Για τέσσερις ημέρες του Ιουνίου η Επίδαυρος «ενδύεται» τη Μαρία Κάλλας, με την υπογραφή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Δεν είναι μόνο η μοναδική ανασύσταση (20/6) της θρυλικής παράστασης του 1961, όπου θριάμβευσε η ανυπέρβλητη ντίβα με τη «Μήδεια» του Κερουμπίνι σε σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή, σκηνικά Γιάννη Τσαρούχη, χορογραφία Μαρίας Χορς. Είναι και η βιντεοεγκατάσταση «Σημείο Κάλλας» στον περιβάλλοντα χώρο του αρχαίου θεάτρου, που ο διεθνής σκηνογράφος μας Διονύσης Φωτόπουλος, ο οποίος υπήρξε βοηθός του Τσαρούχη στην ιστορική παράσταση, ανέθεσε στον εικαστικό και video designer Παντελή Μάκκα (18-21/6).
Ο καλλιτεχνικός διευθυντής της ΕΛΣ, Γιώργος Κουμεντάκης, πήρε την απόφαση για την ανασύσταση της εμβληματικής παραγωγής 65 χρόνια μετά, δείχνοντας εμπιστοσύνη σε μια νέα δημιουργική ομάδα, αποτελούμενη από τους Παναγή Παγουλάτο (σκηνοθεσία), Λίλη Πεζανού (σκηνικά), Τότα Πρίτσα (κοστούμια) και Χρήστο Τζιόγκα (φωτισμοί). Τον ρόλο της Μήδειας θα ερμηνεύσει η σπουδαία Ιταλίδα δραματική υψίφωνος Αννα Πιρότσι. Μαζί της, οι Ζαν-Φρανσουά Μποράς, Τάσης Χριστογιαννόπουλος, Αλίσα Κολόσοβα και Δανάη Κοντόρα. Μουσική διεύθυνση: Ζακ Λακόμπ.

«Ενα πραγματικό υπερθέαμα» χαρακτηρίζει ο Παναγής Παγουλάτος τη «Μήδεια», που είναι sold out, ενώ ξεδιπλώνει τα «μυστικά» που αποκάλυψε η έρευνα, μεταξύ άλλων, στα τετράδια του Μινωτή (ΜΙΕΤ), στα σχέδια του Τσαρούχη, στα φωτογραφικά αρχεία Κλεισθένη και Πυρομάλλη (ΕΛΣ) και Μεγαλοκονόμου (Μουσείο Μπενάκη), στο βεστιάριο της Λυρικής, ενώ συμβουλεύτηκαν την κ. Νίκη Γρυπάρη του Ιδρύματος Τσαρούχη. Δυστυχώς τα κοστούμια της Κάλλας δεν σώθηκαν, ενώ η παράσταση δεν είχε κινηματογραφηθεί. Πραγματικός άθλος τού σήμερα «που μας κάνει να συνειδητοποιούμε ότι η ΕΛΣ του 1961 είχε επίσης πολύ ενθουσιασμό, κουράγιο και τεχνογνωσία για να εκτελέσει κάτι τόσο τεράστιο και εντυπωσιακό και μάλιστα με τα μέσα της εποχής», τονίζει.

● Πόσο το αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου καθορίζει την παράσταση και γιατί η όπερα της Μήδειας ταιριάζει σε αυτόν τον χώρο;
Οπως μας είπε ο Μιχαήλ Μαρμαρινός: «Πρόκειται για μια παράσταση-μνημείο που επανατοποθετείται μέσα στο μνημείο που είναι το αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου».
Εχουμε διαπιστώσει τα πολλά τελευταία χρόνια ότι οι σύγχρονες παραγωγές του αρχαίου δράματος έχουν τη δική τους ταυτότητα, αυτή που δίνει ο εκάστοτε σκηνοθέτης, και θα μπορούσαν να παρουσιαστούν σε οποιοδήποτε άλλο σύγχρονο θέατρο και όχι κατ’ ανάγκην αρχαίο. Αποδεσμεύουν δηλαδή το κόνσεπτ τους από τον συγκεκριμένο αρχαίο χώρο. Αλλά και πρακτικά, χρησιμοποιώντας ηχοενίσχυση για τους ηθοποιούς, δεν επωφελούνται από την ακουστική του χώρου, πράγμα για το οποίο τόσο φημίζεται.
Ο Μινωτής και ο Τσαρούχης έλαβαν υπόψη τους τον χώρο και προσάρμοσαν σκηνοθεσία και σκηνικό στο πνεύμα και στην αρχιτεκτονική του αρχαίου θεάτρου. Ο Μινωτής έστησε μια παράσταση με την απλότητα και την οικονομία ενός αρχαίου δράματος, δίνοντας σημασία στην ιστορία της Μήδειας και χωρίς να καταφύγει σε σκηνοθετήματα. Η Μαρία Χορς χορογράφησε χρησιμοποιώντας την αρχαία ελληνική εικονογραφία. Το ίδιο έκανε και ο Τσαρούχης για τα κοστούμια όσον αφορά τον σχεδιασμό τους, ενώ για τα χρώματα βασίστηκε στην τετραχρωμία του Πολυγνώτου. Για τα σκηνικά χρησιμοποίησε την αρχιτεκτονική του χώρου. Τοποθέτησε τους μουσικούς στο μπροστινό ήμισυ της ορχήστρας, ενώ το σκηνικό του (το προσκήνιο), χωρίς να πατάει τη θυμέλη, άρχιζε στο πίσω ήμισυ της ορχήστρας, σε ύψος 1,60 μ. από το έδαφος. Μέρος του καταλάμβανε ο αρχαίος Χορός. Το δεύτερο επίπεδο του σκηνικού είναι ακριβώς στη θέση του λογείου, από όπου έπαιζαν οι ηθοποιοί. Οι θέσεις για τους τραγουδιστές ήταν δηλαδή αυτές που χρησιμοποιούσαν στην αρχαιότητα. Τα κιονόκρανα είναι τα ιωνικού ρυθμού, αντίγραφα από αυτά που υπάρχουν στον χώρο. Ο βωμός είναι αντίγραφο από το Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών, ο Ερωτας είναι αντίγραφο του παιδιού του Μαραθώνα.

Ο χώρος καθόρισε την παράσταση γιατί οι δημιουργοί της το θέλησαν και έτσι έφτιαξαν μια παράσταση ειδικά για το αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου. Ενώ η παραγωγή είχε κάνει πρεμιέρα στο Ντάλας το 1958 και ξαναπαιχτεί στο Λονδίνο το 1959, για την Επίδαυρο ξανασχεδιάστηκε από την αρχή. Οσο για το έργο «Μήδεια» βασισμένο στη «Μήδεια» του Ευριπίδη, το αρχαίο θέατρο είναι εξ ορισμού, θα έλεγα, ο ιδανικός χώρος για να παρουσιαστεί.
● Είναι μια πρόκληση να αναβιώσετε τη «Μήδεια» του 1961 «με τα υλικά τού σήμερα» στην Επίδαυρο; Πώς προσεγγίσατε την ανασύνθεση, ποιες δυσκολίες αντιμετωπίσατε και σε ποια θέματα έπρεπε να δώσετε λύσεις;
Καταρχάς στα κοστούμια και στην εξεύρεση των υφασμάτων της εποχής. Το μεταξωτό ζέρσεϊ, τόσο δημοφιλές τότε, σπανίζει σήμερα. Η Τότα Πρίτσα κατάφερε και βρήκε τα τελευταία μέτρα στην Αγγλία. Να σημειωθεί ότι κάθε κοστούμι με τις πτυχώσεις του χρειάζεται κατά μέσο όρο 5 μέτρα ύφασμα. Μετά έπρεπε να γίνουν οι βαφές των καινούργιων κοστουμιών ώστε να είναι οι ίδιες αποχρώσεις με τα αυθεντικά κοστούμια του Τσαρούχη. Τα πρωτότυπα κοστούμια θα φορεθούν επίσης και είμαι σίγουρος ότι κανείς από τους θεατές δεν θα μπορέσει να ξεχωρίσει το αυθεντικό από το καινούργιο.
Δυστυχώς, τα κοστούμια της Κάλλας δεν σώθηκαν. Σώζεται μόνο ένα το οποίο έχει καταλήξει στο Λαογραφικό Μουσείο του Ναυπλίου, αλλά δυστυχώς δεν μας δόθηκε η δυνατότητα να το δούμε. Κατά συνέπεια, επανασχεδιάζονται σύμφωνα με τα σχέδια του Τσαρούχη, προσαρμοσμένα για την Αννα Πιρότσι και λαμβάνοντας υπόψη ότι η παράσταση γίνεται χωρίς διάλειμμα.
Οσον αφορά το σκηνικό, η Λίλη Πεζανού, εφόσον δεν υπάρχουν τα αρχικά σχέδια του Τσαρούχη, το επανασχεδίασε βάσει των φωτογραφιών και χρησιμοποιώντας τις συγκριτικές διαστάσεις με τα στοιχεία του θεάτρου. Το έκανε με μεγάλη ακρίβεια και επαληθεύτηκαν τα νούμερα μέσα από την αλληλογραφία του Τσαρούχη. Για το χρώμα του σκηνικού, επιλέχτηκε η τεχνική βαψίματος της εποχής και οι αποχρώσεις σε σχέση με το χρώμα της πέτρας του αρχαίου θεάτρου, καθότι δεν σώζεται δείγμα του σκηνικού για να έχουμε οδηγό.
Επρεπε φυσικά να ληφθούν υπόψη τα νεότερα αρχαιολογικά ευρήματα που έχουν τοποθετηθεί στον χώρο πίσω από το λογείο.
Σήμερα προέχει ο σεβασμός στα αρχαία ευρήματα και δεν υπήρχε καμία περίπτωση να τα θέσουμε σε κίνδυνο. Κάθε τεμάχιο καλύπτεται από ξύλινο κουτί, ώστε να μπορεί να είναι ασφαλές κατά την κατασκευή του σκηνικού. Είναι μια τεράστια προπαρασκευαστική εργασία που κάνουμε με τις οδηγίες και την επίβλεψη της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας.
Τέλος, όσον αφορά τη σκηνοθεσία και τη χορογραφία, οι σημειώσεις του Μινωτή είναι προπαρασκευαστικές, χωρίς να αποτυπώνουν την παράσταση όπως έγινε.
Ολες αυτές οι επιμέρους «δυσκολίες» και ελλείψεις, και δεδομένου ότι δεν υπάρχει φιλμαρισμένη η παράσταση του 1961 για να έχουμε πλήρη εποπτεία, μας οδήγησαν στη χρήση του όρου «ανασύνθεση» αντί «αναβίωση», καθότι έπρεπε να παρθούν πολλές αποφάσεις από τη νέα δημιουργική ομάδα.
● Νιώθετε το βάρος της ιστορικής παράστασης; Πόσο «πιστοί» πρέπει να είστε σε αυτήν και τι περιθώριο έχετε να βάλετε τη δική σας «υπογραφή»;
Είναι μια παράσταση-θρύλος, ακόμα περισσότερο και από τη «Νόρμα» του 1960, καθότι ο τίτλος «Μήδεια» είναι η αρχαία ελληνική τραγωδία, πράγμα άρρηκτα δεμένο με την παράδοσή μας. Φυσικά και όλο αυτό μας βαραίνει τους ώμους. Η ευθύνη είναι τεράστια.

Αυτό που προσπαθήσαμε να κάνουμε όλοι οι συνεργάτες είναι να μείνουμε πιστοί στο πνεύμα και στις προθέσεις της παράστασης του 1961. Να υπηρετήσουμε το όραμα των αρχικών δημιουργών και να βάλουμε το δικό μας «εγώ» στην υπηρεσία του. Η προσωπική υπογραφή του καθενός μας φυσικά και υπάρχει, αλλά αντιπροσωπεύει περισσότερο την τεχνογνωσία που έχουμε αποκτήσει κατά τη διάρκεια της καριέρας μας και λιγότερο το προσωπικό μας όραμα για τη «Μήδεια» του Ευριπίδη και του Κερουμπίνι.
Αν παρατηρήσετε, θα δείτε ότι είμαστε όλοι μιας γενιάς που έχει μεγαλώσει με τον σεβασμό στους αρχικούς δημιουργούς που υπήρξαν άμεσα ή έμμεσα δάσκαλοί μας, πράγμα που μας επιτρέπει να μην προβάλλουμε το «εγώ» μας, αλλά έναν φόρο τιμής σε αυτούς και στην ιστορία μας.
● Υπάρχουν πράγματα που θα θέλατε να ρωτήσετε τον Αλέξη Μινωτή; Και τι θα λέγατε στη Μαρία Κάλλας εάν την είχατε σήμερα μπροστά σας;
Απειρα πράγματα, φυσικά. Καταρχάς και στους δύο θα ήθελα να πω ένα τεράστιο ευχαριστώ για την προσφορά τους στην τέχνη και την Ελλάδα.
Τον Μινωτή (που είχα την τύχη να δω Οιδίποδα στην Επίδαυρο) θα ήθελα να τον ακούσω να μιλάει για το αρχαίο δράμα και να τον ρωτήσω πώς μπόρεσε να κάνει κτήμα του τον αρχαίο λόγο και να τον εκφέρει με τέτοια απλότητα, χωρίς όμως να χάνει καθόλου τη βαρύτητά του. Και στη συνέχεια, πώς αντιμετώπισε το λυρικό θέατρο και πώς συνεργάστηκε με την Κάλλας στο χτίσιμο της σκηνοθεσίας του.
Στη Μαρία Κάλλας θα ήθελα να εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου γιατί χάρη σε αυτήν αγάπησα την όπερα και αποφάσισα να ασχοληθώ επαγγελματικά με αυτήν σπουδάζοντας από την αρχή Θεατρολογία στο Παρίσι, μετά τις σπουδές μου στη Φυσική. Γιατί η ίδια επανατοποθέτησε την όπερα στον 20ό αιώνα σαν κατεξοχήν θεατρικό είδος με μουσική. Γι’ αυτήν ο Βισκόντι σκηνοθέτησε όπερα και της έδωσε μια νέα διάσταση και προοπτική. Για τον ίδιο λόγο η Κάλλας ζήτησε από τον Μινωτή να τη σκηνοθετήσει στη «Μήδεια», θεωρώντας ότι έπρεπε να τοποθετήσει το έργο στην αρχική του βάση.
Επίσης θα ήθελα να τη ρωτήσω χιλιάδες πράγματα. Για το πώς μελετούσε τους ρόλους τεχνικά και ερμηνευτικά. Πώς μπορούσε να χρησιμοποιεί τόσο θεατρικά ένα μουσικό κείμενο. Πώς κατόρθωνε να αλλάξει το ηχόχρωμα της φωνής της τόσο ριζικά σε σχέση με τον ρόλο, από την αιμοσταγή Λαίδη Μάκβεθ μέχρι την αιθέρια Αμίνα στην «Υπνοβάτιδα». Πώς κατάφερνε να δίνει τέτοια θεατρική βαρύτητα σε μια απλή προσευχή όπως η Casta Diva από τη «Νόρμα»… Πώς μπορούσε να δίνει αυτή την εντύπωση της απόλυτης ευκολίας δαμάζοντας κυριολεκτικά τις μεγαλύτερες δυσκολίες μουσικής γραφής. Γιατί ήταν τόσο αδέκαστη (και καλλιτεχνικά σωστά, γιατί άλλο το θεατρικό και άλλο το κινηματογραφικό παίξιμο) και δεν δέχτηκε ποτέ να φιλμαριστούν παραστάσεις της… Η λίστα είναι ατελείωτη.
ℹ️ Περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση: https://aefestival.gr/festival_events/mideia-5/
