«Ισως η αιώνια ζωή να υπάρχει ήδη στα χρόνια που ζούμε, όπως η παλιά, αλλά επειδή φαίνεται αλλιώτικη απ’ ό,τι προσδοκάμε, δηλαδή πέρα από ό,τι έχει συμβεί δεν την αναγνωρίζει απλώς κανένας. Και το σπίτι στέκεται ακόμα εκεί, κι αυτός δεν ξέρει τι είν’ αυτό που στέκεται ακόμα εκεί. Κι αυτός ο ίδιος».
Αναρωτιέμαι αν η σημαντική Γερμανίδα συγγραφέας Τζέννυ Ερπενμπεκ, πριν γράψει το τελευταίο της βιβλίο «Δοκιμασία» (Καστανιώτης, μετάφραση από τα γερμανικά Αλέξανδρος Κυπριώτης), είχε διαβάσει «τα πεισμωμένα σπίτια» του Γιώργου Σεφέρη.
Τα σπίτια που ζούσαν άνθρωποι όταν ήταν τα χρόνια δίσεχτα, πολέμοι, χαλασμοί, ξενιτεμοί, όταν κάποτε οι κυνηγοί έβρισκαν τα διαβατάρικα πουλιά αλλά μαζί έπαιρναν και πολλούς άλλους τα σκάγια, όταν κάποιοι επιστρέφουν τελικά και άλλοι τρελαίνονται στα καταφύγια. Τα σπίτια είναι πάντα οι σιωπηλοί μάρτυρες. «Τα σπίτια πεισματώνουν εύκολα, σαν τα γυμνώσεις». Ένα τέτοιο σπίτι είναι το ένα κεντρικό «πρόσωπο» στο βιβλίο της Ερπενμπεκ που μόλις κυκλοφόρησε. Το δεύτερο είναι ο Χρόνος.
Η Τζέννυ Ερπενμπεκ γεννήθηκε το 1967 στο πρ. Αν. Βερολίνο. Γιαγιά της ήταν η μυθιστοριογράφος Hedda Zinner, παππούς της ο συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων Fritz Erpenbeck, ιδρυτής του περιοδικού «Theater der Zeit», και πατέρας της ο John Erpenbeck, φυσικός, φιλόσοφος, ψυχολόγος και μυθιστοριογράφος. Σπούδασε βιβλιοδεσία, αλλά εργάστηκε ως αμπιγιέζ και αργότερα ως φροντιστής στην Κρατική Οπερα του Βερολίνου.
Παράλληλα σπούδασε θεατρικές επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Humboldt και σκηνοθεσία μουσικού θεάτρου στην Ανώτατη Μουσική Ακαδημία «Hanns Eisler» στο Βερολίνο. Το 1995 άρχισε να εργάζεται ως βοηθός σκηνοθέτη στην όπερα του Γκρατς και σύντομα άρχισε να σκηνοθετεί παραστάσεις όπερας και μουσικού θεάτρου. Τα βιβλία της μεταφράζονται σε αρκετές χώρες, γνωρίζοντας μεγάλη επιτυχία.
Το σπίτι που έχει χτίσει, στη «Δοκιμασία» είναι το όχημα των προσώπων και ο Χρόνος η διαδρομή. Χρησιμοποιεί τις εμπειρίες των επιβατών, κατά τη διάρκεια επτά δεκαετιών, για να καταγράψει τις αναταραχές της Γερμανίας και της Ευρώπης του εικοστού αιώνα. Κάθε χώρα έχει τα δικά της ιστορικά βαρίδια, και η Ερπενμπεκ σε κάθε βιβλίο της φέρνει στο φως τα λάθη και τα ανομολόγητα μυστικά της δικής της χώρας, της δικής της κοινωνίας.
Ο αρχιτέκτονας που θα αναλάβει την κατασκευή του σπιτιού σε μια λίμνη του Βρανδεμβούργου, που ονομάζεται «Θάλασσα της Μαρκ», ο επιστήμονας των τριών διαστάσεων, καταλαβαίνει πως ο τόπος και το σπίτι πρέπει να είναι ένα. Κάτι περισσότερο από αυτόν. Το σέβεται και υπολογίζει τον χρόνο σαν την τέταρτη διάσταση στα σχέδιά του. Σέβεται το «δάσος της Κλάρας». Η Κλάρα ήταν η ιδιοκτήτρια της γης, ένα πλάσμα πέραν του κόσμου τούτου, ένα αερικό, που κληρονόμησε τη γη από τον πρόκριτο πατέρα της. Ηλικιωμένη και σαλεμένη, θα πεθάνει στα βάθη του δάσους της.
Και η ιστορία του σπιτιού της λίμνης αρχίζει. Από την αρχή η Τ. Ερπενμπεκ θα μας συστήσει το «πνεύμα» του σπιτιού και του δάσους, είναι ο Κηπουρός, που μιλάει σπάνια και που δεν θα λείψει ποτέ όσοι ένοικοι και ιδιοκτήτες περάσουν από το σπίτι. Από τις πρώτες σελίδες θα διαπιστώσετε πως συμμετέχετε στην αφήγηση μιας υπερβατικής ιστορίας. Η συγγραφέας πλέκει ένα μυστηριακό δίχτυ με παγανιστικά σημάδια γαμήλιων τελετών του χωριού, μια ανθρωπολογική περιγραφή τοπικών εθίμων που κάποια θα σας θυμίσουν και ελληνικές δοξασίες, προϊδεάζοντας τον αναγνώστη πως ίσως υπάρχει κάτι πιο σκοτεινό που θα ανακαλυφθεί αργότερα.
Ο ρυθμός της αφήγησης, από επιλογή ίσως του μεταφραστή (;), θυμίζει παραδοσιακό δημοτικό τραγούδι. Τα σημαντικά επαναλαμβάνονται και τονίζονται. Η σύνταξη με ξένισε στην αρχή, αλλά διαβάζοντας κατέληξα πως μόνο έτσι θα μπορούσαν να μιλούν τα σπίτια. Διότι πίσω από όλες τις ιστορίες των ανθρώπων κρύβεται το σπίτι και κατ´επέκταση η φύση στην οποία είναι χτισμένο.
Το σπίτι θα «δει» την άνοδο και την πτώση του Χίτλερ, το Ολοκαύτωμα και το κυνήγι των Εβραίων, τη Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας και τη σκληρή διχοτόμηση, την επανένωση και το γκρέμισμα του Τείχους. Μα πάνω από όλα θα δει τους φόβους και τις αγωνίες των ανθρώπων του. Τις χαρές και τις πίκρες τους.
Η συγγραφέας μένει στη μυστηριώδη αφήγησή της, χωρίς να μας δίνει διαλόγους και εμφανή στοιχεία αλληλεπίδρασης μεταξύ των προσώπων. Κάθε κεφάλαιο βυθίζει τους αναγνώστες στο μυαλό του χαρακτήρα που επικεντρώνεται. Ο Κηπουρός, ο Αρχιτέκτονας, η Γυναίκα του Αρχιτέκτονα, το κορίτσι –από τα πιο ωραία κεφαλαία με έντονη δραματική αφήγηση– ο Στρατιώτης του Κόκκινου Σταυρού, η Συγγραφέας, η Επισκέπτρια, οι Υπενοικιαστές, ο Παιδικός Φίλος, πολλές φορές ανάμεσά τους πάντα ο Κηπουρός, και στο τέλος «Η ανομιμοποίητος διάνοια κυρίου νομεύς».
Ο ένας συμπληρώνει την ιστορία του άλλου σιγά σιγά. Δεν είναι μια λογοτεχνική τακτική εντυπωσιασμού. Η συγγραφέας με μια προσεκτικά μελετημένη στρατηγική καθυστέρησης εμβαθύνει στις σκέψεις και τα συναισθήματα των ηρώων. Ρώσοι, Γερμανοί, Χριστιανοί, Εβραίοι, παιδιά, παππούδες, κομμουνιστές, καπιταλιστές, μεταφέρονται στον αναγνώστη με τον ίδιο τον κοινό καημό: να γυρίσουν στην αγκαλιά της πατρίδας τους, στην αγκαλιά του σπιτιού τους.
Δεν ξέρω γιατί μεταφράστηκε στα ελληνικά με τον τίτλο «Δοκιμασία» ενώ σε άλλες γλώσσες έχουν επιλέξει το «Επίσκεψη». Στις σημειώσεις του μεταφραστή είδα πως το εξηγεί γράφοντας πως επικράτησε σε τούτη τη μετάφραση ο ορισμός της λέξης ως «χτύπημα της μοίρας, το οποίο γίνεται αισθητό ως δοκιμασία ή τιμωρία από τον Θεό». Το βρίσκω ταιριαστό ως προς το βάθος του βιβλίου.
Με συγκίνησε ιδιαίτερα το τέλος του βιβλίου. Θεωρώ πως είναι κορυφαία λογοτεχνική στιγμή της Ερπενμπεκ και πιθανόν και αυτό το βιβλίο της θα πρωταγωνιστήσει σε γερμανικά και διεθνή βραβεία λογοτεχνίας.
Προσέγγισε λογοτεχνικά συγγραφείς των Βαλκανίων, θα έλεγα τον Κρασναχορκάι και την Τοκάρτσουκ, δείχνοντας πάνω από όλα πως άνθρωπος και γη, όντα και φύση, είναι ένα και το αυτό. Αρρηκτα συνδεδεμένοι. Φαίνεται πως είναι διεθνής λογοτεχνική τάση η επιστροφή και η ένωση με τη φύση, και έχει πολύ ενδιαφέρον.
Αυτό το βιβλίο δεν ήρθε να συμπληρώσει άλλο ένα κομμάτι στη Ιστορία της Ευρώπης του 20ού αιώνα. Ηρθε κατά τη γνώμη μου να μιλήσει μέσα από το παρελθόν για το μέλλον. Ενα μέλλον που, για να υπάρξει, θα πρέπει να ανοικοδομηθεί το ασαφές παρόν που ζούμε. Μια «δοκιμασία» που πρέπει να περάσουμε και να ξεπεράσουμε ως ανθρώπινα όντα.
