Η πανδημία του κορονοϊού επέφερε μια σειρά από οξύτατους περιορισμούς στα θεμελιώδη δικαιώματα. Δικαιολογημένα θα σκεφτεί κανείς εκ πρώτης όψεως, ειδικά αν αναλογιστούμε τις ήδη βιούμενες συνέπειες για την ανθρώπινη ζωή από την εξάπλωση του ιού.
Είναι γεγονός ότι η προστασία της ανθρώπινης ζωής αποτελεί κατ’ αρχήν έναν θεμιτό σκοπό, η εξυπηρέτηση του οποίου λαμβάνει ιδιαίτερη βαρύτητα στο πλαίσιο στάθμισης μεταξύ αντιτιθέμενων εννόμων αγαθών, καθώς όταν εκλείπει η ζωή αυτομάτως παύει η δυνατότητα άσκησης όλων των λοιπών δικαιωμάτων.
Παρά ταύτα, και ενώ τα αρχικώς επιβληθέντα περιοριστικά μέτρα χαρακτηρίστηκαν «προσωρινά», ήδη έναν και πλέον χρόνο από το ξέσπασμα της πανδημικής κρίσης βιώνουμε ακόμη σοβαρές δυσχέρειες στην ενάσκηση βασικών ατομικών μας ελευθεριών.
Πόσο πιθανό φαντάζει άραγε η σταθερά εντεινόμενη υγειονομική κρίση και η συνοδεύουσα αυτή αδιάκοπη επέκταση μιας «προσωρινότητας» να αφήσουν ανεξίτηλα σημάδια στα ατομικά μας δικαιώματα; Πόσο ορατός είναι τελικά ο κίνδυνος εθισμού μας στην κάμψη δικαιοκρατικών εγγυήσεων;
Το ζήτημα αυτό προσεγγίζει με εμβρίθεια ο καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ, Σπύρος Βλαχόπουλος, στο βιβλίο του με τίτλο «Συνταγματικός μιθριδατισμός – Οι ατομικές ελευθερίες σε εποχές πανδημίας».
Εκκινώντας από τον γνωστό μύθο του Μιθριδάτη, ο συγγραφέας οριοθετεί το αντικείμενο της μελέτης του, ήτοι την ανάδειξη, επ’ αφορμή της πανδημίας του κορονοϊού, των κινδύνων που συνεφέλκεται η διάχυση και εμπέδωση μιας μορφής υποχωρητικότητας έναντι συνεχών περιορισμών των θεμελιωδών δικαιωμάτων χάριν προστασίας υπέρτερων αγαθών.
Μέσα από μια σύντομη αλλά εξόχως περιεκτική ιστορική αναδρομή, ο συγγραφέας ερευνά φαινόμενα «συνταγματικού μιθριδατισμού» στη συνταγματική ιστορία της Ελλάδας, όπως ο εκτοπισμός των πολιτικών αντιφρονούντων κατά την περίοδο της μεταπολεμικής ελληνικής δημοκρατίας.
Ο συγγραφέας αναδεικνύει ότι τα ατομικά δικαιώματα υφίστανται έντονους κλυδωνισμούς σε περιόδους ανωμαλίας, τονίζοντας εύστοχα ότι το ζήτημα του σεβασμού των δικαιωμάτων του ατόμου είναι συνάρτηση των ποιοτικών χαρακτηριστικών και της υγιούς λειτουργίας ενός δημοκρατικού πολιτεύματος.
Στο κύριο μέρος της μελέτης του ο Σπ. Βλαχόπουλος καταφτάνει στο σήμερα και στις σύγχρονες διαστάσεις που ο «συνταγματικός μιθριδατισμος» μπορεί να λάβει σε περιόδους πανδημίας.
Ο συγγραφέας δεν αμφισβητεί τη συνταγματικότητα των περιορισμών που επιβλήθηκαν (κατά το πρώτο κύμα του 2020) χωρίς όμως αυτό να σημαίνει, όπως ορθά αναφέρει, ότι οποιοδήποτε περιοριστικό μέτρο πρέπει να εκλαμβάνεται a priori ως σύμφωνο με το Σύνταγμα και με υπερνομοθετικής ισχύος νομικές διατάξεις.
Ακόμα και σε έκτακτες περιόδους κρίσης, το κράτος Δικαίου θέτει κόκκινες γραμμές, η υπέρβαση των οποίων ουδέποτε μπορεί (και δεν πρέπει) να γίνεται αποδεκτή: απαράβατα όρια αποτελούν οι λεγόμενοι «περιορισμοί των περιορισμών», όπως η ανθρώπινη αξία, η αρχή της αναλογικότητας και ο ουσιώδης πυρήνας των ατομικών δικαιωμάτων. Στο πλαίσιο αυτό, ο συγγραφέας αποκρούει ως αντίθετα στο Σύνταγμα πιθανά μέτρα όπως η βιντεοσκόπηση δημόσιων χώρων για τον έλεγχο τήρησης της καραντίνας, ενώ παράλληλα εκφράζει επιφυλάξεις σχετικά με τη διενέργεια μαζικών ηλεκτρονικών παρακολουθήσεων ασθενών COVID-19.
Πίσω από τέτοιου είδους μέτρα ελλοχεύει, κατά τον συγγραφέα, όχι μόνο ο κίνδυνος κοινωνικού στιγματισμού, αλλά πρωτίστως ο κίνδυνος «συνταγματικού μιθριδατισμού». Η διαρκής θυσία ελευθεριών με προμετωπίδα τα μέτρα κατά της πανδημίας είναι πιθανόν να αποτελέσει το άνοιγμα της «κερκόπορτας» για ακόμα εντονότερους περιορισμούς στο μέλλον.
Ακολούθως ο Σπ. Βλαχόπουλος παίρνει θέση σχετικά με το ζήτημα του ελέγχου και της άσκησης κριτικής στα επιβαλλόμενα, κάθε φορά, περιοριστικά μέτρα, υποστηρίζοντας την άποψη ότι η συζήτηση περί δικαιωμάτων σε περιόδους κρίσης δεν αποτελεί ούτε «μικροψυχία» αλλά ούτε και δείγμα «δικαιωματοκρατίας».
Χωρίς συνταγματικό έλεγχο και δομημένο με επιχειρήματα συνταγματικό λόγο (ο οποίος βέβαια πόρρω απέχει από την προσφιλή στον πολιτικό στίβο παρασυνθηματολογία περί «αντισυνταγματικοτήτων») τα περιοριστικά μέτρα στερούνται το ουσιαστικό νομιμοποιητικό τους θεμέλιο, η δε άποψη που θεωρεί «πολυτέλεια» την άσκηση κριτικής φαίνεται να υπολαμβάνει τα θεμελιώδη δικαιώματα ως αυτονόητα, παραγνωρίζοντας ότι πίσω από κάθε κατάκτηση κρύβονται πολυετείς κοινωνικές διεκδικήσεις.
Σε περιόδους λοιπόν όπου τα ατομικά δικαιώματα βάλλονται πολύπλευρα, η κριτική θεώρηση κάθε περιορισμού κρίνεται πιο αναγκαία από ποτέ. Αλλωστε, το Σύνταγμα πρέπει να τηρείται πάντοτε και όχι υπό την αίρεση της «κανονικότητας».
Εκτός όμως από τον υφέρποντα κίνδυνο εθισμού της κοινωνίας στην απομείωση του προστατευτικού εύρους των θεμελιωδών δικαιωμάτων, ο συγγραφέας κρούει τον κώδωνα του κινδύνου και όσον αφορά το φαινόμενο του «κοινωνικού αυτοματισμού».
Με τον όρο αυτό υπονοεί την «ανέξοδη» αποδοχή, από ένα μη άμεσα θιγόμενο μέρος της κοινωνίας, περιοριστικών μέτρων κατά μιας άλλης κατηγορίας προσώπων (π.χ. υποχρεωτικός γεωεντοπισμός ασθενών), στον βωμό τής όσο το δυνατόν συντομότερης επανάκτησης των απολεσθεισών ελευθεριών μας.
Ομως, η αποδοχή αυτή μόνο «ανέξοδη» δεν πρέπει να θεωρείται. Κάτι που ίσως σήμερα δεν μας αφορά, αύριο δεν αποκλείεται να βρίσκεται ενώπιόν μας, διαπίστωση που καθιστά σαφές ότι τα θεμελιώδη δικαιώματα και η επαγρύπνηση για την προστασία τους είναι υπόθεση όλων μας.
Ολοκληρώνοντας τη μελέτη του ο Σπ. Βλαχόπουλος διατρανώνει την αντίθεσή του στην ψήφιση μη επειγόντων νόμων εν καιρώ πανδημίας και με την κοινωνία των πολιτών «στον γύψο». Πράγματι, όταν κοινωνικές ομάδες αδυνατούν να ασκήσουν τα δικαιώματα αντίδρασης που το νομικό μας σύστημα κατοχυρώνει, η νουθεσία εκ μέρους της κρατικής εξουσίας προς τους πολίτες για αυτοπεριορισμό είναι δικαιολογημένο να συνοδεύεται από τον ανάλογο αυτοπεριορισμό και της ίδιας της εξουσίας.
Συνοψίζοντας, πρέπει να τονιστεί ότι ο συγγραφέας με επιστημονική ψυχραιμία καθιστά τον αναγνώστη κοινωνό των εύλογων προβληματισμών. Σκοπός του, όπως ξεκαθαρίζει σε πολλά σημεία του βιβλίου, δεν αποτελεί η λεπτομερής ανάλυση κάθε αναφυόμενου επιμέρους ζητήματος, αλλά κυρίως η παροχή ερεθισμάτων στον αναγνώστη για πρόσθετη αναζήτηση, κάτι που επιτυγχάνεται απόλυτα.
Το βιβλίο αποτελεί μια ενδιαφέρουσα αφορμή για αναστοχασμό και περαιτέρω αναδίφηση επί της τιθέμενης προβληματικής, όντας προσιτό τόσο στον νομικό όσο και στον μη εξοικειωμένο με σύνθετες νομικές έννοιες αναγνώστη, χάριν του λιτού και πυκνού λόγου συγγραφής.
*Δικηγόρος Αθηνών, ΔΜΣ, υπ. διδάκτωρ Νομικής
