«Ομολογώ ότι συνεχίζω να γράφω για καθαρά ηδονοθηρικούς λόγους. Γράφω για μένα και για τους φίλους μου. Δεν διαθέτω ευρύ κοινό, μήτε φήμη ή κρατικό βραβείο. Γνωρίζω εις βάθος τη λογοτεχνική στρατηγική και την περιφρονώ. Με θλίβει η αφέλεια των συγχρόνων μου και τη σέβομαι. Επιπλέον, κολακεύομαι να πιστεύω ότι δεν επαναλαμβάνομαι ποτέ, ότι δε ζητάω δανεικά από ξένες δόξες, ότι είμαι πάντα παρθένος κι ότι αυτός ο ναρκισσισμός πληρώνεται πολύ ακριβά. Με την αδιαφορία των άλλων. Εγώ, όμως, όπως είπα, γράφω για καθαρά ηδονοθηρικούς λόγους».
Διαβάζω το σημείωμα του συγγραφέα, του Υποκόμη ντε Λασκάνο Τέγκι, στο βιβλίο του «Περί της εν ύπνω κομψότητος» που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Opera σε μετάφραση Αχιλλέα Κυριακίδη.
Ποιος είναι ο Υποκόμης ντε Λασκάνο Τέγκι;
Γιος Αργεντινού πατέρα και Ουρουγουανής μητέρας, ο Υποκόμης ντε Λασκάνο Τέγκι (Vizconde de Lascano Tegui) γεννήθηκε στην Κονσεπσιόν της Ουρουγουάης το 1887 και πέθανε στο Μπουένος Αϊρες το 1966. Παρακμιακός και προκλητικός, παραβατικός και περιθωριακός, φίλος του Πικάσο και του Απολινέρ, ο Λασκάνο Τέγκι είναι μία από τις κεντρικές μορφές της αργεντινής λογοτεχνίας των αρχών του 20ού αιώνα.
Το 1908 ταξίδεψε στην Ευρώπη ως μεταφραστής του Διεθνούς Ταχυδρομείου και περιπλανήθηκε με τα πόδια στη Γαλλία, την Ιταλία και τη Βόρεια Αφρική. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ήταν στη συντροφιά του σπουδαίου Αργεντινού συγγραφέα και ακαδημαϊκού Fernán Félix de Amador, και τότε αφιερώθηκε στην ποίηση. Τότε αποφάσισε και να τροποποιήσει το επώνυμό του που είναι βασκικής προέλευσης και να το μετατρέψει σε σύνθετο, παίρνοντας το 1909 τον τίτλο του viscount (υποκόμη) με το οποίο θα υπογράψει το πρώτο του βιβλίο «La sombra de la Empusa», που δημοσιεύθηκε τον Μάιο του 1910.
Σε όλη του τη ζωή είχε διάφορες δουλειές. Ηταν επιθεωρητής τοιχογραφιών, μάγειρας και φύλακας μουσείου. Το 1923 διορίστηκε πρόξενος στο Καράκας και το 1940 στο Λος Αντζελες όπου παρέμεινε μέχρι το 1944. Εζησε τα τελευταία του χρόνια στο Μπουένος Αϊρες, όπου πέθανε στις 23 Απριλίου 1966.
Σε αυτό το «ημερολόγιο δολοφόνου», ένας εκκεντρικός αφηγητής καταγράφει τα πάθη και τις διαστροφές του σε καθημερινή βάση, δημιουργώντας ταυτόχρονα ένα μοναδικό πορτρέτο της ανθρώπινης ψυχής.
Διαβάζοντας το βιβλίο, περνώντας μία μία τις ιστορίες του παράξενου Υποκόμη, θα διαπιστώσετε πως έχετε να κάνετε με μικρά λογοτεχνικά διαμάντια. Κάποια σοκάρουν για το περιεχόμενό τους είναι η αλήθεια. Φαντάζομαι πως την εποχή που βγήκαν θα σόκαραν ακόμη περισσότερο. Κάθε μικρή και μεγάλη ιστορία του θα μπορούσε να είναι σπόρος ενός μυθιστορήματος. Ο συγγραφέας εστιάζει σε ότι υπάρχει έξω από την ηθογραφίας της εποχής του. Ερωτοτροπεί με ό,τι τον γοητεύει και καυτηριάζει ό,τι προκαλεί την αισθητική του.
«Κάποτε οι άνθρωποι είχαν δικά τους τη θάλασσα, τα βουνά και τ’ αστέρια. Τα ’βαζαν στα ποιήματά τους, στα όνειρα τους, και στο θάνατο τους. Σήμερα όμως… Καμιά φορά, αν κοιτάξεις μακριά, στο βάθος της λεκάνης του Σηκουάνα, μπορείς να δεις κάτι ακαθόριστο, το οποίο, δεδομένης της προνομιούχου θέσης του, λες ότι πρέπει να ’ναι ένα παιδί ή μια ωραία γυναίκα. Οταν πλησιάσεις, διαπιστώνεις πως αυτό που σου ’χε φανεί ένα εκλεκτό ανθρώπινο πλάσμα, δεν είναι παρά ένα σκυλάκι, μια φωτογραφική μηχανή ή ένα ποδήλατο».
Θα ανακαλύψετε διαβάζοντας πως ο αφηγητής υποκύπτει στις «αδυναμίες» του σώματος. Η «καταραμένη» του φύση οδηγεί στην παρακμή του κορμιού και στο ξεστράτισμα του μυαλού. Είναι η σύφιλη, η χρόνια χρήση αλκοόλ, ψυχοτρόπες ουσίες, το συνεχές φλερτ με τον θάνατο. Τον δικό του ή και των άλλων.
Τα κείμενα του παρουσιάζουν μια έντονη πολυμορφία. Επηρεασμένα εν μέρει από τον Συμβολισμό, αντιπαραβάλλουν το παλιό και το νέο, συνδυάζοντας παραδοσιακές φόρμες με μοντέρνες τεχνικές. Θα μπορούσε να είναι και αυτός όπως και ο φίλος του Απολινέρ ένας πρόδρομος του σουρεαλισμού.
Αυτό που δεν γνωρίζουμε είναι ότι το συγκεκριμένο βιβλίο ήταν ένα από τα πρώτα ανατρεπτικά βιβλία, όπου ο Αργεντινός συγγραφέας, ο αυτοανακηρυγμένος ευγενής, εντόπισε τον δρόμο –τρεις δεκαετίες πριν– της λογοτεχνίας που ήταν αποφασισμένη να διεισδύσει στην σχεδόν άτρωτη αίσθηση του παράλογου.
Η σιωπή με την οποία οι σύγχρονοί του έκρυβαν το έργο του Λασκάνο Τέγκι, τον αφάνισε μέχρι να μπει η νέα χιλιετία. Μια σιωπή που δεν ήταν τίποτα άλλο από το νόμισμα με το οποίο τον πλήρωσαν για δηλώσεις του όπως: «Γνωρίζω τη λογοτεχνική στρατηγική διεξοδικά και την περιφρονώ…» Φράσεις και πράξεις, γιατί το 1911, έναν χρόνο μετά τον ξυλοδαρμό του για τη δημοσίευση του «La sombra de la Empusa», εξέδωσε τη συλλογή ποιημάτων «Blanco», υπογεγραμμένη με το ψευδώνυμο Rubén Darío Jr. και αποθεώθηκε από κριτικούς μέχρι την ημέρα που ο συγγραφέας του ομολόγησε την αλήθεια με ένα δυνατό γέλιο.
Το «Περί της εν ύπνω κομψότητος» είναι αδύνατον να το αφήσετε από τα χέρια σας. Φημολογείται πως είναι το ημερολόγιο του μεγαλύτερου αδελφού του, το οποίο δεν περιγράφει τι ακολουθεί το έγκλημα, αλλά το κενό που γεμίζει μια ζωή και που αναπόφευκτα οδηγεί στο έγκλημα.
Κλείνω το κείμενο, όπως κλείνει και ο συγγραφέας το αυτοβιογραφικό του σημείωμα:
«Είναι ένας φυσιολογικός άνθρωπος χωρίς καμία όρεξη, χωρίς φιλοδοξίες και χωρίς ελπίδες. Οταν είναι με άλλους χαμογελάει κι όταν είναι μόνος γράφει στίχους ή, εν πάση περιπτώσει, στοχάζεται. Δηλώνει ότι δεν οφείλει, ούτε όφειλε ποτέ, δεκάρα σε κανέναν. Κι αν ήταν απολύτως εντάξει, θέλει να ξέρει ο κόσμος ότι το έκανε μόνο και μόνο για να εκδικηθεί κάτι αστικές χρηστότητες που εξυψώνουν τους ιδιοκτήτες αλλά δυσφημούν τους ποιητές».
