ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Σταυρούλα Τσούπρου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Μαζεύω πέτρες γραμματόσημα/ πώματα από φάρμακα σπασμένα γυαλικά/ πτώματα από τον ουρανό/ λουλούδια/ κι ό,τι το καλό/ σ’ αυτό τον άγριο κόσμο/ κινδυνεύει// ψηλά κοιτάζω σαν χαρταετός/ ο Σταυραϊτός να φεύγει/ αγγίζω δίχως φόβο ηλεκτροφόρα σύρματα/ αυτά δε με αγγίζουν// ο ήλιος μαζεύει τις ημέρες μου/ γελώντας// μονάχα η ψυχή στ’ αυτί μου/ ψιθυρίζει λέγοντας:/ σκοτείνιασε σκοτείνιασες/ γιατί;/ δεν είσαι τρομαγμένος;»

Στο ποίημά του «Ο Συλλέκτης» (από τη συλλογή Το σκεύος, 1971) ο Μίλτος Σαχτούρης διηγείται τη γοητευτικά παράξενη μικρή ιστορία του ποιητή-συλλέκτη, που επωμίζεται την ευθύνη να προστατεύσει από την καταστροφική μανία των συνανθρώπων του ό,τι εκείνος θεωρεί πολύτιμο: παράταιρα αντικείμενα, το καθένα από τα οποία εκπροσωπεί ένα απαραίτητο συστατικό για την ύπαρξη μιας αξιοβίωτης ζωής.

Η ίδια η δραστηριότητα ενός συλλέκτη προϋποθέτει τη σπουδαιότητα του συλλεγόμενου, κριτήριο για την οποία δύναται να είναι είτε το κοινό καλό (όπως στο ως άνω ποίημα) είτε, συνηθέστερα, μια προσωπική έφεση ή, σε αποκλίνουσες περιπτώσεις, μια (παρανοϊκή) εμμονή. Επί παραδείγματι, στο μυθιστόρημα «Ο συλλέκτης» (1963), που καθιέρωσε τον John Fowles, ο (τραυματισμένος ψυχικά και ακαλλιέργητος) κεντρικός ήρωας, συλλέκτης πεταλούδων οδηγείται στο να απαγάγει μια συνομήλική του νεαρή φοιτήτρια.

Στην ανά χείρας διλογία του Γερμανού επιτυχημένου συγγραφέα ψυχολογικών θρίλερ Sebastian Fitzek, από την άλλη, ο κατά συρροήν δράστης που συλλέγει μάτια (αφαιρεί το αριστερό μάτι των θυμάτων του) είχε επίσης μια ιδιαζόντως επώδυνη παιδική ηλικία, είναι, όμως, μορφωμένος και ενεργεί μεθοδικά. Κατά έναν παράξενο τρόπο, ως στόχος του θα μπορούσε να θεωρηθεί το «κοινό καλό», αλλά η οδός που οδηγεί ώς εκεί είναι στρωμένη με ακρωτηριασμένα πτώματα παιδιών που τιμωρήθηκαν μαζί με τους γονείς τους, εξαιτίας παραλείψεων αυτών των τελευταίων σε ό,τι αφορούσε τα οικογενειακά τους καθήκοντα.

Ξεχωριστό ενδιαφέρον στη διλογία του Γερμανού συγγραφέα (πέρα από τα παιχνίδια του με τις αφηγηματικές τεχνικές, τα οποία αποτελούν μια ευπρόσδεκτη ποικιλία στην παγιωμένη αλυσίδα της πλοκής του συγκεκριμένου μυθιστορηματικού είδους, αλλά και με τις θεματικές ανατροπές, που, στον δεύτερο τόμο, φτάνουν να απειλούν έως και την αξιοπιστία του τίτλου) παρουσιάζει η εις βάθος ενασχόλησή του με την τυφλότητα (από εκεί αφορμήθηκε και η τιτλοφόρηση του παρόντος άρθρου) και, συνακόλουθα, με την καθημερινότητα των τυφλών ανθρώπων.

Ηταν το 1991 όταν ο Γερμανός σκηνοθέτης Wim Wenders ολοκλήρωσε την ταινία «Μέχρι το τέλος του κόσμου» [θα περίμενα να συμπεριληφθεί μία μικρή σχετική αναφορά στη βιβλιο-φιλμογραφία τής κατά τα άλλα πολύ ενδιαφέρουσας Διπλωματικής Εργασίας της Γεωργίας Σαλαμπάση (Πανεπιστήμιο Αιγαίου, Σχολή Κοινωνικών Επιστημών, Τμήμα Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας) για τη δημιουργία ντοκιμαντέρ με θέμα την αναζήτηση της υποκειμενικής ευτυχίας ατόμων με αισθητηριακή αναπηρία της όρασης], στην ιστορία της οποίας κεντρικό ρόλο έπαιζε μία (πειραματική) φωτογραφική συσκευή, που μπορούσε να καταγράψει την εγκεφαλική δραστηριότητα του/της φωτογράφου και να μεταφέρει τις εικόνες τις οποίες εκείνος/η απαθανάτιζε στον εγκέφαλο τυφλών ανθρώπων, ώστε να τις δουν και αυτοί.

Στο επιστημονικό σήμερα, μια γρήγορη ματιά στα αποτελέσματα της ιατρικής έρευνας (ήδη από το πρώιμο στάδιο μιας πτυχιακής ή μεταπτυχιακής εργασίας) και της συνδεόμενης με αυτήν τεχνολογίας, αποδεικνύει ότι, για πολλοστή φορά, η επιστημονική φαντασία, όπως προσδιόριζε ειδολογικά την ταινία του ο Wenders, δεν είναι παρά η θεωρητική αρχή των καινούργιων ανακαλύψεων της πραγματικής ζωής.

Από την εποχή, λόγου χάριν, του H.G. Wells και του διηγήματός του «Η χώρα των τυφλών» (1904), και, πολύ μεταγενέστερα, του José Saramago και του μυθιστορήματός του «Περί τυφλότητος» (1995), στα οποία το συγγραφικό μήνυμα είναι αλληγορικό και στοχεύει σε μια γενικότερη αφύπνιση και εγρήγορση της ανθρώπινης κοινότητας, μέχρι τη διλογία του Fitzek έχει διανυθεί πολύ μεγάλη απόσταση σε ό,τι αφορά τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται (πρακτικά) η τυφλότητα.

Στις εκτεταμένες «Ευχαριστίες» του, ο Γερμανός συγγραφέας αναφέρεται στις ουσιαστικές σχέσεις που ανέπτυξε από την αρχή και σε όλη τη διάρκεια της συγγραφής με ομάδες τυφλών ανθρώπων και ανθρώπων με σοβαρά προβλήματα όρασης, αλλά και με μεμονωμένα άτομα, τα οποία τον δίδαξαν με το παράδειγμα της ζωής τους, με τις εμπειρίες τους και με τις γνώσεις τους. Καθώς, λοιπόν, δεν πρόκειται εδώ για ειδικό βιβλίο, αλλά για βιβλίο καθαρής μυθοπλασίας, όπου αποτυπώνεται ξεκάθαρα ο σεβασμός του συγγραφέα προς τους τυφλούς και τους αμβλύωπες, των οποίων η καθημερινότητα χτίζεται από μια σειρά αντιξοότητες που περιμένουν τη λύση τους, γίνεται φανερό ότι και το αναγνωστικό κοινό επωφελείται της ως άνω διδαχής, ενώ παράλληλα αγωνιά διασκεδάζοντας ή διασκεδάζει αγωνιώντας.

Είναι γεγονός ότι υπάρχουν νοσηρά φρικιαστικές περιγραφές, για τις οποίες, ωστόσο, ο τίτλος προειδοποιεί εντίμως, όπως εξάλλου και η ειδολογική ταυτότητα του βιβλίου. Τολμώ, πάντως, να πω (και δεν είμαι καθόλου ευνοϊκά προδιατεθειμένη σε ό,τι αφορά το συγκεκριμένο μυθιστορηματικό είδος, απεναντίας) ότι τα οφέλη από κοινωνικής/ ανθρωπιστικής απόψεως αντισταθμίζουν την πιθανή δυσανεξία στη νοσηρότητα, η οποία, άλλωστε, δεν είναι κάτι καινούργιο, αν κρίνουμε και από την ακόλουθη ιστορική πληροφορία, αναφερόμενη στην εκτέλεση ποινών τύφλωσης στο Βυζάντιο: «[…] τυφλώνανε τους Βυζαντινούς, σιμώνοντας τα μάτια τους σε μια λεκάνη κατακόκκινη από το πύρωμα στη φωτιά. Είναι, βλέπεις, τα μάτια υγρά και εξατμίζουνται μονομιάς, αφήνοντας μια πέτσα, σαν ταρταρούγα σκληρή, στο βαθούλωμά τους».