθέδρα, θρονί, καρέκλα

Αντιλεξικό