Οταν σε μια επιστημονική ανακοίνωση εκτίθενται αντιεπιστημονικές θέσεις, δοκιμάζονται το κύρος και η αξιοπιστία του εισηγητή – ενίοτε και τα αυτιά των συνέδρων. Οταν αντίστοιχες αντιεπιστημονικές θέσεις εκστομίζονται από το βήμα της Βουλής, με πλήρη συνείδηση και νηφαλιότητα, από έναν πανεπιστημιακό δάσκαλο που κατέχει και το αξίωμα του υφυπουργού Παιδείας, τότε δοκιμάζεται η ίδια η έννοια της Παιδείας, όπως κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα – ενίοτε και η ίδια η Δημοκρατία.
Στο γαλλικό πανεπιστήμιο, ένα από τα πρώτα πράγματα που διδάσκονται οι φοιτητές στο μάθημα της διεθνούς και ευρωπαϊκής προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι η περίφημη «ελληνική υπόθεση»: πρόκειται για μία από τις πρώτες διακρατικές προσφυγές που ασκήθηκαν στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης, ενώπιον της τότε Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, με την οποία τέσσερα κράτη του ευρωπαϊκού Βορρά (Δανία, Νορβηγία, Σουηδία και Ολλανδία) ζητούσαν από την Επιτροπή να διερευνήσει τις παραβιάσεις μιας σειράς διατάξεων της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) από την απριλιανή δικτατορία.
Οι προσφυγές, που ήταν στην πραγματικότητα δύο, μία το 1968 και μία το 1970, οδήγησαν στην αποκάλυψη των μαζικών και κατάφωρων παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των δημοκρατικών ελευθεριών από το καθεστώς των συνταγματαρχών και υπήρξαν η αφορμή να ακουστεί και να καταγραφεί για πρώτη φορά ο λόγος των πολυάριθμων θυμάτων της χούντας.
Ο διεθνής σάλος που προκάλεσε η αποκάλυψη της έκτασης και των μεθόδων των χουντικών βασανιστηρίων προκάλεσε το πρώτο –και μοναδικό μέχρι στιγμής– Grexit της Ιστορίας, την αποχώρηση-αποπομπή της Ελλάδας από το Συμβούλιο της Ευρώπης το 1969. Η «υπόθεση» θεωρείται μέχρι και σήμερα εμβληματική, μεταξύ άλλων γιατί έδωσε την ευκαιρία στην Επιτροπή να οριοθετήσει την έννοια των βασανιστηρίων και της απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης κατά το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ.
Συντεταγμένη αποδόμηση
Θυμηθήκαμε την «ελληνική υπόθεση» και τα πορίσματά της παρακολουθώντας τις προάλλες τον συνάδελφο διεθνολόγο και υφυπουργό Παιδείας Αγγελο Συρίγο να επιχειρεί, από το βήμα της Βουλής, με επιστημονικοφανή επιχειρήματα και μετερχόμενος τις πιο αβάσιμες εικασίες του ιστορικού αναθεωρητισμού, να μας πείσει ότι η τεκμηριωμένη ιστορικά και επιβεβαιωμένη θεσμικά συλλογική αντίσταση κατά της δικτατορίας, καθώς και η καθοριστική συμβολή της εξέγερσης του Πολυτεχνείου στην πτώση της ανήκουν στη σφαίρα της «πολιτικής μυθολογίας».
Η απορία μας εύλογη: Διδάσκει άραγε ο έγκριτος συνάδελφος στους φοιτητές του την «ελληνική υπόθεση» και, αν ναι, πώς; Με ποιο σκεπτικό τούς εξηγεί ότι τα αρμόδια όργανα ενός διεθνούς οργανισμού με αδιαμφισβήτητο κύρος παραπλανήθηκαν από έναν μύθο;
Bisrepetita: έναν χρόνο πριν, σε διαδικτυακή συζήτηση της Ελληνικής Ενωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου με συμμετοχή και άλλων πανεπιστημιακών, ο ίδιος συνάδελφος και υφυπουργός Παιδείας δικαιολογούσε την προσδοκία του για δημιουργία πανεπιστημιακής αστυνομίας επικαλούμενος ένα ιστορικά αμφισβητούμενο προηγούμενο του 1969 – πράγμα που επιχείρησε να ανασκευάσει με σχετική μόνο επιτυχία. Πράγματι, η άσχετη με το αντικείμενο της εκάστοτε συζήτησης, σχεδόν εμμονική αναφορά στη χούντα μπορεί να ερμηνευθεί ως ιδεολογική διαπίστευση του πολιτευτή συναδέλφου απέναντι στους δυνητικούς οπαδούς και ψηφοφόρους του, νοσταλγούς του «γύψου». Αλλά αυτό αποτελεί αντικείμενο άλλης μελέτης…
Οταν πριν από λίγα χρόνια ο συνάδελφος και τωρινός υφυπουργός έπεσε θύμα βίαιης επίθεσης, για την οποία του αποδόθηκε δικαιοσύνη, σύσσωμη η ακαδημαϊκή κοινότητα του συμπαραστάθηκε έμπρακτα – και ορθώς. Ο βίαιος λόγος με τον οποίο ο ίδιος επιτέθηκε σήμερα εναντίον του δημόσιου πανεπιστημίου ως κατάκτησης της Μεταπολίτευσης, από το ίδιο το βήμα της Ελληνικής Δημοκρατίας, δεν είναι βέβαια κατά το νομικό μας σύστημα ποινικά κολάσιμος. Επειδή όμως ως νομικοί γνωρίζουμε καλά πως ό,τι είναι νόμιμο δεν είναι απαραίτητα και ηθικό, η βία των λέξεων με την οποία θέλησε να ξαναγράψει τη σύγχρονη ιστορία μας είναι κολάσιμη ηθικά, κατά το αξιακό σύστημα όσων από εμάς ομνύουμε στις αρχές της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. «Η γλώσσα κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει», λέει ο λαός μας.
Η γλώσσα του συναδέλφου υφυπουργού, βίαιη και υβριστική με την αρχαία σημασία, ήρθε να τσακίσει, για άλλη μία φορά και με άκρα επισημότητα, τα κόκαλα των βασανισθέντων, των εκτοπισθέντων, των εξαφανισθέντων, των δολοφονηθέντων αγωνιστών και αντιστασιακών – κόκκαλα Ελλήνων ιερά που πάνω τους βλάστησε το δέντρο της ελευθερίας. Οι λέξεις του ήταν προσβολή στη ζωή και τη μνήμη του Σάκη Καράγιωργα και του Γεωργίου Τενεκίδη, πρύτανη τότε του Παντείου, από την έδρα του οποίου ο συνάδελφος κάνει σήμερα το μάθημά του. Ηταν προσβολή στους αγώνες και στη μνήμη του πρόσφατα χαμένου Γεράσιμου Νοταρά, που διώχθηκε βίαια από τον φυσικό του χώρο, τα πανεπιστημιακά αμφιθέατρα, για να βασανιστεί φρικτά πεντέμισι χρόνια αδιαλείπτως στα χουντικά μπουντρούμια. Προσβολή στη μνήμη της Κίττυς Αρσένη και του Περικλή Κοροβέση, διανοούμενων που έζησαν στο κορμί τους τις πιο αρρωστημένες πρακτικές των «ανθρωποφυλάκων» και των οποίων η μαρτυρία συνέβαλε καθοριστικά στη διεθνή καταδίκη του καθεστώτος. Προσβολή, τέλος, στη μνήμη του Παναγούλη, του Μουστακλή και του Μήνη, των οποίων η ανυπακοή στους τυράννους δεν είχε καμιά αριστερή ιδεολογική αφετηρία, παρά μόνο την πίστη στο Σύνταγμα και στη δημοκρατία.
Οι εκδηλώσεις μνήμης για το Πολυτεχνείο δεν είναι φολκλόρ για ευτελείς γαστριμαργικές επιλογές, όπως υπαινίχθηκε ο συνάδελφος από το βήμα της Βουλής. Δυστυχώς για τους συμμετέχοντες δεν καταλήγουν σε περισπούδαστα δείπνα με καρέ αρνιού γκουρμάν με μαϊντανό, όπως αυτά που παράγγελνε ο Αρχοντοχωριάτης του Μολιέρου (πράξη τέταρτη, σκηνή πρώτη). Καταλήγουν στην αμερικανική πρεσβεία, ενίοτε πνίγονται στο αίμα και το αίμα αυτό είναι ανθρώπινο, με ονοματεπώνυμο. Οπως ονοματεπώνυμο είχαν και τα θύματα, οι νεκροί του ’73, οι προηγούμενοι και οι επόμενοι – οι περισσότεροι παραδομένοι στη λήθη.
Οι υποτιμητικές αναφορές και τα σκωπτικά σχόλια που στόχο έχουν να υποβιβάσουν γεγονότα και δρώντες του αντιδικτατορικού αγώνα δεν αποτελούν δυστυχώς μεμονωμένα περιστατικά. Είναι καιρός τώρα που οι δεξιές γραφίδες στη χώρα μας επιχειρούν συντεταγμένα, είτε ex cathedra είτε με ποικίλα προβεβλημένες δημόσιες παρεμβάσεις και δράσεις, να επαναφέρουν τη συζήτηση γύρω από τη Μεταπολίτευση, κοινώς να ξαναγράψουν την Ιστορία, με στόχο να αποδομήσουν αυτό που αντιλαμβάνονται ως αριστερό αφήγημα, βασιζόμενες κυρίως στην ελλιπή πρόσληψη της ιστορικής αυτής περιόδου από τους νεότερους ηλικιακά, εκείνους δηλαδή που εκ των πραγμάτων δεν συνδέονται βιωματικά με τα γεγονότα. Ας ανοίξουμε, λοιπόν, τη συζήτηση! Ας την ανοίξουμε όμως με τους όρους που θέτει σήμερα το διεθνές δίκαιο.
Το παράδειγμα της Αργεντινής
Ποιοι είναι αυτοί οι όροι; Σε πρόσφατη έκθεσή του ως ειδικός εισηγητής των Ηνωμένων Εθνών για την πρoαγωγή της αλήθειας, της δικαιοσύνης, της επανόρθωσης και της μη επανάληψης, ένας άλλος συνάδελφος, ο Αργεντινός καθηγητής διεθνούς δικαίου Φαμπιάν Σαλβιόλι, αναφέρεται στη σημασία της καθιέρωσης, στα κράτη που δοκιμάστηκαν από ξένη κατοχή, εμφύλιες συρράξεις ή αυταρχικά καθεστώτα, μιας διαδικασίας για την αποκατάσταση και εδραίωση της ιστορικής μνήμης (memorialization process).
Η μνήμη αποτελεί κατά τον Σαλβιόλι τον πέμπτο πυλώνα της μεταβατικής δικαιοσύνης – οι άλλοι τέσσερις είναι η αλήθεια, η δικαιοσύνη, η επανόρθωση και οι εγγυήσεις μη επανάληψης. Εκεί όπου οι θεσμικές ανεπάρκειες ή οι πολιτικές σκοπιμότητες συσκότισαν την αλήθεια, απέτρεψαν ή δυσχέραναν την απόδοση δικαιοσύνης και την ουσιαστική επανόρθωση, η ζωντανή μνήμη είναι το μόνο αντίδοτο στην ατιμωρησία, η μόνη μορφή δικαιοσύνης που έχει απομείνει όταν τα θύματα δεν είναι πια εδώ – και εν τέλει η μόνη εγγύηση για το «ποτέ ξανά».
Η διαδικασία είναι βέβαια μακροχρόνια και προϋποθέτει τη θέσπιση και εφαρμογή δημόσιας πολιτικής για τη μνήμη, με το κράτος να κατέχει ενεργό και αποφασιστικό ρόλο, ιδίως μέσω της παιδείας, σε συνεργασία με την επιστήμη και την κοινωνία των πολιτών και με κεντρικό άξονα τον λόγο των θυμάτων. Μια τέτοια πολιτική εφαρμόστηκε τα τελευταία χρόνια στην Αργεντινή, χώρα με αντίστοιχη της Ελλάδας (αλλά πολύ αιματηρότερη) τραυματική εμπειρία μαζικών και συστηματικών παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από το καθεστώς του δικτάτορα Βιντέλα (1976-1981).
Η χώρα με τους 30.000 «εξαφανισμένους» φοιτητές, συνδικαλιστές, αντιφρονούντες, νέους στην πλειονότητά τους, των οποίων τα νεογέννητα βρέφη απάγονταν κρυφά για να δοθούν σε άτεκνους συνεργάτες του καθεστώτος –τα χαμένα αυτά παιδιά υπολογίζονται σήμερα σε πάνω από 500 από τα οποία μόλις το ένα τρίτο έχει ταυτοποιηθεί–, αποφάσισε να σκύψει χωρίς περιστροφές πάνω στο αμαρτωλό παρελθόν της και να αντιμετωπίσει θεσμικά και αποτελεσματικά το συλλογικό τραύμα που τη βάραινε διαγενεακά.
Εκεί που κάποιοι δικοί μας πολιτικοί και πανεπιστημιακοί ξιφουλκούν για τα συνθήματα που δήθεν βρομίζουν τους τοίχους και ο γνωστός συνάδελφος και υφυπουργός Παιδείας υπερθεματίζει λέγοντας ότι σε καιρό δημοκρατίας «η αναγραφή συνθημάτων στους τοίχους, ιδίως ενός πανεπιστημίου, είναι σύμπτωμα βαριάς αντικοινωνικής συμπεριφοράς», στην «τριτοκοσμική» Αργεντινή καλλιτέχνες και συλλογικότητες αναλαμβάνουν να αποτυπώσουν στους τοίχους πανεπιστημίων και δημόσιων κτιρίων τα ονόματα και τη μορφή των ανθρώπων που εξοντώθηκαν από το δικτατορικό καθεστώς, στα σημεία εκείνα ακριβώς που συντελέστηκαν τα εγκλήματα ή καταγράφηκαν οι ανεξιχνίαστες ακόμη εξαφανίσεις. Αυτά τα γκράφιτι μας έδειχνε φέτος τον Ιούνη με θλιμμένη περηφάνια ο κοσμήτορας της Νομικής Σχολής της Λα Πλάτα, από το παράθυρο της αίθουσας τελετών όπου μας φίλεψε parilla, τα φημισμένα αργεντίνικα παϊδάκια…
Στην ιστορική πλατεία του Μάη στο Μπουένος Αϊρες, συγκεντρώνονται κάθε Πέμπτη στις 8 το βράδυ οι μητέρες των εξαφανισμένων, οι γνώριμες πλέον Γιαγιάδες της Πλατείας του Μάη, φορώντας λευκό μαντίλι – σύμβολο ενός ατελούς πένθους που του στέρησαν για πάντα το σώμα του νεκρού. Μαζί τους διαδηλώνουν κάθε Πέμπτη την ίδια ώρα, σε πλατείες και προπύλαια πανεπιστημίων, κρατώντας ή φορώντας ένα κομμάτι λευκό ύφασμα όσοι έχουν στην οικογένειά τους έναν εξαφανισμένο ελέω χούντας συγγενή. Στα πεζοδρόμια της πόλης, μπροστά από σχολεία, υπουργεία και άλλα δημόσια κτίρια έχουν τοποθετηθεί πλάκες με τα ονόματά τους. Και κάθε Πέμπτη τα μπαλκόνια του Μπουένος Αϊρες γεμίζουν λευκά πανιά.
Αυτό είναι μόνο ένα –εξαιρετικό– παράδειγμα ουσιαστικής θεσμικής δράσης για τη διατήρηση της μνήμης ενός λαού απέναντι στον ιστορικό αναθεωρητισμό που επιχειρούν οι απανταχού αντιδραστικές κυβερνήσεις. Η επιστήμη και η διανόηση δεν μπορούν να είναι αμέτοχες σ’ αυτή τη συλλογική διαδικασία. Ετσι πρόσφατα και με επίγνωση της ευθύνης του ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα στα θέματα αυτά, ο θαρραλέος συνάδελφος Φαμπιάν Σαλβιόλι δεν δίστασε να εγκαλέσει τον Μπολσονάρου για τις δημόσιες προσπάθειές του να ξαναγράψει την ιστορία της δικτατορίας στη Βραζιλία.
Η ανολοκλήρωτη Μεταπολίτευση
Αν το γνωστό σύνθημα που θέλει τη χούντα να μην τελείωσε το ’73 ελέγχεται ως προς τη βασιμότητά του, πολλές ενδείξεις, ιδίως τον τελευταίο καιρό, συνηγορούν στο ότι η Μεταπολίτευση δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη. Πράγματι, η Μεταπολίτευση παραμένει ατελής όσο αμφισβητείται θεσμικά η ιστορική αλήθεια, όσο τα ονόματα και η δράση θυτών και θυμάτων παραδίδονται στη λήθη, όσο δεν έχει αποδοθεί δικαιοσύνη μέσω της διαδικασίας μνήμης που θα λειτουργήσει ως παρακαταθήκη για τις γενιές που θα ’ρθουν.
Στη βάση αυτή, είναι χρέος της επόμενης προοδευτικής κυβέρνησης του τόπου μας να δημιουργήσει το κατάλληλο νομικό πλαίσιο, με υπευθυνότητα και σπουδή, ώστε να αναδειχθεί και να διασφαλιστεί η ιστορική μνήμη. Να μη μείνει περιθώριο για τις κάθε είδους «ασέλγειες» που εκκολάπτουν το «αυγό του φιδιού».
Ο χώρος που καταλαμβάνει στη δημόσια σφαίρα η μνήμη των αγώνων ενός λαού για την ελευθερία του είναι δείγμα ποιοτικής λειτουργίας των θεσμών, απόδειξη ότι η δημοκρατία είναι βαθιά εδραιωμένη και δεν κινδυνεύει. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να εγγυηθούμε το «ποτέ ξανά». Μόνο έτσι η Ελλάδα θα γίνει μια πραγματική, σύγχρονη δημοκρατία – ένα ουσιαστικό και όχι προσχηματικό κράτος δικαίου.
*Επίκ. καθηγήτρια Διεθνούς Δικαίου, αν. κοσμήτορας Σχολής Νομικών, Πολιτικών και Κοινωνικών Επιστημών Πανεπιστημίου Sorbonne Paris Nord
