Ο μεγαλύτερος πόλεμος είναι αυτός που γίνεται μέσα μας… Και τώρα που επιστρέφω στα παλιά, δεν βρίσκω ούτε μια σταλιά ουρανό ν’ ακουμπήσω. Αρχαίες φωνές έρχονται και σμίγουν με τη δική μου».
Θα μπορούσε να είναι ένα ιστορικό έργο, θα μπορούσε όμως να είναι κι ένα δοκίμιο για την τέχνη της φωτογραφίας, ένας ποιητικός αναστοχασμός για την ελληνική περιπέτεια του 20ού αιώνα, ή και μια ερωτική ιστορία που εμπλέκεται στις Συμπληγάδες της πολιτικής. Είναι, όμως, ένα συναρπαστικό ιστορικό μυθιστόρημα που συμπυκνώνει όλα τα παραπάνω κι ακόμη περισσότερα!
Ονομάζεται «Η κραυγή των απόντων» κι έχει γραφτεί από τον Νίκο Ψιλάκη, έναν συγγραφέα που τα τελευταία χρόνια μάς έχει δώσει τέσσερα σπουδαία μυθιστορήματα τα οποία όχι μόνο καταγράφουν αλλά και ανατέμνουν την παλαιότερη και την πρόσφατη ιστορία μας. Και τα τέσσερα έχουν εκδοθεί από τον περιφερειακό εκδοτικό οίκο «Καρμάνωρ» (με έδρα το Ηράκλειο Κρήτης).
Ενα από αυτά («Πολυφίλητη») αναφέρεται στη μεγαλύτερη πολιορκία της παγκόσμιας ιστορίας, την πολιορκία του Χάνδακα της Κρήτης από τους Οθωμανούς (1646-1669) κι ένα άλλο («Κι οι θάλασσες σωπαίνουν») καταγράφει με καθηλωτικό τρόπο τη βύθιση του πλοίου «Ταναΐς» το 1944 και τον αφανισμό της εβραϊκής κοινότητας της Κρήτης μαζί με αντιφασίστες Ιταλούς και Ελληνες πατριώτες. Ο Ψιλάκης έχει τιμηθεί με πολλές διακρίσεις, ανάμεσα στις οποίες είναι βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών και το βραβείο Νίκος Καζαντζάκης για την προσφορά του στα Γράμματα.
Η «Κραυγή των απόντων», έργο με πλοκή που κρατά σε διαρκή εγρήγορση τον αναγνώστη, με συνεχείς ανατροπές και απρόοπτα αρχίζει το 1909, τότε που γέμισαν τα ατμόπλοια με μετανάστες για την Αμερική και τελειώνει (αν τελειώνει…) το 1974, στα χρόνια της χούντας. Στην καρδιά της αφήγησης βρίσκεται ένα από τα πιο παράδοξα γεγονότα της ελληνικής ιστορίας: η φυγάδευση 7.000 Ελλήνων στρατιωτών τον Σεπτέμβριο του 1916 και η αιχμαλωσία τους («στιλβωμένη» σύμφωνα με τον χαρακτηρισμό του Ψιλάκη) σε γερμανικό στρατόπεδο, στο Γκέρλιτς της Σιλεσίας, μέχρι τον Φεβρουάριο του 1919.
Τους είχε φυγαδεύσει η φιλοβασιλική διοίκηση του Δ΄ Σώματος Στρατού που έδρευε στην Ανατολική Μακεδονία, αφήνοντας όλη αυτήν την περιοχή ανυπεράσπιστη στο έλεος των Γερμανοβουλγάρων εισβολέων. Το γεγονός αυτό, μοναδικό στα παγκόσμια στρατιωτικά χρονικά, αποτέλεσε αφετηρία πολλών εξελίξεων (δολοπλοκιών, κατασκοπείας εις βάρος της Ελλάδας, πολιτικών αντιπαραθέσεων) που ο απόηχός τους κράτησε πολλές δεκαετίες.
Κι επειδή η ζωή είναι πάντα απρόβλεπτη, οι εκπατρισμένοι Ελληνες στρατιώτες καταλήγουν να γίνουν περιζήτητοι εραστές σε μια πόλη που όλος ο ανδρικός πληθυσμός της απουσίαζε στα χαρακώματα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου! Οι ανθρώπινες σχέσεις διαπερνούν φυλετικούς ή άλλους φραγμούς, ο έρωτας αναδεικνύεται μεγάλος νικητής αλλά και μεγάλος ηττημένος, αφού η κατάληξη των περισσότερων από τις σχέσεις που πλέχτηκαν εκεί δεν ήταν αυτή που θα ανέμεναν οι εμπλεκόμενοι στο ερωτικό παιχνίδι.
Εκείνες ακριβώς τις ψυχικές καταστάσεις καταφέρνει ο συγγραφέας να αναδείξει με εμβρίθεια, επιβεβαιώνοντας την κριτική που από το πρώτο του μυθιστόρημα τον είχε χαρακτηρίσει «βαθύ ανατόμο της ανθρώπινης ψυχής» (κριτική του αείμνηστου ποιητή Χριστόφορου Λιοντάκη στο «Φρέαρ», τ. 8, 2014). Ακόμη πιο συναρπαστικές είναι οι περιγραφές των στιγμών που ένας πατέρας κι ένας γιος βρίσκονται αντιμέτωποι στον πόλεμο, αντιμέτωποι όμως και με τις ίδιες τις αμφιβολίες τους.
Μυθοπλασία; Οχι ακριβώς. Η ζωή σέρνει τον χορό και ο συγγραφέας κάνει την ιστορία να φαίνεται σαν παραμύθι. Εκείνος μεταπλάθει το τεκμήριο σε λογοτεχνικό κείμενο, εκείνος δίνει άλλες διαστάσεις στον χρόνο αναμοχλεύοντας διαρκώς το ιστορικό παρελθόν, συνομιλώντας με το παρόν και επιζητώντας τη γόνιμη συνομιλία με προγενέστερους δημιουργούς.
Και όλα αυτά με μια ρέουσα γλώσσα υψηλής αισθητικής, με πλούσιο λεξιλόγιο και πυκνά νοήματα δοσμένα με απλότητα και σαφήνεια. Είναι φορές που ο αναγνώστης νιώθει τις λέξεις να χορεύουν καθώς εκπέμπουν διαχρονικά και πανανθρώπινα μηνύματα, χωρίς κανενός είδους διδακτισμό.
Λογοτεχνικό έργο είναι, λοιπόν, η «Κραυγή των απόντων», και μάλιστα υψηλής ποιότητας, αλλά ο συγγραφέας του κατάφερε να βρει τη χρυσή τομή ανάμεσα στην ιστορία και τη λογοτεχνική αφήγηση. Πριν καταπιαστεί με τη συγγραφή είχε ανακαλύψει και μελετήσει μεγάλο αριθμό τεκμηρίων, όπως ημερολόγια στρατιωτών και αξιωματικών, επιστολές, φωτογραφίες και γενικώς αδημοσίευτο υλικό που αντικατοπτρίζει όψεις της καθημερινότητας του εγκλεισμού και πτυχές των ψυχικών διακυμάνσεων των ανθρώπων που θεωρούνται έρμαια των κοινωνικών και πολιτικών συνθηκών αλλά οι ίδιοι αναζητούν την ευκαιρία να κάνουν το μεγάλο άλμα προς τη ζωή.
Η διοίκηση, που συνέχισε να υπηρετεί πιστά τη βασιλική αυλή, χαρακτηρίζει τους εκπατρισμένους «φιλοξενούμενους του Κάιζερ» αλλά εκείνοι γνωρίζουν ότι είναι αιχμάλωτοι ή εξόριστοι σε μια εποχή που η πατρίδα τους έμπαινε στον Μεγάλο Πόλεμο χωρίς το πιο έμπειρο και πιο ετοιμοπόλεμο τμήμα του στρατού της.
Ο πρωταγωνιστής της ιστορίας, ο Φίλιππος Δαμιλάς, είναι ένας Ελληνας φαντάρος που κατά το διάστημα της παραμονής του στη μικρή γερμανική πόλη καταφέρνει να μάθει την τέχνη της φωτογραφίας ως βοηθός και μαθητής έμπειρου καλλιτέχνη. Η φωτογραφία γίνεται όπλο και έρωτας και είναι εκπληκτικά τα όσα αναφέρει ο Ψιλάκης για την αισθητική και τις τεχνικές της, όντας και ο ίδιος έμπειρος ερασιτέχνης φωτογράφος με πολλές εκθέσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Μια φωτογραφία άλλωστε γίνεται και απαρχή της ερωτικής ιστορίας.
Είναι το πρώτο πορτρέτο που καταφέρνει να βγάλει ο Φίλιππος και εικονίζει μια κοπέλα με μελαγχολικό βλέμμα, ένα βλέμμα που το θαμπώνει η απώλεια και το στοιχειώνει η ιστορία καθώς αποστρέφεται τα χαρακώματα του δυτικού μετώπου αναζητώντας την ελπίδα μέσα στον ζόφο. Αυτή, λοιπόν, είναι η πρώτη φωτογραφία που βγάζει ο Φίλιππος. Γιατί υπάρχουν και άλλες πολλές, όπως υπάρχει και η τελευταία, που θα μπορούσε να είναι μια κραυγή σαν εκείνη του ομώνυμου πίνακα του Μουνκ, θα μπορούσε να είναι κι ένα παιχνίδι της μνήμης. Κάπου προς το τέλος ο Φίλιππος μονολογεί:
«Δάνειες οι λέξεις, οι λέξεις μου. Ο,τι χάθηκε μένει για πάντα. Οπως τα μέλη των ακρωτηριασμένων. Λείπουν, αλλά εκείνοι τα νιώθουν παρόντα. Να μουδιάζουν, να πονούν».
Κάποτε και η μνήμη πονά, όπως θα έλεγε ο Σεφέρης…
