ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Παρή Σπίνου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Εργο εμβληματικό, από τα πλέον οικεία και πολυδιαβασμένα του Νίκου Καζαντζάκη, «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» εμπλουτίζει τη νέα σειρά των εκδόσεων «Διόπτρα», που τιμούν τα 140 χρόνια από τη γέννηση του σπουδαίου συγγραφέα (18 Φεβρουαρίου 1883, Ηράκλειο – 26 Οκτωβρίου 1957, Φράιμπουργκ) κυκλοφορώντας ανανεωμένα τα έργα του, με εξώφυλλα όπου μια κόκκινη γραμμή δημιουργεί σύμβολα σε λευκό φόντο, ειδικά σχεδιασμένη γραμματοσειρά, καθώς και εισαγωγικά κείμενα και επίμετρο.

Γραμμένο με αγάπη και πίστη για τον άνθρωπο, το αριστουργηματικό αυτό έργο αποτελεί ιδανικό ανάγνωσμα για τις ημέρες του Πάσχα, καθώς «βασικός άξονάς του είναι η αλληγορία των παθών του Ιησού μέσα από μια ιστορία για τον κατατρεγμό των φτωχών και αδύναμων, για την ταπεινότητα μπροστά στο μεγαλείο του Θεού, αλλά και για την αλαζονεία της εξουσίας, τόσο της εκκλησιαστικής όσο και της πολιτικής», όπως επισημαίνει στον πρόλογο της νέας έκδοσης η Βίκυ Κατσαρού, επιμελήτρια του έργου του Νίκου Καζαντζάκη και υπεύθυνη έκδοσης στη «Διόπτρα».

Ο Νίκος Καζαντζάκης μάς μεταφέρει στη Λυκόβρυση, ένα χωριό της Ανατολίας, λίγο πριν από τη Μικρασιατική Καταστροφή, όπου ένα παμπάλαιο έθιμο απαιτεί από τους κατοίκους να αναβιώσουν τα Πάθη του Χριστού κατά τη Μεγάλη Εβδομάδα. Ο παπα-Γρηγόρης με τους προεστούς επιλέγουν τα πρόσωπα που θα λάβουν μέρος. Τον Χριστό θα υποδυθεί ο Μανολιός, ένας απλός βοσκός, ο οποίος μετά την επιλογή του θα αρχίσει να αλλάζει προσπαθώντας να φτάσει στη μεγαλύτερη ψυχική και σωματική αγνότητα.

Οταν καταφτάνουν πρόσφυγες από ένα άλλο χωριό, καθώς διώκονται από τους Τούρκους, οι χωριανοί θα διχαστούν, αφού αρκετοί θα πουν πως κουβαλούν επιδημία χολέρας. Ελάχιστοι θα βοηθήσουν τους κατατρεγμένους και ο Μανολιός θα τους υπερασπιστεί μιλώντας για την αξία της αγάπης και τη φιλευσπλαχνία. Tο μυθιστόρημα τελειώνει με τον βοσκό, τη μορφή του Xριστού, να εκτελείται στην εκκλησία μεσάνυχτα Χριστουγέννων, καθώς φτάνει η είδηση της προέλασης των τουρκικών στρατευμάτων.

«Στο βιβλίο αυτό οι κάτοικοι του χωριού δεν συγκινούνται με τους ξεριζωμένους, έχουν αδειάσει από κάθε ιδέα επαναστατικότητας, φοβούνται την ευθύνη, είναι δειλοί, υποτακτικοί, ηθικολόγοι και μετακυλούν το φταίξιμο στην κοινωνία, αποτινάσσοντας από πάνω τους το αίσθημα του χρέους», σημειώνει η Βίκυ Κατσαρού.

Μάλιστα υποτάσσονται στην πολιτική εξουσία για να διατηρήσουν προνόμια «και δεν διστάζουν να εξολοθρεύσουν όποιον τολμήσει να αποπειραθεί να ανατρέψει την κατεστημένη ιδεολογία τους, ονομάζοντάς τον κομμουνιστή/μπολσεβίκο, αντάρτη, που απειλεί τα θεμέλια της κοινωνίας, τη θρησκεία, την πατρίδα, την ιδιοκτησία, την οικογένεια. Οι πρόσφυγες όμως είναι οι μόνοι με την ατόφια εκείνη δύναμη να τα αλλάξουν όλα και με τη ζωτική ορμή να φέρουν το καινούργιο. Ετσι, ο Καζαντζάκης μεταπλάθει τα Θεία Πάθη ως τη βάση για μια βαθιά κοινωνική κριτική».

Ο ίδιος ο Καζαντζάκης είχε άμεση εμπειρία από το ιστορικό δράμα των προσφύγων καθώς το 1919 ήταν γενικός διευθυντής στο υπουργείο Περιθάλψεως και ο Ελευθέριος Βενιζέλος τον έστειλε αρχηγό της αποστολής για τον επαναπατρισμό των 150.000 Ελλήνων του Καυκάσου.

«Με μια γρήγορη αποτίμηση το “Ο Χριστός ξανασταυρώνεται” αφορμάται από τον χριστιανισμό, τον εθνικισμό της Mεγάλης Iδέας, που ήταν η ρίζα της Καταστροφής του 1922, και τον κομμουνισμό. Ετσι, όταν σκοτώνεται η μορφή του Xριστού, ο χριστιανισμός νικιέται, το υφιστάμενο ελληνικό κράτος, μετά και την ήττα του στην Ανατολία και τους Μικρασιάτες πρόσφυγες, γκρεμίζεται κι ο κομμουνισμός εξουδετερώνεται, όπως και στην τελευταία φάση του Εμφυλίου.

Οι πρόσφυγες της Σαρακήνας θυμίζουν τους αντάρτες στο βουνό, οι οποίοι διακατέχονται από φλογερή αγάπη και πίστη στην ανθρωπότητα, επιτίθενται αναγκαστικά στους καλοζωισμένους συμπατριώτες τους και τελικά ηττώνται», σύμφωνα με τη Β. Κατσαρού. «Ο Καζαντζάκης, συνδέοντας διαφορετικούς μύθους και επαναλαμβάνοντας δομές, οδηγεί στην ταύτιση τριών φαινομενικά διαφορετικών ιδεολογιών: του χριστιανισμού, του εθνικού ρεβανσισμού και του κομμουνισμού».

Πρώτα κυκλοφόρησε στη Νορβηγία και τη Γαλλία και τρία χρόνια αργότερα, το 1954, στην Ελλάδα αυτό το βιβλίο, που είχε διεθνή απήχηση και επιρροή στις τέχνες. Τη δεκαετία του ’50 έγινε όπερα με τίτλο «Το ελληνικό πάθος» από τον Τσέχο συνθέτη Bohuslav Martinů, ο Ζυλ Ντασσέν το μετέφερε το 1957 σε γαλλο-ιταλική παραγωγή στον κινηματογράφο («Αυτός που πρέπει να πεθάνει»), με σπουδαίο καστ όπου συμμετείχε και η Μελίνα Μερκούρη.

Το 1975 έγινε τηλεοπτική σειρά στην ΕΡΤ σε σκηνοθεσία του Βασίλη Γεωργιάδη, με πρωταγωνιστές τους Κάτια Δανδουλάκη, Αλέξη Γκόλφη, Ανδρέα Φιλιππίδη, Γιώργο Φούντα, και συγκλόνισε το κοινό. Τα επεισόδια που έχουν σωθεί προβάλλονται στο Ertflix.