Χωρίς να ασκήσει ευθεία κριτική στη συμφωνία, αλλά και χωρίς να την διαφημίζει πλήρως, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός επιχείρησε να… εξηγήσει τι σημαίνει για τη χώρα του το ντηλ ανάμεσα στην Ουάσινγκτον και την Τεχεράνη, μια συμφωνία που βάζει το Ισραήλ στη θέση του χαμένου και του σχεδόν απομονωμένο στο διπλωματικό πεδίο.
Σε μήνυμά του προς τον ισραηλινό λαό και στη σκιά σφοδρών αντιδράσεων τόσο από την αντιπολίτευση όσο και από το εσωτερικό της κυβέρνησής του, ο Μπενιαμίν Νετανιάχου έσπευσε να δηλώσει ότι «αποτρέψαμε τον κίνδυνο της καταστροφής του Ισραήλ και του λαού του και η μάχη μας δεν έχει ακόμη τελειώσει».
Παράλληλα, παραδέχθηκε ότι «υπάρχουν περιστασιακά διαφωνίες ανάμεσα σε εμένα και τον Τραμπ», αλλά ήταν εμφανές πως δεν θέλησε να πάρει καθαρή θέση για τη συμφωνία.
Περιορίστηκε στο να δηλώσει ότι δεν γνωρίζει πολλά για τις λεπτομέρειες και να τονίσει «η συμφωνία είναι ανάμεσα στην Τεχεράνη και το Ιράν. Εμείς έχουμε τα δικά μας συμφέροντα».
Τέλος ο Μπενιαμίν Νετανιάχου ανέφερε ότι «σκοτώσαμε τους ηγέτες του Ιράν, καταστρέψαμε τις δυνάμεις και τις υποδομές ασφαλείας του και σώσαμε το Ισραήλ από την πυρηνική απειλή».
Ξεκαθάρισε, όμως, ότι το Ισραήλ θα διατηρήσει στρατιωτική παρουσία σε εδάφη του Λιβάνου.
Έκρηξη οργής στο Ισραήλ για τη συμφωνία
Στο Ισραήλ, πάντως, οι πολιτικοί αντίπαλοι του «Μπίμπι», αλλά και οι ακροδεξιοί εντός κυβέρνησης δεν είδαν με καθόλου καλό μάτι την ανακοίνωση της συμφωνίας και έσπευσαν να διαχωρίσουν τη θέση τους και να προκαλέσουν με τις αντιδράσεις τους.
«Η συμφωνία του Τραμπ δεν μας δεσμεύει (…) δεν είμαστε μέρος αυτής της συμφωνίας. Δεν εγγυάται την ασφάλειά μας», δήλωσε ο ακροδεξιός ισραηλινός υπουργός αρμόδιος για την Εθνική Ασφάλεια Ιταμάρ Μπεν Γκβιρ μέσω του Telegram.
«Δεν οφείλουμε να αρκεσθούμε σε τίποτε λιγότερο από τη διάλυση της Χεζμπολά. Δεν οφείλουμε να αποσυρθούμε ούτε εκατοστό από το έδαφος που οι στρατιώτες μας κατέκτησαν και απάλλαξαν από τρομοκρατικές υποδομές (στον Λίβανο)», πρόσθεσε.
Στην αντιπολίτευση, οι επικρίσεις ήταν επίσης πολλές εναντίον αυτής της συμφωνίας. Ο πρώην πρωθυπουργός Ναφτάλι Μπένετ, κύριος αντίπαλος του Νετανιάχου στις επόμενες εκλογές, δήλωσε ότι η συμφωνία αποτελεί μια «επικίνδυνη καμπή για την ασφάλεια του Ισραήλ», προσθέτοντας ότι «μόνο μια νέα ηγεσία μπορεί να διορθώσει» την κατάσταση αυτή.
Ο Γιαΐρ Γκολάν, ο επικεφαλής του αριστερού κόμματος Οι Δημοκράτες, δήλωσε από την πλευρά του ότι ήταν «ένα κακό πρωινό για το Ισραήλ».
«Σήμερα το πρωί, οι ισραηλινοί πολίτες ξύπνησαν ανακαλύπτοντας μια συμφωνία που συνήφθη ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν, η διαπραγμάτευση της οποίας έγινε ερήμην του Ισραήλ, χωρίς τη συγκατάθεσή του ούτε τη συμμετοχή του», δήλωσε ο Γκολάν, σύμφωνα με ανακοίνωση που εκδόθηκε από το γραφείο του.
Μολονότι κανένας από τους υπουργούς του Λικούντ, του κόμματος του πρωθυπουργού Νετανιάχου, δεν διατύπωσε άμεσες επικρίσεις εναντίον της συμφωνίας και ενώ ο ίδιος ο Νετανιάχου δεν είχε κάνει γνωστό ότι επρόκειτο να ανακοινωθεί συμφωνία, υπουργοί προερχόμενοι από ακροδεξιά κόμματα επέκριναν τη συμφωνία.
Ο υπουργός Οικονομικών Μπεζαλέλ Σμότριτς, προσωπικότητα της άκρας δεξιάς, δήλωσε ότι «η συμφωνία με το Ιράν είναι κακή για το Ισραήλ».
«Η κοινή εκστρατεία (των ΗΠΑ και του Ισραήλ) έφερε πολυάριθμες επιτυχίες όσον αφορά την αποδυνάμωση του Ιράν και τα κεκτημένα αυτά δεν ήταν μάταια», δήλωσε ο Σμότριτς μέσω του διαύλου του στο Telegram.
«Θα αναγκαστούμε να συνεχίσουμε μόνοι μας την εκστρατεία για την ανατροπή του καθεστώτος, χρησιμοποιώντας δημιουργικούς τρόπους, και να φροντίσουμε ώστε το Ιράν να μην αποκτήσει ποτέ πυρηνικά όπλα», πρόσθεσε και ζήτησε να ενισχυθεί η στρατιωτική εκστρατεία στον Λίβανο.
«Στον Λίβανο είναι που θα κριθούμε. Είναι ο δικός μας πόλεμος, είναι οι δικοί μας στρατιώτες, και πρόκειται για την άμεση ασφάλεια των κατοίκων μας του βορρά», τόνισε.
