«Ολες εμείς κοιτάγαμε μπερδεμένες και ακλόνητες, γιατί αυτό έπρεπε να κάνουμε: να είμαστε τα άδεια σπίτια, έτοιμα να στεγάσουν τη ζωή και το θάνατο. Στο τέλος, όμως, άδεια»
Στο λογοτεχνικό της ντεμπούτο, η Μπρέντα Ναβάρο έρχεται να αφηγηθεί μια ιστορία έμφυλης καταπίεσης με γεωγραφικό σημείο αναφοράς το Μεξικό. Δυο γυναίκες αφηγήτριες, δυο άδεια σπίτια, μητέρες.
Η ιστορία διαδραματίζεται γύρω από την εξαφάνιση ενός παιδιού. Η πρώτη αφηγήτρια καταθέτει ένα είδος μαρτυρίας σχετικά με τη συναισθηματική της κατάσταση μετά την εξαφάνιση του παιδιού της, που γρήγορα μας αφήνει μουδιασμένους.
Αποτυπώνεται, με εκπληκτικό ρεαλισμό, η μεταιχμιακότητα του συναισθήματος της απώλειας παιδιού από απαγωγή, ενώ παράλληλα σκιαγραφείται ένα ατέρμονο πένθος για την απουσία του παιδιού και μια αέναη ελπίδα εύρεσής του.
Εγκλωβισμένη σε ένα διηνεκές παρόν με αφόρητη οδύνη, η αφηγήτρια διερωτάται για τους λόγους που έγινε μητέρα παρά την επιθυμία της. Ο θρήνος της, σύντομα, μετατρέπεται σε οργή και η οργή την καθηλώνει, την καθιστά ένα άδειο σπίτι.
Η δεύτερη αφηγήτρια, μια γυναίκα από κατώτερα κοινωνικά στρώματα του Μεξικού, αποτυπώνει τον διακαή της πόθο να γίνει μητέρα. Μέσα σε μια τοξική, κακοποιητική και βίαιη σχέση, η οποία έχει φυσικοποιηθεί στα μάτια της, ονειρεύεται τον ερχομό του δικού της παιδιού. Η τελεολογική αντίληψη που διέπει τη ζωή και τις πράξεις της είναι η επίτευξη της μητρότητας. Η ίδια αισθάνεται πως η ταυτότητά της παραμένει ημιτελής όσο δεν εκπληρώνεται ο κοινωνικά επιβεβλημένος μητρικός της ρόλος, πως παραμένει ένα άδειο σπίτι.
Οταν τα σχέδιά της για εγκυμοσύνη ματαιώνονται από τον σύντροφό της, η ίδια αποφασίζει να απαγάγει ένα παιδί και να το μεγαλώσει σαν δικό της.
Οι δύο παράλληλες αφηγήσεις φέρνουν στο προσκήνιο μια άρρητη συνομιλία μεταξύ δύο αφηγητριών που σκιαγραφεί, σε διαφορετικά κοινωνικοοικονομικά συγκείμενα, το τι συνιστά να γεννιέσαι, να μεγαλώνεις και να ζεις ως γυναίκα στο Μεξικό. Παρά τα εμφανή προνόμια της πρώτης αφηγήτριας, είναι ορατή η οριζόντια καταπίεση που υφίστανται και οι δύο γυναίκες.
Η πρώτη, γίνεται μητέρα παρά τη θέλησή της. Ενώ έχει τη δυνατότητα να καταφύγει στην Ισπανία για νόμιμη και ασφαλή διακοπή κύησης (καθώς στο Μεξικό οι αμβλώσεις είναι παράνομες εκείνη την περίοδο), τελικά διατηρεί την κύηση έπειτα από πίεση που δέχεται από τον σύντροφό της και την οικογένειά του.
Η δεύτερη, δεν είναι καν σε θέση να οραματιστεί τον εαυτό της πέρα από τη μητρότητα. Παρά την καλή εξέλιξη της επιχείρησής της και τις ικανοποιητικές οικονομικές απολαβές της, ο οικογενειακός και κοινωνικός της περίγυρος την ωθούν στην ακλόνητη πεποίθηση πως η μητρότητα είναι ο αυτοσκοπός της γυναικείας (της) ύπαρξης.
Μέσα από το έργο αυτό, η συγγραφέας επιλέγει να αποτυπώσει με απαράμιλλη λογοτεχνικότητα το ισχύον κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο γύρω από τα αναπαραγωγικά δικαιώματα των γυναικών στο Μεξικό. Η ιστορία που δημιουργεί διαδραματίζεται λίγο πριν από την αλλαγή του νόμου και την αποποινικοποίηση των αμβλώσεων. Την ίδια στιγμή, σκιαγραφεί την καθημερινότητα και τις προκλήσεις που διαρκώς βιώνουν οι γυναίκες.
Η οπτική της Ναβάρο αποδίδει τη μητρότητα σαν ένα κελί, χωρίς ωστόσο να καταφέρεται εναντίον της. Γίνεται μια κοινωνική κατασκευή που εγχαράσσεται στο γυναικείο σώμα και στον γυναικείο ψυχισμό. Στο σώμα, βρίσκονται οι αλλεπάλληλες μεταβολές που υφίστανται οι μητέρες από την κύηση μέχρι την τροφή και τη συστηματική φροντίδα του βρέφους. Παράλληλα, έχουν να αντιμετωπίσουν την ψυχολογική κόπωση της διαρκούς ενασχόλησης με το βρέφος καθώς και την αδυναμία να σηκώσουν στις πλάτες τους το ρυθμιστικό ιδεώδες της τέλειας συντρόφου – μητέρας – ερωμένης – εργαζόμενης.
Τα στερεότυπα για το πώς θα έπρεπε να είναι η γυναίκα ως μητέρα ενισχύονται διαρκώς από μηχανισμούς (αυτο-)επιτήρησης, οι οποίοι συνίστανται στον εσωτερικευμένο μισογυνισμό άλλων γυναικών (με σκοπό να «επαναφέρουν» στο «κανονικό» τις γυναίκες που κινούνται εκτός του αυστηρού πλαισίου της πατριαρχίας) καθώς και στο ασταμάτητο πατρονάρισμα των γυναικών από τους άνδρες συντρόφους/πατεράδες/γνωστούς/αγνώστους γύρω τους. Ετσι, οι γυναίκες αποκτούν ορατότητα όταν το σώμα τους γίνεται φορέας ζωής, και άρα σώμα με σημασία, αφού για την πολιτεία συνιστούν αναπαραγωγικές μηχανές.
Στο ζοφερό σκηνικό για τις γυναίκες στο Μεξικό δεν θα μπορούσε να γεννηθεί πιο ενδεικτικό λογοτεχνικό έργο. H Ναβάρο, δικαιολογώντας το ακαδημαϊκό της υπόβαθρο στις σπουδές φύλου, χρησιμοποιεί τη μυθιστορία για να προσδώσει ορατότητα και αναγνωρισιμότητα σε ζητήματα έμφυλης καταπίεσης με φόντο ιστορίες μητρότητας. Ωστόσο, δεν έχει πει την τελευταία της λέξη: οι γυναικείοι χαρακτήρες της δεν στερούνται εμπρόθετης δράσης και τοποθετούνται με δυναμισμό απέναντι σε όποιον/ό,τι υποβαθμίζει τις ζωές τους.
*Κοινωνική ανθρωπολόγος
Τη σελίδα αυτήν δεν τη φτιάχνουν επαγγελματίες κριτικοί βιβλίου. Γράφεται από αναγνώστες που απευθύνονται σε αναγνώστες για να τους μιλήσουν για κάποιο βιβλίο που τους συνεπήρε. Αν θέλετε να μοιραστείτε όσα νιώσατε διαβάζοντας ένα βιβλίο, στείλτε το κείμενό σας (το πολύ 700 λέξεις) στο smatzorou @efsyn.gr
